Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment due to inadmissible and superfluous grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a first-instance court ruling confirming co-ownership of agricultural land. The State argued the lower court violated substantive laws regarding land acquisition, but the Court found the appeal inadmissible because it lacked necessary factual premises and was superfluous as the judgment relied on alternative legal grounds. Consequently, the appeal was dismissed, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it lacks the necessary factual premises to support the alleged violation of substantive law, or if the challenged decision rests on independent grounds that remain unaffected by the appeal's arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2020 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2020/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. (E.) Π. (P.), 2) Κ. Π. (C. P.) Μ. (B.), κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παραπονιάρη, που ανακάλεσε την από 26-9-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λέρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 291/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λέρου, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την από 24.06.2019 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, ζητούσαν να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφομένου σε αυτήν αγροτεμαχίου του οποίου την (συγ)κυριότητα κατά τα παραπάνω ποσοστά απέκτησαν με παράγωγο τρόπο (επικαλούμενοι συμβόλαιο και μεταγραφή) από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού, αλλά και πρωτοτύπως (έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, την οποία (κυριότητα) αμφισβητεί το εναγόμενο με τον τρόπο που αναφέρουν σ' αυτή. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η 1/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λέρου, η οποία έκανε δεκτή κατ' ουσίαν αυτήν και αναγνώρισε τους ενάγοντες (συγ)κυρίους στο επίδικο ακίνητο κατά το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, έκαστον.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 16.02.2021 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 291/2022 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση, μόνο ως προς τον λόγο αυτής που αφορούσε την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, τα οποία είχαν επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καθ' υπέρβαση του προβλεπομένου από το νόμο (άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), ανωτάτου ορίου των 300 ευρώ και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνο ως προς αυτήν την διάταξη, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 191 παρ. 2, 183 και 179 ΚΠολΔ, καταδίκασε το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα ποσού 600 ευρώ για το σύνολο της δικαστικής δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, (άρθρ. 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), η οποία είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (αρθρ.577 παρ.1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 32/1996) ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος, δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1340/2015).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. , που είναι αντίστοιχη αυτής του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όταν προσβάλλεται απόφαση Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, όπως εν προκειμένω, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, που είναι αντίστοιχη αυτής του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία των αναιρετικών λόγων δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990).
Επιπλέον δεν αρκεί, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. (ΑΠ 528/2017).
Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τους πρώτο και δεύτερο, αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
και όχι από τους αριθμ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο. Ειδικότερα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω που δίκασε ως Εφετείο, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5,6, 78 και 103 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (Χριστιανικό έτος 1856), των διατάξεων των άρθρων 1,2,3 και 4 εδ.α' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων, των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του α.ν. 1539/1938, των διατάξεων του άρθρου 1 του Παραρτήματος XIV της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 και των διατάξεων του άρθρου 9 του ν.2100/1952 και ότι επί λέξει "...δεν περιέχει αιτιολογίες επί του ζητήματος κατά πόσον το επίδικο υπάγεται στην πρώτη κατηγορία ακινήτων του Οθωμανικού νόμου, επί των οποίων και μόνο ήταν δυνατή η κτήση ιδιωτικών δικαιωμάτων κυριότητας".
Πιο συγκεκριμένα για την θεμελίωση του λόγου αυτού ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επί λέξει τις εξής παραδοχές: "Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα οι ενάγοντες απέκτησαν τη συγκυριότητα του παραπάνω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τόσο με παράγωγο τρόπο και δη με αγορά δυνάμει του υπ' αρ. ....2009 νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λέρου Μ.
Γ. , όσο και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία" και τις εξής:
"Εξάλλου, πέραν του γενικού ισχυρισμού του περί της χορτολιβαδικής μορφής του επιδίκου ακινήτου, το εναγόμενο δεν επικαλείται κάποιον προβλεπόμενο από το νόμο παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού, ούτε προσκομίζει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία". Ο λόγος αυτός όπως διατυπώνεται παραπάνω είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, θεμελίωσε την κρίση του περί της κτήσης (συγ)κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, παρά μόνο οι προπαρατεθείσες επιλεγμένες από το αναιρεσείον αποσπασματικές, περιορισμένες και μεμονωμένες παραδοχές και το συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και επειδή υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αρ. 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, και όχι όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ότι το επίδικο ήταν δεκτικό καλλιέργειας, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες και παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις των ουσιαστικών νόμων και επί λέξει παραθέτει τις εξής παραδοχές: "Άλλωστε και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι το επίδικο ακίνητο έχει χαρακτηριστικά δημόσιας γαίας (εραζί-εμιριέ), ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Μ.
Φ. του Κ. , νεμόμενος αυτό κατά τα προαναφερθέντα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν από την 10η.01.1949, οπότε τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο Α.Ν. 1539/1938, είχε αποκτήσει δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών".
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, με πληρότητα οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση , παρά μόνο, ελάχιστες, αποσπασματικές σκέψεις του, τις οποίες το αναιρεσείον επέλεξε και απομόνωσε από το σύνολο των παραδοχών του Μονομελούς Δικαστηρίου.
Επιπλέον ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και ως αλυσιτελής, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, όπως προαναφέρθηκε, σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (κτήση κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες παραγώγως με αγοραπωλησία και μεταγραφή και πρωτοτύπως με χρησικτησία), με τον υπό κρίση όμως δεύτερο αναιρετικό λόγο, πλήττεται μόνο η επάλληλη αιτιολογία περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας των εναγόντων (αυτός της χρησικτησίας) χωρίς να πλήττεται επιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία αυτής περί παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας αυτών, με αποτέλεσμα τυχόν αποδοχή του λόγου αυτού να μην επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας (ΑΠ 946/2021, ΑΠ 573/2015, ΑΠ 285/2014).
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-10-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 291/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κώ.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ