Legislator Case Law & Legislation
2020/2014 AI generated

2020/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2020/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2020/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις από 6-8-2009 και 14-1-2010 αγωγές της η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του εναγομένου ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ζημίες σ' αυτήν, σύμφωνα με τους όρους του .../ 2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, ότι αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Keywords

AI generated
termination of insurance benefits invalidity insurance admission to health insurance practice interim accident insurance absence of insurer liability reinstatement of insured status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2020 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2020/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Θ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-8-2009 και 14-1-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2013 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 2-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 124/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 5/3-2-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 124/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Με τις από 6-8-2009 και 14-1-2010 αγωγές της η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του εναγομένου ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ζημίες σ' αυτήν, σύμφωνα με τους όρους του .../ 2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, ότι αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Ότι ο εναγόμενος - ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητό του, στις 12-6-2006 προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του τροχαίο ατύχημα, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στα δικόγραφα των αγωγών, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η συνεπιβάτισσά του Μ. Β.. Ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο εναγόμενος οδηγούσε το ανωτέρω όχημα, μολονότι είχε λήξει ο χρόνος ισχύος της άδειας οδήγησης, που κατείχε, λόγω συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του και αυτός δεν είχε προβεί σε ανανέωσή της, με αποτέλεσμα αυτή να μην ισχύει πλέον.

Ότι στη συνέχεια οι συγγενείς της θανούσας κατέθεσαν κατά της ενάγουσας και του εναγομένου τις από 5-5-2008 και 26-5-2008 αγωγές τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, αντιστοίχως, με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθούν οι δύο εναγόμενοι (οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία), εις ολόκληρον έκαστος, να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό των 955.986,98 ευρώ και ότι η αναιρεσείουσα αναγνωρίζοντας την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, την οποία μάλιστα ομολόγησε και ο ίδιος, κατέβαλε στους ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών μετά από εξώδικο διακανονισμό το συνολικό ποσό των 253.000 ευρώ (220.000 + 33.000 ευρώ).

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων των αγωγών της από καταψηφιστικών σε αναγνωριστικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει τα προαναφερθέντα ποσά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 34/2011 απόφασή του έκανε δεκτές τις αγωγές. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος, Α. Θ., κατήρτισε με την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ασφαλιστική σύμβαση για τις υλικές ζημιές όσο και για σωματικές βλάβες τρίτων, διάρκειας από 24-9-2005 έως 24-9-2006. Σύμφωνα με το γενικό όρο 9 παρ. 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αποκλείστηκαν της ασφαλιστικής καλύψεως ζημιές που θα προξενούσε ο οδηγός, ο οποίος δεν θα είχε την κατά νόμο άδεια οδηγήσεως.

Ο εναγόμενος, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος εστερούντο άδειας ικανότητος οδηγού, διότι η άδεια ικανότητας είχε λήξει από το έτος 2000, κατάρτησε την προαναφερθείσα σύμβαση ασφαλίσεως στην Κοζάνη με τον πράκτορα της ενάγουσας (ασφαλιστικής εταιρίας), εν γνώσει του τελευταίου ότι δεν έχει άδεια οδήγησης, αλλά και ότι θα οδηγούσε το ασφαλιζόμενο όχημα, χωρίς την εν λόγω άδεια.

Κατά το χρόνο κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης, ζητήθηκε από τον εναγόμενο η άδεια ικανότητας οδήγησης, την οποία και παρέδωσε στον ασφαλιστικό πράκτορα της ενάγουσας, ο οποίος σημείωσε την ημερομηνία έκδοσής της, 7/7/1978 όπως αναφέρεται και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ η πρώτη άδεια εκδόθηκε την 2/9/1977.

Επομένως, αφού ο ανωτέρω πράκτορας ασφαλίσεως στην Κοζάνη είναι αντιπρόσωπος της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρο 2 παρ. 1 του v. 1569/1985), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είχε γνώση του ανωτέρω περιστατικού και η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με το άρθρο 214 Α.Κ. Πέραν τούτου η τελευταία εισέπραττε κανονικά τα ασφάλιστρα και μετά από συνεχείς ανανεώσεις, με το αριθμό ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε το με αριθμό ... Ι.Χ.Ε για την περίοδο από 29/7/2006 έως 29/1/2007 και σημείωσε μάλιστα και την αρχική ημερομηνία έκδοσης της πρώτης άδειας ικανότητας οδηγού, ήτοι την 2/9/1977, εξέδωσε δε στη συνέχεια το με αριθμό ... ανανεωτήριο συμβόλαιο για την περίοδο από 29/1/2007 έως 29/7/2007. Με τη συμπεριφορά της αυτή η ενάγουσα, δημιούργησε στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να επικαλεσθεί την έλλειψη της άδειας οδηγήσεως και να του ζητήσει αποζημίωση λόγω της ελλείψεως αυτής.

Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ανωτέρω στις 20/6/2006 έλαβε την με αριθμό ... άδεια ανανέωσης της αρχικής άδειας ικανότητας οδήγησης, ισχύος από 20/6/2006 έως 20/6/2009 (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη άδεια, αφού προηγουμένως υποβλήθηκε επιτυχώς σε ιατρική εξέταση και χωρίς τη δοκιμασία νέων εξετάσεων).

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ως άνω όρος είναι ασαφής και ερμηνευόμενος, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έχει την έννοια ότι για την καθιέρωση της πιο πάνω ρήτρας, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως το γεγονός αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε την ικανότητα οδήγησης και όχι στην τυπική προϋπόθεση της ύπαρξης άδειας ικανότητας οδήγησης. Ο εναγόμενος είχε άδεια οδήγησης από 7/7/1977 και την ανανέωσε με την με αριθμό .../20-6-2006 από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Κοζάνης.

Για τους λόγους αυτούς η επίκληση της ως άνω ελλείψεως στις αγωγές και η άσκηση με αυτή του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει αποζημίωση υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), κατά παραδοχή της υπό του εναγόμενου προβληθείσης εκ του ανωτέρου άρθρου ενστάσεως, ως κατ' ουσίαν βάσιμου. Επομένως, ο λόγος εφέσεως που αναφέρεται στην έλλειψη υπαιτιότητάς του για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, παρέλκει με την αποδοχή της ως άνω ενστάσεως. Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν έχει δικαίωμα αναγωγής σε βάρος του εναγόμενου Α. Θ.. Επομένως δεν μπορεί να ζητήσει από αυτόν το ανωτέρω ποσό των 253.000 ευρώ, το οποίο μετά από εξώδικο διακανονισμό κατέβαλε στους συγγενείς της αποβιώσασας Β. Μ.. Κατά συνέπεια, οι αγωγές της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας πρέπει να απορριφθούν".

Και υπό τις παραδοχές αυτές δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, διακρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε τις αγωγές.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι και εκφέρεται με αυτούς παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 3/2008).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.

Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου όρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτήν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων...".

Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του όρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.

δ' Κ.Πολ.Δ.) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Πολ.Δ.) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.

σχ. Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 128/2008, 450/2013, 190/ 2011, 1414/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου πρότεινε προφορικά, εκτός των άλλων, και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, που σημειώθηκε στα από 13-1-2011 πρακτικά συνεδρίασης αυτού, ενώ με τις προτάσεις του εναγομένου, εκτέθηκαν εκτενώς τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν, τα οποία προαναφέρθηκαν στις παραδοχές του Εφετείου.

Ήτοι, ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος κατάρτισε την σύμβαση ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 24-9-2005 έως 24-9-2006 με τον ασφαλιστικό πράκτορα της ενάγουσας - ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς να έχει άδεια ικανότητας οδηγού, διότι η άδεια ικανότητας που κατείχε είχε λήξει από το έτος 2000, εν γνώσει του τελευταίου, πράκτορα και αντιπροσώπου της ενάγουσας, η οποία, ενώ τεκμαίρεται ότι είχε γνώση του περιστατικού αυτού, κατ' άρθρο 214 Α.Κ., εισέπραττε κανονικά τα ασφάλιστρα και με τη συμπεριφορά της αυτή του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να επικαλεσθεί την έλλειψη της ανανέωσης της αδείας του και να του ζητήσει αποζημίωση, δηλαδή την καταβολή κάθε ποσού που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει σε τρίτους.

Περαιτέρω δε, ότι ο ίδιος (εναγόμενος) έλαβε εκ των υστέρων την υπ' αρ. ... άδεια οδήγησης, ισχύος από 20-6-2006 έως 20-6-2009, ανανεώνοντας την αρχική, και ότι, ενόψει όλων των προαναφερθέντων, η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Τα ως άνω περιστατικά εκτέθηκαν επίσης, τόσο στην έφεση του αναιρεσιβλήτου, όσο και στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος προτάθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε, επίσης παραδεκτώς, ενώπιον του Εφετείου, είναι δε απορριπτέος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 37/ 2013).

Κατά το άρθρο 2 § 1 του ν. 1569/1985 "διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης κ.λπ." όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 § 1 του ν. 2170/1993 ο ασφαλιστικός πράκτορας δεν θεωρείται "αντιπρόσωπος" της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση όμως που έχει χορηγηθεί σ' αυτόν η εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων επ' ονόματι της ασφαλιστικής επιχείρησης, αναγορεύεται σε αντιπρόσωπο αυτής κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ (ΑΠ 134/ 2004, 1540/1992) και, κατά συνέπεια, τα ελαττώματα βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδρασή τους επί της δικαιοπραξίας κρίνονται από το πρόσωπό του (άρθρο 214 ΑΚ).

Στην περίπτωση αυτή ο πράκτορας θεωρείται βοηθός εκπληρώσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς να μπορεί η σχετική ευθύνη του να αποκλεισθεί συμβατικά, αφού ναι μεν δεν διατελεί υπό στενή έννοια στην υπηρεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά αναπτύσσει δραστηριότητα στο χώρο δράσης αυτής (ΑΠ 1436/2009).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 1170/2009).

Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).

Τέλος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

καθ' όσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, 25/1994, ΑΠ 1652/2010). Αλυσιτελής είναι επίσης και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογίες πλεοναστικές (ΑΠ 1008/2007).

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 281, 211, 214 του Α.Κ. και 2 παρ. 1 ν. 1569/1985, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διέλαβε επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, και συγκεκριμένα όσον αφορά στην, υπό τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, γενομένη δεκτή προγενέστερη συμπεριφορά της ενάγουσας, ήτοι γνώση της για το περιστατικό της λήξης και μη ανανέωσης της αδείας ικανότητας οδήγησης του αναιρεσιβλήτου, κατά το χρόνο της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης (εφόσον το γνώριζε ο αντιπρόσωπός της), είσπραξη ασφαλίστρων κ.λπ., που γίνεται δεκτό ότι δημιούργησε στον αναιρεσίβλητο την πεποίθηση, ότι η αναιρεσείουσα - ασφαλιστική εταιρεία δεν πρόκειται να επικαλεστεί την έλλειψη εμπρόθεσμης ανανέωσης της αδείας ικανότητας αυτού, ο οποίος προέβη στην νόμιμη ανανέωσή της μετά το ατύχημα.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι πλήττει μια πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης, δοθέντος ότι οι αγωγές απορρίφθηκαν λόγω καταχρηστικής άσκησης (υπαρκτού) δικαιώματος και όχι για έλλειψη του δικαιώματος αυτού, επειδή ερμηνεύθηκε, πλεοναστικώς, ότι ο ως άνω όρος του ασφαλιστηρίου δεν απέβλεπε στην τυπική προϋπόθεση της ύπαρξης αδείας ικανότητας του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικό προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1641/2008). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι ανέγνωσε λανθασμένα την .../ 1977 άδεια ικανότητας οδήγησης του αναιρεσιβλήτου, με τις προδιαληφθείσες παραδοχές, ειδικότερα δε με την περικοπή: "Ο εναγόμενος, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγού, διότι η άδεια ικανότητας είχε λήξει από το έτος 2000, κατάρτισε την προαναφερομένη σύμβαση ασφαλίσεως στην Κοζάνη με τον πράκτορα της ενάγουσας (ασφαλιστικής εταιρίας) εν γνώσει του τελευταίου ότι δεν έχει άδεια οδηγήσεως, αλλά και ότι θα οδηγούσε το ασφαλιζόμενο όχημα, χωρίς την εν λόγω άδεια...".

Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση ακριβούς αντιγράφου της εν λόγω αδείας, στο ένα φύλλο αυτής αναγράφονται τα στοιχεία αυτού, η αρχική ημερομηνία έκδοσης, ο αριθμός της αδείας και ο χρόνος λήξης αυτής (23-2-2000), ενώ στο έτερο φύλλο με τίτλο ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ αναγράφεται εκ νέου ο αριθμός της αδείας και αμέσως μετά "Ισχύει μέχρι 12-7-2006, Κοζάνη 12-2-2003, Ο προϊστάμενος Α.

Μ.", στη δε διπλανή στήλη με τίτλο ΑΝΑΝΕΩΣΕΙΣ αναγράφεται ότι "Ανανεώνεται και ισχύει μέχρι 23-2-2003, Ο εξουσιοδοτημένος υπάλληλος Α. Σ.". Από τις ανωτέρω εγγραφές στο δεύτερο φύλλο, τις οποίες το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει, καθίσταται σαφές ότι η .../1977 άδεια οδήγησης του αναιρεσιβλήτου ανανεώθηκε δύο φορές, την πρώτη φορά, μετά τη λήξη της την 23-2-2000, μέχρι την 23-3-2003, και τη δεύτερη φορά στις 12-2-2003, δηλαδή λίγο πριν λήξει η ισχύς της πρώτης ανανέωσης, μέχρι και την 12-7-2006.

Επομένως, τόσο κατά το χρόνο σύναψης της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, που έλαβε χώρα στις 24-9-2005, οπότε και εκδόθηκε το υπ' αρ. ... ασφαλιστήριο αρχικό συμβόλαιο, όσο και κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (12-6-2006) η ανωτέρω άδεια ικανότητας οδήγησης του αναιρεσιβλήτου ήταν σε ισχύ και δεν είχε λήξει. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, διότι, υπό την ως άνω παραδοχή, η αγωγή θα έπρεπε και πάλι να απορριφθεί, ως αβάσιμη, διότι καταρρίπτεται ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος είχε λήξει η άδεια οδήγησης του αναιρεσιβλήτου, χωρίς ο τελευταίος να έχει προβεί στην ανανέωσή της.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 5/3-2-2014 αίτηση για αναίρεση της 124/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ