Legislator Case Law & Legislation
2020/2010 AI generated

2020/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2020/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2020/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη εισαγγελική αρχή ή και στην αστυνομική αρχή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2020 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2020/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 21195/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 881/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την 21195/2010 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα) την υπ' αριθμ. 7891/23-5-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 41049/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε αυτός σε συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα δύο (42) μηνών, η οποία μετετράπη προς 1.500 δρχ. ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 4.000.000 δρχ., για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη από 17-6-2010 αίτηση αναιρέσεως, (με δήλωση στο Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία περιέχει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, η υπό την ίδια ημερομηνία αίτηση αναιρέσεως που άσκησε αυτός (αναιρεσείων) με δήλωση κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με κατάθεση στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη, διότι για να συντελεστεί η δια δηλώσεως άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα, πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλον τρόπο.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο.

Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΟλΑΠ 6/94 και 4/95).

Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά είναι η επίδοση ως "αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως του.

Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη εισαγγελική αρχή ή και στην αστυνομική αρχή.

Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας, διαμονής ή επαγγελματικής εγκατάστασης θεωρείται ο αναγραφόμενος στη μήνυση ή στην έγκληση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 21195/2010 απόφασή του απέρριψε ως εκπρόθεσμη την υπ' αριθμ. 7891/2008 έφεση του εκκαλούντος αναιρεσείοντος κατά της 41049/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ακόλουθη αιτιολογία: "όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτής της δικογραφίας η εκκαλουμένη με αριθμό 41049/2000 ερήμην απόφαση του ΜΠΑ επιδόθηκε την 14-3-2001 στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής στην οδό ... (βλ.

το από 14-3-2001 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα Τ. Β.). Ο κατηγορούμενος την 23-5-08 κατέθεσε το δικόγραφο της κρινόμενης εφέσεως του επί του οποίου εξέθεσε ότι την άσκησε εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της αποφάσεως διότι επιδόθηκαν σε κατάστημα από το οποίο είχε αποχωρήσει.

Τον ίδιο ισχυρισμό επανέφερε και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου προκειμένου να αιτιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης εφέσεώς του. Περί αυτού κατέθεσε η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυς, σύζυγός του. Τα υπ' αυτής κατατεθέντα όμως δεν δύναται να γίνουν πιστευτά αφού δεν επιβεβαιώνονται από την προσκομιδή εγγράφων στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της.

Εξάλλου, η υπ' αριθμ. 5468/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία σε άλλη δίκη, έκανε δεκτούς τους σχετικούς ίδιους ισχυρισμούς δεν δεσμεύει το δικαστήριο αυτό, το οποίο έχει την δυνατότητα να τους εκτιμήσει διαφορετικά. Κατόπιν αυτών, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα (περίπου 7 χρόνια μετά την επίδοση της εκκαλουμένης).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκκαλών γνώριζε την εκκρεμότητα του αυτή με το ΙΚΑ και τα ποινικά δικαστήρια που υπήρχαν, αφού ως προκύπτει από την δικογραφία είχε και άλλες υποθέσεις, και έπρεπε να τις παρακολουθεί, μπορούσε δε να πληροφορηθεί την πορεία της και να ενημερώσει το ΙΚΑ και την Εισαγγελία Αθηνών περί της πραγματικής του διευθύνσεως αν πλέον δεν ίσχυε η ..., την οποία το ΙΚΑ γνώριζε μόνο".

Από την 7891/23-5-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών ζήτησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Βλάχου την παραδοχή της εφέσεως του και την εξαφάνιση της προσβληθείσης με αυτήν αποφάσεως με την εξής αιτιολογία για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως: "διότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της απόφασης διότι επιδόθηκαν σε κατάστημα από το οποίο είχε αποχωρήσει".

Ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν αναφέρεται πια ήταν η γνωστή του αναιρεσείοντος κατοικία κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκληθείσης αποφάσεως και αν την κατοικία αυτή την είχε γνωστοποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της ως άνω αποφάσεως, πράγμα που δεν ανέφερε και ενώπιον του Εφετείου (Τριμ.

Πλημ/κείο) όταν, κατά την εξέταση του εμπροθέσμου της εφέσεως του αυτός δια του συνηγόρου του περιορίστηκε να εκθέσει τα πιο πάνω αναφερόμενα. Για πρώτη φορά δε γίνεται αναφορά ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο κατηγορούμενος είχε γνωστή κατοικία στην οδό ..., κατά την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρας συζύγου του Β.

Π.. Προσθέτως, και αν θεωρηθεί ότι ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) προέβαλε με την έφεση ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν λόγους ανώτερης βίας που δικαιολογούν την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Εξάλλου στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 41049/2000 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 14-3-2001, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα του Α.Τ.

Συντάγματος Β. Τ., που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως (23-5-2008), ο οποίος είναι μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεις αποφάσεως του δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει περαιτέρω το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως.

Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση του, ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στην γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υποχρεούτο το δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που η μάρτυράς του ανέφερε (και όχι ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, στην έκθεση εφέσεως), η οποία (μάρτυρας) εκ περισσού εξετάστηκε στο ακροατήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη από 17-6-2010 αίτηση του Κ. Ζ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21195/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υπό την ίδια ως άνω ημερομηνία αίτηση αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ