Legislator Case Law & Legislation
201/2025 AI generated

201/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 201/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

201/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησε δε, μετά από περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2011 έως Σεπτέμβριο του 2012, επικουρικά τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 201 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 201/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Κωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης από την εκκαθαρίστρια αυτής, τραπεζική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντιγόνη Κίσσα. και Ιωάννη Μεγαλούδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-2-2012 και 29-3-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 253/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1938/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί αναιρεσείων με την από 9-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 9-10-2019 (αρ.εκθ.καταθ. …/…/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1938/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αμοιβών). Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ένδικη υπόθεση είχε την εξής δικαστική διαδρομή: Με την από 12-2-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, εξέθετε ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 22-8-1984 με έμμισθη εντολή και πάγια αντιμισθία, ότι στις 16-2-2010 η εναγομένη -που είχε ήδη τεθεί σε ειδική εκκαθάριση από το έτος 2009- κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής και απέλυσε και το σύνολο του προσωπικού της. 'Ότι στις 1-4-2010 τον επαναπροσέλαβε με όμοια σύμβαση, και τελικά στις 30-11-2011 κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή. 'Ότι η γενομένη καταγγελία είναι άκυρη γιατί:

α) υπογράφεται από τον Δ/νοντα Σύμβουλο της εκκαθαρίστριας και όχι από τον ειδικό πληρεξούσιο της εκκαθάρισης, ενώ δεν συγκοινοποιήθηκε σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) το πληρεξούσιο έγγραφο, β) δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη διαδικασία ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής καταγγελίας εμμίσθου εντολής δικηγόρων που προβλεπόταν από τον Κανονισμό Λειτουργίας Νομικών Υπηρεσιών της "Ολυμπιακής Αεροπορίας", που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, γ) δεν αναφέρεται στο έγγραφο ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης, αφού, εφόσον υπάρχει Κανονισμός Λειτουργίας η καταγγελία είχε μετατραπεί σε αιτιώδη, δ) δεν του καταβλήθηκε η πλήρης αποζημίωση γιατί δεν συνυπολογίστηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές στο ΤΝ, ΤΠΔΑ και ΚΕΑΔ που η εναγομένη του κατέβαλλε κατά επιχειρησιακή συνήθεια η οποία συμπεριλήφθηκε στον Κανονισμό, και, τέλος, ε) ασκήθηκε καταχρηστικά για λόγους εκδίκησης. 'Ότι με την ως άνω καταγγελία η εναγομένη προσέβαλε την προσωπικότητά του, και με βάση το ως άνω ιστορικό ζήτησε, μετά από περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2011 έως Σεπτέμβριο του 2012, επικουρικά τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης.

Με τη δεύτερη, από 29-3-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ίδιος ενάγων, ισχυρίστηκε ότι μετά την καταγγελία της 30-11-2011, αυτός επέδωσε στην εναγομένη την από 2-12-2011 εξώδικη δήλωσή του και ακολούθως η εναγομένη ανακάλεσε εν τοις πράγμασι την πρώτη καταγγελία, αφού συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και του κατέβαλε την αμοιβή του για μέρος του μηνός Δεκεμβρίου 2011.'Ότι με την από 5-12-2011 εξώδικη καταγγελία, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής. 'Ότι και αυτή η καταγγελία είναι άκυρη και καταχρηστική για τους ίδιους λόγους που αναφέρει στην πρώτη αγωγή και επέφερε προσβολή στην προσωπικότητά του.

Ζήτησε δε, μετά από περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2011 έως Σεπτέμβριο του 2012, επικουρικά τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο συνεκδίκασε τις αγωγές και τις απέρριψε ως ουσία αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 253/2014 απόφασή του. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη εφέσεις, και δη η από 25-7-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την από 16-1-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ενώ αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση του ενάγοντος, ακολούθως την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ενάγων με την αναίρεσή του.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 14Α ν.3429/2005 (ΦΕΚ 314Α') και τίτλο "Ειδική εκκαθάριση δημόσιων επιχειρήσεων", ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "1. Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυση τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξη του ως εκκαθαριστή.......2.........3........4.

Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεων της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής διοικεί, διαχειρίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση...." Περαιτέρω, για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πέρα από την τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 669, 670 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955, ήτοι τήρηση έγγραφου τύπου και προθεσμίας, καθώς και καταβολή της προβλεπόμενης αποζημιώσεως, απαιτείται η καταγγελία να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο - πληρεξούσιό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 232, 233 του ΑΚ, εφόσον δε ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου, η καταγγελία γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, χωρίς μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, να απαιτείται η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, κατ' άρθρο 226 ΑΚ. (ΑΠ 745/2024) Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 3 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920, για τις ανώνυμες εταιρείες ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας.

Ειδικότερα, καθορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα, τα οποία θα εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένες μόνο πράξεις.

Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ως άνω Κ.Ν. 2190/1920 ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα, επί των οποίων η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρείας, με ανάλογο περιορισμό της παραγράφου 2 του άνω άρθρου 18.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο είναι το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της.

Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και της διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, να ανατεθεί, εν όλω ή εν μέρει, με το καταστατικό της, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Για τον λόγο αυτό, ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με τον δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με την εταιρεία και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 1946/2022, 1534/2014). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, διαφορετικά είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 16/2023, 1230/2014, 402/2014).

IV. Από την επισκόπηση, κατ' άρθρ.562 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μ' αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω με AM ….. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, απασχολήθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία 'Ολυμπιακή Αεροπορία- Υπηρεσίες Α.Ε.' με την από 22.8.1984 σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του 'Κώδικος περί Δικηγόρων', μέχρι και την 16.2.2010, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 Α του ν.3429/2005, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν.3710/2008, λόγω της θέσης της εταιρίας σε ειδική εκκαθάριση με την υπ'αριθμ. 5716/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή διορίστηκε αρχικά ως εκκαθαρίστρια η εταιρία με την επωνυμία 'Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε.', διάδοχος της οποίας είναι η 'Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε.' λόγω της απορρόφησης της πρώτης από την δεύτερη (..........). Μετά από αίτημα του ενάγοντος, προκειμένου να επωφεληθεί αυτός των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου για απόληψη μεγαλύτερης σύνταξης από τo ΙΚΑ, η εναγόμενη την 16.2.2010, όπως προαναφέρθηκε, κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση.

Ακολούθως μετά από αίτημα του ενάγοντος ο τελευταίος την 1.4.2010 προσελήφθη με σύμβαση έμμισθης εντολής με την από 313.2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αρχικής ειδικής εκκαθαρίστριας (........), κατόπιν εισήγησης του ειδικού πληρεξουσίου της Μ. Κ., στην εναγόμενη με πάγια αντιμισθία ύψους 3.500 ευρώ (μικτά), προκειμένου να παρέχει, στα γραφεία της τελευταίας (υπό εκκαθάριση εταιρίας), στον πρώην Δυτικό Αερολιμένα στο Ελληνικό Αττικής, τις νομικές του υπηρεσίες για την διεκπεραίωση των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεών της.

Μετά την σύναψη της ως άνω σύμβασης ο ενάγων δεν υπήρξε συνεπής κατά την εκτέλεση των εργασιών που του ανατίθενταν και συγκεκριμένα δεν έδειχνε την απαιτούμενη επιμέλεια που απαιτούσαν οι διάφορες υποθέσεις της υπό εκκαθάριση εταιρίας και καθυστερούσε στη διεκπεραίωση αυτών. Η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος κλόνισε την εμπιστοσύνη τόσο του ειδικού πληρεξουσίου της εκκαθαρίστριας εταιρίας όσο και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, Α.

Μ.. Λόγω του κλονισμού της εμπιστοσύνης αλλά και του γεγονότος ότι το έργο της εκκαθάρισης έβαινε μειούμενο και απαιτείτο η μείωση των δαπανών στις 30.11.2011 η υπό εκκαθάριση τελούσα εταιρία, εκπροσωπούμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπο - διευθύνοντα σύμβουλο της εκκαθαρίστριας εταιρίας, Α. Μ., επέδωσε με θυροκόλληση στην δηλωθείσα σε αυτήν, κατά την κατάρτιση της από 1.4.2010 σύμβασης, επαγγελματική κατοικία του ενάγοντος επί της οδού …..

στην Αθήνα, την με ίδια ημερομηνία καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, ενώ ταυτόχρονα κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την κατ'άρθρο 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση, ύψους 4.083,30 ευρώ. Με την από 2.12.2011 εξώδικη απάντησή του, η οποία επεδόθη την ίδια ημερομηνία στην εναγόμενη εταιρία, ο εναγών απέκρουσε την άνω καταγγελία δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτή.

Μετά την ως άνω απάντηση η εναγόμενη εξακολούθησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και κατέβαλε στον τελευταίο και μέρος των αποδοχών του μηνός Δεκεμβρίου, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.12 έως 5.12.2011, το ποσό των 677,42 ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει τη βούλησή της να ανακαλέσει την ως άνω καταγγελία.

Κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση από 12.2.2012 (.......) αγωγή, με την οποία ο ενάγων αιτείται την αναγνώριση της ακυρότητας της από 30.11.2011 καταγγελίας και την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγόμενης να του καταβάλει το ποσό των 33.563 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο του 2011 έως και Σεπτέμβριο του 2012, επικουρικά δε το ποσό των 305,28 ευρώ ως συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης λόγω της καταγγελίας και την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγόμενης να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 6.12.2011 η εναγόμενη υπό εκκαθάριση τελούσα εταιρία, εκπροσωπούμενη από την εκκαθαρίστρια εταιρία με την επωνυμία 'Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε.' η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Α. Μ. (βλ. ΦΕΚ 4491/21.6.2011 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), επέδωσε με θυροκόλληση στην επαγγελματική κατοικία του ενάγοντος, οδός Πανεπιστημίου αρ.61 στην Αθήνα, όπως αυτή είχε δηλωθεί από τον τελευταίο στην από 2.12.2011 εξώδικη απάντησή του που κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη και έχει δηλωθεί από τον ίδιο ως τέτοια στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, την από 5.12.2011 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία - καταγγελία συμβάσεως έμμισθης εντολής με την οποία κατήγγειλε την από 1.4.2010 μεταξύ τους υπογραφείσα σύμβαση έμμισθης εντολής, ενώ ταυτόχρονα κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την κατ'άρθρο 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση, ύψους 4.083,30 ευρώ.

Για την καταγγελία αυτή, η οποία υπογράφεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εκκαθαρίστριας δεν απαιτείτο να συγκοινοποιηθεί, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, το πληρεξούσιο έγγραφο του υπογράφοντος την καταγγελία, αφού αυτός (ο υπογράφων) νομίμως εκ του καταστατικού εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ήτοι την ως άνω αναφερόμενη εκκαθαρίστρια εταιρία, και όχι δυνάμει πληρεξουσιότητας, και για την επέλευση των αποτελεσμάτων της μονομερούς αυτής δικαιοπραξίας αρκεί απλή δήλωση βουλήσεως, γινομένη προς τον σκοπό αυτό, και δεν απαιτείτο για το κύρος της πράξεως να επιδειχθεί στον ενάγοντα πληρεξούσιο έγγραφο, διότι η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ, που επιβάλλει την επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, εφαρμόζεται μόνο επί εκούσιας αντιπροσωπεύσεως και δεν επιδέχεται ανάλογη εφαρμογή και επί των νομίμων αντιπροσώπων, όπως είναι και ο διοικών και εκπροσωπών την εκκαθαρίστρια εταιρία (το νομικό πρόσωπο)-διευθύνων σύμβουλός της, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αφ' ής στιγμής η ανώνυμη η εταιρία με την επωνυμία 'Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες Α.Ε' ετέθη υπό ειδική εκκαθάριση με την υπ'αριθμ. …../2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, {η οποία (ειδική εκκαθάριση) συνιστά για τον εκκαθαριστή και μόνο σπουδαίο λόγο για την καταγγελία των συμβάσεων του προσωπικού της}, ο εκκαθαριστής αυτής κατήγγειλε το σύνολο σχεδόν των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού που συνδέονταν με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, ακολούθως δε ο εκκαθαριστής ξεκίνησε τη διαδικασία πώλησης με έναν ή και περισσότερους δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, των επί μέρους στοιχείων που συνθέτουν το ενεργητικό της επιχείρησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι πόσης φύσεως απαιτήσεις και δικαιώματα.

Η υπό εκκαθάριση τελούσα εταιρία έκτοτε έπαψε να λειτουργεί ως εταιρία έχουσα εμπορικό σκοπό και υφίσταται μόνον χάριν της εκκαθάρισης με συνέπεια ο Κανονισμός Λειτουργίας των Νομικών Υπηρεσιών της να έχει πάψει να ισχύει αφού, μετά τη θέση της σε ειδική εκκαθάριση, έπαψε να υφίσταται η δομή των νομικών υπηρεσιών της δεδομένου ότι καταγγέλθηκαν όλες οι συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόροι πλην μίας, αυτής της δικηγόρου Α.

Κ., της οποίας η σύμβαση εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερον. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκε η διαδικασία ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής καταγγελίας εμμίσθου εντολής Δικηγόρων, η οποία προβλεπόταν από τον Κανονισμό Λειτουργίας των Νομικών Υπηρεσιών της ΟΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έτερος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι προϋπόθεση για την καταγγελία ήταν η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, λόγω της ύπαρξης του ως άνω Κανονισμού, αφού, ως προαναφέρθηκε, ο Κανονισμός αυτός έπαψε να ισχύει από τότε που η ως άνω εταιρία ετέθη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, πολλώ δε μάλλον που η θέση σε ειδική εκκαθάριση αποτελεί από μόνη της σπουδαίο λόγο, όπως προαναφέρθηκε, και για την καταγγελία των συμβάσεων έμμισθης εντολής δικηγόρων, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 14Α παρ.4 του ν.3429/2005.

Περαιτέρω ο ενάγων, ο οποίος και φέρει τo βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε ότι είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου, άκυρη η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του εκ μέρους της εναγόμενης επειδή υπαγορεύθηκε από καθαρή κακοβουλία και από λόγους εκδίκησης, ως ισχυρίζεται, και τούτο διότι ο τελευταίος συναρτά την κακοβουλία και τους λόγους εκδίκησης με την μη τήρηση της διαδικασίας ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής καταγγελίας εμμίσθου εντολής Δικηγόρων, η οποία προβλεπόταν από τον Κανονισμό Λειτουργίας των Νομικών Υπηρεσιών της ΟA, και η οποία, ως προαναφέρθηκε, έπαψε να υφίσταται αφής στιγμής έπαψε να ισχύει ο προαναφερόμενος Κανονισμός με την θέση υπό ειδική εκκαθάριση της εταιρίας και καταγγελία όλων των έμμισθων εντολών των δικηγόρων, πλην μίας, ως προαναφέρθηκε, αλλά και σχεδόν ολόκληρου του προσωπικού της.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε πλήρως ότι η εναγόμενη, ως αυτή εκπροσωπείται από την εκκαθαρίστρια εταιρία, άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα μέσα στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος καθόσον οι εργασίες της εκκαθάρισης έβαιναν μειούμενες και απαιτείτο η μείωση των δαπανών σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο ενάγων εκτελούσε τις εργασίες που του ανατίθενταν χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια που απαιτούσαν οι διάφορες υποθέσεις της υπό εκκαθάριση εταιρίας και καθυστερούσε στη διεκπεραίωση αυτών.

Ακόμη, όμως, και αν δεν είχαν αποδειχθεί οι παραπάνω λόγοι απόλυσης που επικαλείται η εκκαθαρίστρια, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, τούτο δεν θα ασκούσε καμία επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον ενάγοντα καταχρηστικής λύσης της έμμισθης εντολής, αφού είναι αυτός (ενάγων) που φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την λύση της έμμισθης εντολής και όχι το αντίθετο και στην προκειμένη περίπτωση, δεν απέδειξε τον σχετικό ισχυρισμό του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ούτε ηθική βλάβη του ενάγοντος, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτή προκλήθηκε από την επικαλούμενη καταχρηστική καταγγελία, η οποία όμως κατά τα άνω. δεν αποδείχθηκε και συνεπώς, η από 29.3.2012 (......) αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της από 5.12.2011 καταγγελίας της από 1.4.2010 σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών που υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης εταιρίας και για υποχρέωση της τελευταίας για καταβολή μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν...." V.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 19 του ίδιου άρθρου), ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 68, 70, 74, 158, 159, 167, 216, 217, 226, 232, 669, 672 ΑΚ, 18, 22 και 49 ν.2190/20, 14α ν.3429/2005, 63 παρ.5 ΚΔ/1954.

Ειδικότερα διαλαμβάνει ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το έγγραφο της από 5-12-2011 καταγγελίας καλώς υπογράφηκε από μόνον τον διευθύνοντα σύμβουλο της εκκαθαρίστριας, χωρίς να χρειάζεται η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, διότι το πρόσωπο που την υπέγραψε δεν είχε σχετική εξουσία, καθ' όσον θα έπρεπε να έχει προηγηθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αρχικής εκκαθαρίστριας με αντικείμενο είτε τη συντέλεση της καταγγελίας είτε την παροχή στο διευθύνοντα σύμβουλο εξουσιοδότησης να προβεί στην καταγγελία, η οποία να κοινοποιηθεί στον ίδιο (αναιρεσείοντα), πράγμα που δεν έγινε εν προκειμένω και συνεπώς η καταγγελία ήταν άκυρη.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων 74, 159, 160, 174, 288, 361, 669 και 672 ΑΚ, 49 ν.2190/20, 14α ν.3429/2005, 63 παρ.5 ΚΔ/1954, άρθρ.1, παρ.6α ν.2602/1998, 14 και 15 του κυρωθέντος με τον τελευταίο νόμο "Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού Ο.Α.", 9ο της 725/09-12-1998 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης περί κατάρτισης του "Κανονισμού Λειτουργίας των Νομικών Υπηρεσιών ΟΑ", που εκδόθηκε στα πλαίσια νομοθετικής εξ/σης που παρασχέθηκε με το άρθρ.1, παρ.6α ν.2602/1998, σε συνδ.

με άρθρ.2 παρ.1, 5 παρ.1, 106, 17 παρ.1, 20 παρ.2, 21 και 25 παρ.1 Συντάγματος, 1 του 1ου πρόσθ. πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ και 1 έως 5 του π.δ. 178/2002 και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η εκκαθάριση έθεσε τέλος στην εμπορική δραστηριότητα της Ολυμπιακής Αεροπορίας και (ότι) συνεπώς δεν εφαρμόζεται ο παραπάνω Κανονισμός, ο οποίος καθιστά την καταγγελία αιτιώδη, ούτε απαιτείται η συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθ' όσον: α) με βάση την παράγραφο 4 του προεκτεθέντος άρθρου 14Α του ν.3429/2005, αρμόδιος για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως επιχείρησης που έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ακόμη και της έμμισθης εντολής δικηγόρου, είναι ο εκκαθαριστής, η εκκαθάριση δε, αποτελεί καθαυτή σπουδαίο λόγο προκειμένου ο εκκαθαριστής να προβεί σε καταγγελία, η οποία είναι αζήμια και εναπόκειται στην κρίση και απόφαση του εκκαθαριστή, με γνώμονα το συμφέρον της επιχείρησης.

Συνεπώς, εφόσον την ορισθείσα εκκαθαρίστρια, "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", με βάση το 4491/21-6-11 ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ-ΓΕΜΗ, εκπροσωπεί ο υπογράψας την καταγγελία Α. Μ., ο οποίος, όπως προκύπτει από το καταστατικό της, μαζί με τον Πρόεδρό της και με δυνατότητα να ενεργούν καθένας χωριστά, έχουν την πλήρη εξουσία διοίκησης και εκπροσώπησης της εταιρείας για όλα τα θέματα εκτός από εκείνα που κατά το νόμο απαιτούν συλλογική ενέργεια του Διοικητικού Συμβουλίου, για τα οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω, ως έλκων την εξουσία του από το ίδιο το καταστατικό, ήταν αρμόδιος να προβεί στην καταγγελία, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη χορήγηση πληρεξουσιότητας, β) η ίδια η ειδική εκκαθάριση αποτελεί ex lege σπουδαίο λόγο για την καταγγελία, η οποία εναπόκειται στην κρίση της εκκαθαρίστριας, και εν προκειμένω του φυσικού προσώπου που ενεργεί νόμιμα για λογαριασμό της, και μάλιστα χωρίς να απαιτείται επίκληση του σπουδαίου αυτού λόγου, ο οποίος είναι δεδομένος.

Συνεπώς, με τις ειδικότερες αυτές διατάξεις του άρθρου 14Α του ν.3429/2005, παρακάμπτεται στην κρινόμενη περίπτωση η εφαρμογή του Κανονισμού της Νομικής Υπηρεσίας της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", ο οποίος ήταν εφαρμοστέος μόνον στην περίπτωση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης και όχι μετά τη θέση αυτής σε εκκαθάριση, που αποτελεί ειδικό καθεστώς με συγκεκριμένο, διαγραφόμενο από το νόμο, σκοπό, από το χρόνο ενάρξεως της εκκαθάρισης και μέχρι τη καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη της (ανεξαρτήτως μάλιστα του ότι δεν προβλέπεται ρητά από τον Κανονισμό η ακυρότητα της καταγγελίας σε περίπτωση μη τήρησης της προβλεπόμενης σε αυτόν διαδικασίας).

Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η θέση της επιχείρησης σε εκκαθάριση, ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας, δεν μπορεί να ισχύσει για τη δική του σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταγενέστερα της εκκαθάρισης και για την κάλυψη καθαυτών των αναγκών της εκκαθάρισης, δεν είναι βάσιμη, αφού το καθεστώς της εκκαθάρισης και οι απορρέουσες από το νόμο εξουσίες της εκκαθαρίστριας, μεταξύ των οποίων και η κατά την κρίση της καταγγελία οποιασδήποτε σύμβασης οιουδήποτε αντικειμένου, και συνεπώς και της σύμβασης έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντος, συνεχιζόταν και κατά το χρόνο που αυτή (καταγγελία) εχώρησε.

Τέλος, η απόφαση του Εφετείου, με τις πιο πάνω κρίσεις της σε σχέση με την επικαλούμενη ακυρότητα της από 6-12-2011 καταγγελίας, περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια που της αποδίδεται με το δεύτερο αναιρετικό λόγο.

Οι περαιτέρω αιτιολογίες του Εφετείου ότι επήλθε και κλονισμός της εμπιστοσύνης των εκπροσώπων της εκκαθαρίστριας απέναντι στον ενάγοντα, είναι πλεοναστικές, ως μη ασκούσες οποιαδήποτε επιρροή στη στήριξη του διατακτικού της απόφασης σε σχέση με την εγκυρότητα της καταγγελίας, εφόσον η ίδια η εκκαθάριση, ως σπουδαίος λόγος, δικαιολογούσε αυτοτελώς την καταγγελία.

VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/ 1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης-εργαζόμενος κατά το άρθρο 167 Α.Κ.

Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την αναγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της.

Περαιτέρω η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, της προσφοράς τη εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της συμβάσεως εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο (ΑΠ 919/2022, 65/2012, 557/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ2/2001, ΑΠ 343/2023, 1577/2022, 175/2019). Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 502/2023, 1337/2021).

Τέλος, οι από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δεν ιδρύονται αν παραβιάσθηκαν όχι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά διατάξεις δικονομικού δικαίου, δηλαδή διατάξεις, που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, η παραβίαση των οποίων (δικονομικών διατάξεων), ελέγχεται μόνο με τους ειδικούς λόγους που για συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλέπονται στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 415/2021, 615/2019) Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως "άνευ αντικειμένου" την από 12-2-2012 αγωγή του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 69, 70, 106 και 159 του ΚΠολΔ, άλλως άφησε αδίκαστη την αγωγή του, άλλως απέρριψε αυτή με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός, ως προς μεν την αιτίασή του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι συγκεκριμένες αιτιάσεις δεν συγκροτούν τον ως άνω αναιρετικό λόγο, που αφορά δικονομικά απαράδεκτα και όχι ουσιαστικά, όπως εν προκειμένω που απορρίφθηκε η αγωγή ως άνευ αντικειμένου, δηλαδή λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος που, όπως προεκτέθηκε, η εσφαλμένη κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω ο λόγος αυτός ως προς την αιτίαση του από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ως άνω αγωγής και ρητά απέρριψε αυτή (ΑΠ 968/2018, 54/2017). Τέλος ο λόγος αυτός ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, επειδή δεν γίνεται μνεία στην αναίρεση των ουσιαστικών διατάξεων που παραβιάστηκαν από το Εφετείο, και δη των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/ 1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ.

από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198/1955 και το περιεχόμενο τούτων, προκειμένου να ερευνηθεί, από τις επί της ουσίας παραδοχές της απόφασης, αν υπάρχουν σχετικά με την εφαρμογή τους, ελλείψεις ή εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης σε σχέση με το κύρος της πρώτης καταγγελίας και το αν αυτή απέβαλε την ισχύ της. Η δε επίκληση με τον ως άνω λόγο αναίρεσης της παραβίασης των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 69,70, 106 και 159 ΚΠολΔ δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1719/2017).

Επομένως δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν το αποδεικτικό μέσο, όπως είναι και οι κατά το άρθρο 421 ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος προς απόδειξη ή ανταπόδειξη επουσιώδους, απαραδέκτου ή μη νόμιμου ισχυρισμού του, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (βλ.

ΑΠ 1229/2007).

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω του ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι με αριθμούς 1134, 1180, 1181 και 1182/28-1-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου του, οι οποίες, όπως ισχυρίζεται, κατέτειναν όλες σε απόδειξη του ισχυρισμού του περί προσήκουσας εκτέλεσης των καθηκόντων του και συνακόλουθα περί ελλείψεως σπουδαίου λόγου συντέλεσης των ένδικων καταγγελιών. Ο λόγος αυτός, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα προεκτίθενται, εφόσον η ίδια η εκκαθάριση, ως σπουδαίος λόγος, δικαιολογούσε αυτοτελώς την καταγγελία, η ανυπαρξία άλλου λόγου δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συνεπώς η μη λήψη υπόψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων δεν θα ηδύνατο να επηρεάσει το διατακτικό της απόφασης. VIII. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 180 παρ.1, 183 και 191παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-10-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1938/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ