Legislator Case Law & Legislation
2020/2007 AI generated

2020/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2020/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2020/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, προκειμένου περί περιοδικών παροχών, που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, αλλά απορρέουν αμέσως από νόμο ή δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία, υπάρχουν δύο αξιώσεις, ήτοι α) αξίωση από τοΝόμο ή τη δικαστική απόφαση ή τη δικαιοπραξία προς λήψη περιοδικών παροχών και β) χωριστή και αυτοτελής αξίωση για λήψη συγκεκριμένης περιοδικής παροχής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2020 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2020/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Πολύμερο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 344/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 250 αριθ. 17 Α.Κ. σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής, που καταβάλλεται περιοδικά, ενώ κατά το άρθρο 254 Α.Κ., αν πρόκειται για περιοδικές παροχές, που οφείλονται αυτοτελώς και δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αρχίζει από το χρονικό σημείο, που η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση έγινε απαιτητή.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, προκειμένου περί περιοδικών παροχών, που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, αλλά απορρέουν αμέσως από νόμο ή δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία, υπάρχουν δύο αξιώσεις, ήτοι α) αξίωση από τοΝόμο ή τη δικαστική απόφαση ή τη δικαιοπραξία προς λήψη περιοδικών παροχών και β) χωριστή και αυτοτελής αξίωση για λήψη συγκεκριμένης περιοδικής παροχής.

Για την πρώτη ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο (άρθρ. 249 Α.Κ. ) και για τη δεύτερη ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 Α.Κ.. Εάν παραγραφεί η κυρία αξίωση, δηλαδή το καθολικό δικαίωμα για λήψη περιοδικών παροχών, συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες αυτοτελείς αξιώσεις για λήψη των επί μέρους παροχών, έστω και αν γι΄ αυτές δεν έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή (άρθρ. 274 Α.Κ.).

Ειδικότερα, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας ο μισθωτός έχει κατά του εργοδότη δύο δικαιώματα, ήτοι α) το δικαίωμα για λήψη των περιοδικώς καταβαλλομένων μισθών και πάσης φύσεως επιδομάτων, που απορρέει από την ατομική σύμβαση εργασίας του, τις κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ και το νόμο και β) το δικαίωμα για λήψη κατά ορισμένη χρονική περίοδο (εβδομάδα, δεκαπενθήμερο, μήνα κλπ) ορισμένου χρηματικού ποσού, ως μισθού, για την παρασχεθείσα εργασία του κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, το οποίο (δικαίωμα) πηγάζει από το προαναφερόμενο καθολικό δικαίωμά του προς λήψη περιοδικών μισθών.

Το πρώτο δικαίωμά του, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο κατέστη απαιτητός ο πρώτος μισθός, δηλαδή, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, από το τέλος του ορισμένου κατά η διάρκεια της συμβάσεως για τον υπολογισμό του μισθού χρονικού διαστήματος, που έπρεπε να καταβληθεί ο πρώτος μισθός (άρθρ. 655 Α.Κ.).

Το δεύτερο προς λήψη αυτοτελούς μισθού για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που παρείχε την εργασία του, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η αξίωσή του προς καταβολή του συγκεκριμένου αυτοτελούς μισθού.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την από 14-4-2003 ένδικη αγωγή της ότι στις 7-12-1982 προσλήφθηκε από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια και έκτοτε προσέφερε σ΄ αυτή και στη συνέχεια, μετά τη συγχώνευσή της κατά μήνα Νοέμβριο 1998, στην αντίδικό της με την εν λόγω ιδιότητά της, αλλά και ως κλητήρας τις υπηρεσίες της, καλύπτοντα πάγιες και διαρκείς ανάγκες με πλήρη απασχόληση πέντε ημερών την εβδομάδα επί οκτώ ώρες ημερησίως και σαράντα ώρες συνολικά και αμειβόμενη με τις αποδοχές ανειδίκευτου εργάτη.

Ότι η αναιρεσίβλητη και πριν απ΄ αυτή η ως άνω δικαιοπάροχός της χαρακτήριζαν την εν λόγω σύμβασή της ως σύμβαση μερικής απασχολήσεως, υποχρεωθείσα να υπογράψει διαδοχικώς κατά τα έτη 1984 έως 1994 και σχετικό έγγραφο περί αυτής, όπου έφερε τα στοιχεία της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, με συνέπεια να στερηθεί τις ευμενείς μεταχειρίσεις, που απολαμβάνουν οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης με πλήρη απασχόληση.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι από 7-12-1982 και εφεξής εργάζεται στην αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μόνιμη και ολικής απασχολήσεως υπάλληλος αυτής και συγκεκριμένα, ως καθαρίστρια με πρόσθετα καθήκοντα κλητήρα και να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί σε διάφορες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 31-3-2003, αμοιβή λόγω υπερεργασιακής απασχολήσεως κατά την αυτή χρονική περίοδο, επίδομα στολής για τα έτη 2001-2002 και επίδομα καυσίμων για τη χειμερινή περίοδο των ετών 2002-2003.

Κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού παρέπεται ότι όλα τα κονδύλια αυτά συνδέονται με την εργασία της αναιρεσείουσας, καθ΄ όλη τη διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος από 7-12-1982 και εφεξής μέχρι το έτος 2003, ως υπαλλήλου πλήρους απασχολήσεως της αναιρεσίβλητης, ενώ ο μισθός αυτής, η αμοιβή της λόγω υπερεργασίας και τα επιδόματα στολής και καυσίμων, κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ήταν καταβλητέα από το χρόνο της προσλήψεώς της.

Η σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας πηγάζει το καθολικό δικαίωμα αυτής προς λήψη των αποδοχών, της αμοιβής για υπερεργασία και των εν λόγω επιδομάτων. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη προέβαλε παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής του καθολικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση αυτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, διότι το δικαίωμα της τελευταίας να απαιτήσει τις επίδικες περιοδικές παροχές γεννήθηκε με την πρόσληψη αυτής από την αντίδικό της στις 7-12-1982, οπότε άρχισε να τρέχει η εικοσαετής παραγραφή του εν λόγω καθολικού δικαιώματός της, η οποία συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 23-4-2003, εντεύθεν δε απέρριψε την αγωγή αυτή, ως παραγεγραμμένη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού το καθολικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας προς λήψη των περιοδικών αυτών παροχών, από το οποίο εξαρτόταν το αναγνωριστικό αίτημα αυτής ότι από τις 7-12-1982 τη συνέδεε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, και από το οποίο απορρέουν οι μερικότερες ως άνω επίδικες περιοδικές αξιώσεις αυτής, γεννήθηκε κατά το χρόνο, που κατέστη απαιτητή μετά την πάροδο μηνός από το χρόνο της προσλήψεως η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση κάθε επί μέρους περιοδικής παροχής, ήτοι της διαφοράς αποδοχών (άρθρ. 655 Α.Κ.), της αμοιβής λόγω υπερεργασιακής απασχολήσεως (άρθρ. 3, 6 και 8 της από 26-2-1975 ΕΣΣ, που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975) και των ως άνω επιδομάτων, τα οποία, όπως προεκτίθεται, χορηγούνταν από τη Διοίκηση της Τράπεζας, κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, περιοδικώς τουλάχιστον από το χρόνο της προσλήψεως της αναιρεσείουσας, οπότε τα δικαιούταν και αυτή από τον εν λόγω χρόνο.

΄Εκτοτε άρχισε να τρέχει η παραγραφή του δικαιώματος αυτού, η οποία συμπληρώθηκε με την παρέλευση εικοσαετίας πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.-

Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρ8σιμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο το υπό κρίση καθολικό δικαίωμα αυτής, από το οποίο απορρέουν οι επίδικες περιοδικές παροχές, γεννήθηκε με την πρόσληψή της το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1982.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφού συνιστά συμπέρασμα του Εφετείου, το οποίο συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα, από την ομολογία της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-2-2006 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 344/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ