Legislator Case Law & Legislation
201/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of admissibility and merit regarding quantitative vagueness.

Case Number 201/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the cooperative society's appeal against the First Instance Court's final judgment ordering payment of 14,182.03 euros. The appellant argued the original claim suffered from quantitative vagueness, but the Court ruled this was a procedural defect already addressed by the appellate court and not a valid ground for retrial. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on quantitative vagueness of the original claim is inadmissible if the specific amount was clearly stated in the pleadings and the appellate court already examined the matter substantively.

Keywords

AI generated
quantitative vagueness admissibility of appeal cooperative society legal costs Code of Civil Procedure final judgment retrial grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 1667/1986
Articles 8 and 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 5/2019
Supreme Court Judgment 59/2019
Supreme Court Judgment 143/2018
Supreme Court Judgment 15/2000
Supreme Court Judgment 932/2014
Supreme Court Judgment 760/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 201 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 201/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Δ., κατοίκου Δεσκάτης Γρεβενών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Μπασδέκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/4/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 16/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με αριθμό 159/16-2-2018 έφεση του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Λάρισας, κατά της με αριθμό 439/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, η οποία έκανε δεκτή την από 27-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης 202/2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των 14.182,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως υπόλοιπο της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας της ενάγουσας, η οποία αποχώρησε από τον .... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1667/1986 περί "αστικών συνεταιρισμών και άλλων διατάξεων" ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μία κοινή επιχείρηση".

Η περιουσία του αστικού συνεταιρισμού αποτελείται από το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων, και αυξομειώνεται αναλογικά με την αυξομείωση του αριθμού τους. Ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος, καταβάλλοντας την εισφορά του, συμβάλλει στην αύξηση της περιουσίας αυτής, και ο εξερχόμενος, με την ανάληψη της μερίδας του, στην αντίστοιχη μείωσή της.

Εκτός από την τακτική ή βασική εισφορά των συνεταίρων του άρθρου 4 παρ.3 εδ.δ' και ε' του ν. 1667/1986 και την έκτακτη ή συμπληρωματική εισφορά του άρθρου 11 παρ.1 του ν.1667/1986 και ειδικά μόνο για τους αστικούς συνεταιρισμούς, προβλέπεται ιδιαίτερη εισφορά, που αφορά τους νεοεισερχόμενους συνεταίρους. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ.α' και β' του ν.1667/1986, κάθε νέος συνεταίρος υποχρεούται να καταβάλει, εκτός από το ποσό της μερίδας του και εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης, η οποία φέρεται σε ειδικό αποθεματικό.

Η ρύθμιση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η αρχική περιουσία του συνεταιρισμού, όπως διαμορφώθηκε με τις εισφορές των αρχικών συνεταίρων, αναπροσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λόγω της συμβολής των συνεταίρων. Έτσι, κρίθηκε σκόπιμο και ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος να καλύπτει με την εισφορά του την πραγματική αξία της συμμετοχής του στο συνεταιρισμό.

Η προαναφερόμενη υποχρέωση του νεοεισερχόμενου συνεταίρου να καταβάλει εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να επιφέρει εξίσωση στην συμβολή των συνεταίρων και, κατ' επέκταση, ισότητα αυτών απέναντι στον συνεταιρισμό, η οποία αποτελεί θεμελιώδες συνεταιριστικό δικαίωμα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 ν. 1667/1986 "Ο συνεταίρος που πέθανε διαγράφεται στο τέλος της χρήσης. Έως τότε οι κληρονόμοι του υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι δεν αποκτούν την ιδιότητα του συνεταίρου, τους αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που είχε εισφέρει ο κληρονομούμενος υπολογιζομένης της αξίας της σε πραγματικούς όρους".

Ενώ κατ' άρθρο 10 παρ.2 ιδίου νόμου (1667/1986), η συνεταιριστική συμμετοχή καταργείται για όλους τους συνεταίρους με τη λύση του συνεταιρισμού και, συγκεκριμένα, με το τέλος της εκκαθάρισής του, κατά την οποία (εκκαθάριση) διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη του συνεταιρισμού.

Το δε υπόλοιπο διανέμεται στους συνεταίρους ανάλογα με τις μερίδες τους, εκτός εάν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό. Η συνεταιριστική συμμετοχή μπορεί, όμως, να λυθεί και στη διάρκεια της παραγωγικής λειτουργίας του συνεταιρισμού, μεμονωμένα για κάποιο συνεταίρο, λόγω θανάτου, αποκλεισμού ή οικειοθελούς αποχώρησής του.

Ειδικότερα κατ' άρθρ. 2 παρ.7 και 9 του ως άνω νόμου (1667/1986), όπως η παρ.9 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 76 παρ.1 του Ν. 4583/2018 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του, που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις (3) μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης". "Στο συνεταίρο που αποχωρεί αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις (3) μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση".

Κατά την έννοα της τελευταίας αυτής διάταξης όταν ο νόμος αναφέρεται στην συνεταιριστική μερίδα, που εισέφερε ο αποχωρών συνεταίρος, εννοεί την πραγματική αξία αυτής με βάση την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Αυτό συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.1667/1986, σε συνδυασμό με τις βασικές αρχές λειτουργίας του συνεταιρισμού.

Αν ο αποχωρών συνεταίρος δεν είχε δικαίωμα να λάβει την πραγματική αξία της συνεταιριστικής του μερίδας, θα είχε άνιση μεταχείριση σε σχέση, τόσο με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος συνεταίρου (άρθρο 4 παρ.1 εδ. δ' του ν.1667/1986), όσο και με το συνεταίρο που μετέχει στη διανομή της περιουσίας του συνεταιρισμού κατά τη λύση του (άρθρο 10 παρ.2 του ν.167/1986), οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, λαμβάνουν την πραγματική συνεταιριστική μερίδα, ενώ μια τέτοιου είδους μεταχείριση, δεν συμβαδίζει με την αρχή της ισότητας, που κατεξοχήν χαρακτηρίζει την εταιρία αυτή.

Προς αντίθετη κρίση δεν αρκεί το γεγονός ότι με την αποχώρηση του συνεταίρου και τη λήψη απ' αυτόν της πραγματικής αξίας της μερίδας του, είναι δυνατό να δημιουργηθούν λειτουργικά και οικονομικά προβλήματα στο συνεταιρισμό, γιατί στερείται αυτός ένα ποσό, που μπορεί να είναι σημαντικό, όταν μάλιστα, η αποχώρηση παίρνει μαζικό χαρακτήρα, και συνεπάγεται την αθρόα και σε μεγάλη κλίμακα επιστροφή μερίδων.

Τούτο διότι η αποφυγή των παραπάνω προβλημάτων έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με το άρθρο 2 παρ.7 του ν.1667/1986 (ΑΠ 1397/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., ταυτόσημη σχεδόν με αυτήν του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ., ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αριθμ.19 του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε στον ελλάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: " O εναγόμενος συνεταιρισμός με την επωνυμία ... διέπεται από τις διατάξεις του Ν.1667/1986 "περί αστικών συνεταιρισμών", ιδρύθηκε με την 1999/21-02-1946 απόφαση του Υπουργείου Εργασίας, το δε καταστατικό του εγκρίθηκε με την με αριθμό 2422/1988 πράξη του Ειρηνοδίκη Λάρισας και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία συνεταιρισμών με αύξοντα αριθμό 9/1988, η δε τελευταία τροποποίησή του βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 109/2004 πράξη του Ειρηνοδίκη Λάρισας και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο μητρώου του Αστ.

Συνεταιρισμού με αύξοντα αριθμό 9/2004. Κατά το χρόνο της ίδρυσής του, ο εναγόμενος συνεταιρισμός δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, παρά μόνο τις υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες, με τις οποίες τα ιδρυτικά μέλη υποχρεωτικά συμμετείχαν στο αρχικό κεφάλαιο του συνεταιρισμού. Μέσα στα επόμενα έτη, όμως, ο εναγόμενος συνεταιρισμός απέκτησε, με την άσκηση της δραστηριότητάς του, περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) και δημιούργησε υποχρεώσεις προς τρίτους, οι οποίες απεικονίζονται στους ετήσιους ισολογισμούς του, όπως τους ενέκρινε με αποφάσεις της η Συνέλευση των μελών του.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, Α. Σ., τυγχάνει φαρμακοποιός, διατηρεί φαρμακείο στη Δεσκάτη Γρεβενών, και έγινε μέλος του διάδικου συνεταιρισμού το 1990. Τον Ιανουάριο του έτους 2012 κατέθεσε αίτηση αποχώρησης, σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού, η οποία (αίτηση) έγινε δεκτή από Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού την 29-05-2012.

Κατά το χρόνο εισόδου της ενάγουσας - εφεσίβλητης στον συνεταιρισμό η αξία της συνεταιριστικής μερίδας των μελών ανερχόταν στο ποσό των 300.000 δρχ ενώ εν συνεχεία, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 68/22-06-2010 απόσπασμα πρακτικού τακτικής γενικής συνέλευσης, δυνάμει της αύξησης του εταιρικού του κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών από την αναπροσαρμογή των παγίων περιουσιακών στοιχείων, εταιρική μερίδα κάθε συνεταίρου καθορίσθηκε σε 7.570,00 ευρώ.

Στον εγκριθέντα ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση ισολογισμό του έτους 2011, που υπογράφεται από τον ορκωτό λογιστή Ν. Γ. περιέχονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου συνεταιρισμού. Με βάση τον εγκριθέντα ισολογισμό του έτους 2011, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων του συνεταιρισμού, που περιλαμβάνει το συνεταιριστικό κεφάλαιο, τις διαφορές αναπροσαρμογής - επιχορηγήσεις επενδύσεων, τα αποθεματικά κεφάλαια και τα αποτελέσματα εις νέο - υπόλοιπο κερδών χρήσεως εις νέον, ανήλθε, κατά το χρόνο εκείνο στο ποσό των 2.610.243,87 ευρώ, ποσό που αποτελεί και την πραγματική καθαρή αξία του συνεταιρισμού κατά τον επίδικο χρόνο.

Άρα, η ενάγουσα δικαιούται, ως αποχωρούσα συνεταίρος, τρεις (3) μήνες μετά την έγκριση από τη Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού της εταιρικής χρήσης του έτους αποχώρησής της, να λάβει την πραγματική αξία της μερίδας της, η οποία προκύπτει από την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού με βάση τον ετήσιο εγκριθέντα ισολογισμό.

Άρα, εφόσον τα μέλη του συνεταιρισμού κατά το χρόνο αποχώρησης της ενάγουσας αποδείχθηκε ότι ήταν εκατόν είκοσι (120) και η καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού ανερχόταν τότε σε 2.610.243,87 ευρώ, η ενάγουσα δικιαιούται το 1/20 (προφανώς 1/120) αυτής, που αντιστοιχεί στη μερίδα της, δηλαδή δικαιούται το ποσό των (2.610.243,87:120=) 21.752,03 ευρώ.

Σημειώνεται, ότι ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος συνεταιρισμός εκθέτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του επιδίκασε στην εφεσίβλητη την πραγματική αξία της συνεταιριστικής της μερίδας με βάση τον εγκριθέντα ισολογισμό και όχι την ονομαστική αξία, όπως αυτή καθορίσθηκε από το καταστατικό (12.3) και εν τέλει αποτιμήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του εκκαλούντος της 22.06.2010 στο ποσό των 7.570,00 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο, θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, από την ερμηνεία των αναφερομένων εκεί διατάξεων του Ν.1667/1986, σε συνδυασμό με τις βασικές αρχές που διέπουν το συνεταιρισμό, ως εμπορική εταιρία, προκύπτει ότι ο αποχωρών συνεταίρος δικαιούται να λάβει τη συνεταιριστική μερίδα που είχε εισφέρει κατά την είσοδό του στον συνεταιρισμό, υπολογιζομένης της αξίας της σε πραγματικούς όρους με βάση την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας εταιρικής χρήσης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία της συνεταιριστικής της μερίδας, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγόμενου - εκκαλούντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο εκκαλών συνεταιρισμός με το από 29-05-2012 έγγραφό του, ενημέρωσε την εφεσίβλητη σχετικά με τις οικονομικές της εκκρεμότητες και ειδικότερα ότι συνυπολογιζομένων των οφειλών της και των κατατεθειμένων κεφαλαίων της, προέκυψε διαφορά (οφειλή) της εφεσίβλητης, ύψους 7.497,03 ευρώ, ενώ παράλληλα με το ίδιο ως άνω έγγραφο (ο συνεταιρισμός) της πρότεινε τον συμψηφισμό των ως άνω ποσών, την έκδοση ισόποσης επιταγής από την οφειλέτρια σε διαταγή του αντιδίκου της "και από εκεί και πέρα να μην υπάρχει καμία απολύτως απαίτηση εκατέρωθεν", πρόταση την οποία απεδέχθη η ήδη εφεσίβλητη.

Πλην όμως, η αποδοχή της ανωτέρω πρότασης ουδόλως συνιστά παραίτηση της τελευταίας από τα απορρέοντα από το ν.1667/1986 δικαιώματά της σχετικά με την συνεταιριστική της μερίδα, καθώς αφενός μεν δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του εγγράφου τοιαύτη παραίτηση, αφετέρου δε μια τέτοια παραίτηση δεν δικαιολογεί την καταβολή ποσού 7.570,00 ευρώ από τον συνεταιρισμό στην εφεσίβλητη, που κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος συνιστά την απόδοση της συνεταιριστικής της μερίδας μετά την αποχώρησή της.

Άλλωστε, σε σχέση με το διισχυριζόμενο από τον εκκαλούντα ότι η αντίδικός του ουδέποτε προσέβαλε την από 29.05.2012 απόφαση της γενικής συνέλευσης που ενέκρινε, μεταξύ άλλων και το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας, σημειώνεται ότι τούτο ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί καθόσον, ουδόλως συνεπάγεται παραίτηση της τελευταίας από τα επίδικα δικαιώματά της.

Μετά ταύτα, και καθόσον αποδείχθηκε ότι η πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας της ενάγουσας ανέρχεται σε 21.752,03 ευρώ, εκ των οποίων της έχει αποδοθεί μέρος μόνο της οφειλόμενης παροχής, ανερχόμενο στο ποσό των 7.570,00 ευρώ, ο εκκαλών συνεταιρισμός οφείλει να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό, ύψους 14.182,03 ευρώ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.182,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 30-08-2012, δεδομένου ότι η απαίτηση της αποχωρήσασας συνεταίρου για απόδοση της πραγματικής συνεταιριστικής της μερίδας ήταν καταβλητέα τρεις (3) μήνες μετά την έγκριση του ισολογισμού της ετήσιας χρήσης, η οποία, εν προκειμένω, έλαβε χώρα την 29-05-2012.

Δηλαδή, βάσει του άρθρου 2 παρ.9 του Ν.1667/1986, στην επίδικη περίπτωση, η 30η-06-1999 αποτέλεσε τη δήλη ημέρα για την εκπλήρωση της παροχής προς την ενάγουσα και, έτσι, με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος συνεταιρισμός έγινε υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση της αντιδίκου του προς αυτόν (βλ.

άρθρο 341 ΑΚ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 439/2017 απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια, έστω και με άλλη αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και την ερμηνεία του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, οι δε περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...".

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι η ενάγουσα τον Ιανουάριο του έτους 2012 κατέθεσε αίτηση αποχώρησης από τον εναγόμενο Συνεταιρισμό, η Γενική Συνέλευση του οποίου έκανε δεκτή την αίτηση την 29-05-2012 και ότι με βάση τον εγκριθέντα ισολογισμό του έτους 2011 η καθαρή περιουσία του Συνεταιρισμού ανερχόταν στο ποσό των 2.610.243,87 ευρώ, η δε πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 21.752,03 ευρώ, έναντι του οποίου της καταβλήθηκε το ποσό των 7.570 ευρώ και της οφείλεται το υπόλοιπο των 14.182,03 ευρώ, δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 2 παρ.9 του Ν.1667/1986, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η συνεταιριστική μερίδα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας έπρεπε να υπολογιστεί στην ονομαστική και όχι στην πραγματική της αξία, καθόσον το άρθρο 2 παρ.9 του Ν.1667/1986, όπως αντικαταστάθηκε και με το άρθρο 76 παρ.1 του Ν.4583/2018 ορίζει ότι "Στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό, αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε στην ονοματική της αξία ή στην πραγματική της αξία, όποια εκ των δύο είναι μικρότερη, το αργότερο τρεις (3) μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία γίνεται η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός" είναι αβάσιμη, διότι η νέα αυτή διάταξη του άρθρου 2 παρ.9 δεν είναι ερμηνευτική της προϊσχύσασας διάταξης, η οποία εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου αποχώρησης της ενάγουσας από τον Συνεταιρισμό (2012) και της υποχρέωσης αυτού να της καταβάλει την αξία της συνεταιριστικής της μερίδας.

Επίσης, με όσα πιο πάνω δέχθηκε το πρωτοδικείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ιδιαίτερα ότι η καθαρή περιουσία του εναγομένου Συνεταιρισμού, με βάση τον ισολογισμό του έτους 2011, ανερχόταν στο ποσό των 2.610.243,87 ευρώ, ως νέο υπόλοιπο κερδών χρήσης, καθώς και ότι οφειλές της ενάγουσας, ύψους 7.497,03 ευρώ, συμψηφίστηκαν, ώστε να μην υπάρχει καμμία απαίτηση εκατέρωθεν, τούτο όμως δεν συνιστά παραίτηση από την απαίτησή της για καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας, μετά την αποχώρηση της ενάγουσας, δεδομένου ότι ο εναγόμενος της κατέβαλε στη συνέχεια το ποσό των 7.570 ευρώ, για απόδοση της συνεταιριστικής της μερίδας μετά την αποχώρησή της, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, δια της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 2 παρ.9 του Ν.1667/1986.

Άρα, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, παραβιάζοντας, έτσι, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 2 παρ.9 του Ν.1669/1986, καθόσον το δικόγραφο της αγωγής έπασχε από νομική αοριστία.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παρέλειψε να μνημονεύσει την αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Συνεταιρισμού, ήτοι των αυτοκινήτων και μεταφορικών μέσων, τον μηχανολογικό του εξοπλισμό, τις επισφάλειές του, τα δάνεια, τις υποχρεώσεις και τα δεδουλευμένα έξοδα, αλλά περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στην επισύναψη του ισολογισμού της χρήσης 2011 και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε εντέχνως να παραληφθεί στη φωτοτυπική αναπαραγωγή του ισολογισμού το παθητικό του Συνεταιρισμού.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ως άνω αοριστίες δεν αποτελούν νομική, αλλά ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, αναγόμενες στην έλλειψη εξειδίκευσης πραγματικών περιστατικών, η οποία ποσοτική αοριστία ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018).

Στους περιοριστικά αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχος λόγος του αριθ.14 του άρθρου 559, ενώ περιλαμβάνεται αντίστοιχος του αριθ.8 του ίδιου άρθρου στον αριθμό 5 του άρθρου 560, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείται το άρθρο 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. για να θεμελιώσει τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αυτός είναι απαράδεκτος, κατά δε το μέρος που για την στήριξη του λόγου αυτού παραθέτει το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθήν εκτίμηση το άρθρο 560 αριθ.5 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν παραθέτει τον ισχυρισμό περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, όπως ακριβώς τον είχε προτείνει στο Ειρηνοδικείο και τον επανέφερε στο πρωτοδικείο, με αυτοτελή λόγο έφεσης, όπως διατείνεται (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθήν εκτίμηση είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση του δικογράφου της από 27-12-2016 αγωγής της αναιρεσίβλητης, αυτή στο δικόγραφό της εξέθεσε το ύψος της πραγματικής αξίας της συνεταιριστικής της μερίδας (21.752,03 ευρώ), με επισύναψη του ισολογισμού χρήσης 2011, που περιλαμβάνει τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού, υπογραφόμενο την 12-5-2012 από ορκωτό λογιστή, στοιχεία ικανά για το ορισμένο της αγωγής κατ' άρθρ. 216 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρ. 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-04-2019 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 16/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ