Legislator Case Law & Legislation
201/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding stock purchase fraud and company valuation inconsistencies.

Case Number 201/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a civil dispute over stock purchases. The appellant argued that the lower court failed to address inconsistencies in the company's financial trajectory and stock valuation, claiming fraud induced the purchase. The court rejected these claims, finding that the cited arguments did not affect the core issue of the case and were therefore legally insufficient to warrant a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the arguments raised by the appellant do not concern the essential issues of the case or if they are based on facts not properly examined by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility civil procedure code stock fraud claim judicial costs procedural dismissal inconsistency argument final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 201 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Θ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κυριακού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 3/1/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιάννα Παναγοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18043/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 734/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/11/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-11-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 734/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-9-2012 έφεση και τους από 17-9-2018 προσθέτους λόγους αυτής του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 18043/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελευταία απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν οι από 20-10-2009 και με αριθ. εκθ. κατ. 44148/22-10-2009 και 44151/22-10-2009 αγωγές του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, (καθώς και η από 20-10-2009 και με αριθ. εκθ. κατ. 44148/22-10-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Structura AETE", που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), έγιναν εν μέρει δεκτές και σε σχέση με την πρώτη αναγνωρίστηκε, ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει (εις ολόκληρον με την εταιρεία με την επωνυμία ""Structura AETE"), στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως το ποσό των 54.000,00 ευρώ, λόγω αποζημίωσης, για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, (50.000,00+4.000,00), εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος του, που οδήγησε στην, λόγω εξαπάτησής του, αγορά υπ' αυτού 11.700 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Structura AETE", και με τη δεύτερη, αφού κηρύχθηκε άκυρη η σύμβαση ανάληψης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου 69.444 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Investments Analysis Financial Servises ΑΕΠΕΥ", δυνάμει του από 21-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνωρίστηκε, ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως το ποσό των 54.000,00 ευρώ, λόγω αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, (50.000,00+4.000,00) εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εις βάρος του, που οδήγησε στην, λόγω εξαπάτησής του, αγορά υπ' αυτού των άνω μετοχών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα ( ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του και συγκεκριμένα α) την με αριθ. 49493/2008 αγωγή των Κ.

Τ., Δ. Δ. και Σ. Ι. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Structura ΑΕΤΕ", με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3-8-2007 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ) της άνω εταιρείας και της από 3-8-2007 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας αυτής, β) την με αριθ. 49495/2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (προσωρινή ρύθμιση κατάστασης), με την οποία ζητούσαν να ανασταλεί προσωρινά και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 5-12-2008 αγωγής τους η ισχύς των αποφάσεων της από 3-8-2007 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ) των μετόχων της εταιρείας, γ) την με αριθμ. 9385/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δ) την από 26-5-2009 έγκληση των Κ.

Τ., Δ. Δ. και Σ. Ι. κατά του Ι. Π., ε) την από 16-6-2009 έγκληση του Θ. Κ. για το αδίκημα της απάτης και υπεξαίρεσης κατ' επάγγελμα σε βαθμό κακουργήματος, στ) την με αριθ. 32/4-3-2011 απόφαση του Ανακριτή Θεσσαλονίκης που επέβαλε περιοριστικούς όρους και ζ) το με αριθ. 867/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο Ι.

Π. παραπέμφθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της απάτης, από τα οποία αποδεικνύεται, ότι εκείνος, που εξαπάτησε τον αναιρεσίβλητο, καθώς και πολλούς άλλους επενδυτές, μέσω της αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας του, ήταν ο Ι. Π. και όχι αυτός, ο οποίος δεν καταγγέλθηκε ως συνεργός ή συναυτουργός αυτού και καμιά κατηγορία δεν απαγγέλθηκε εναντίον του, αλλά αντιθέτως κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα άνω έγγραφα, ενόψει της σπουδαιότητας των διαλαμβανομένων σ' αυτά για την έκβαση της δίκης, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα στο ζήτημα της φερόμενης ως τελεσθείσας από αυτόν (αναιρεσείοντα) σε βάρος του αναιρεσίβλητου απάτης σε σχέση με την οικονομική κατάσταση, την αύξηση του κεφαλαίου και την προβλεπόμενη εισαγωγή στο χρηματιστήριο των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Structura AEΤΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο Ι.

Π.. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι τα επικαλούμενα έγγραφα δεν επιδρούν ουσιωδώς στην παρούσα υπόθεση, αφού αναφέρονται σε εξαπάτηση εκ μέρους του Ι. Π. τρίτων προσώπων και όχι του αναιρεσείοντος, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα) και το Εφετείο έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που οδήγησε στην, λόγω εξαπάτησής του, αγορά υπ' αυτού των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Structura AETE", κατέληξε όμως σε διαφορετικό αποτέλεσμα από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 1078/2015).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 188/2017).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελευθέρως, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), ενώ, εξ άλλου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.

γ ΚΠολΔ, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναίρεσης, συνάγεται ομολογία (ΑΠ 114/2017). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, κατ' εκτίμηση, την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 8) αιτίαση, ότι το Εφετείο, που δίκασε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αποζημίωσης, λόγω της σε βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού (αναιρεσείοντος) και συγκεκριμένα εξαιτίας απατηλής συμπεριφοράς του, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση, την αύξηση του κεφαλαίου και την προβλεπόμενη εισαγωγή στο χρηματιστήριο των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Structura AETE", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Ι.

Π., δεν έλαβε υπόψη την, επικληθείσα από αυτόν με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, περιεχομένη στην από 20-10-2020 και με αριθ. εκθ. κατ. 44147/2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του Ι. Π., με την οποία ζητούσε την καταβολή συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, με βάση το από 8-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του Ι.

Π., το οποίο δέχεται καθόλα νόμιμο και έγκυρο, ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ότι αυτό είναι άκυρο, λόγω απάτης. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα στην από 20-10-2020 και με αριθ. εκθ. κατ. 44147/2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του Ι. Π., δεν αποτελούν εξώδικη ομολογία αυτού υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια των παραγματικών περιστατικών της ένδικης ως άνω αγωγής, αλλά τέθηκαν προς στήριξη άλλης κατά του Ι.

Π. αγωγής του περί καταβολής συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας. Σε κάθε περίπτωση από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την άνω αγωγή, στην οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, περιέχεται η άνω εξώδικη ομολογία, με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που οδήγησε στην, λόγω εξαπάτησής του, αγορά υπ' αυτού των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Structura AETE", κατέληξε όμως σε διαφορετικό αποτέλεσμα από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι και αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000).

Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 2078/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 του Ν. 3994/2011, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.

Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου και παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα, είτε με τις προτάσεις του, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε με δήλωσή του στα πρακτικά, να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 389/2010).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.

Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 43/2011), όχι όμως και όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής (ΑΠ 389/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 20-10-2009 και με αριθ. εκθ. κατ. 49151/22-10-2009 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι μ' αυτήν ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε, ότι κατόπιν φορτικών πιέσεων του εναγομένου, ο οποίος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιnvestments Analysis Financial Servises Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και το διακριτικό τίτλο "Investments Analysis ΑΕΠΕΥ", με τον οποίο διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις, αγόρασε, δυνάμει σύμβασης πώλησης, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, με το από 21-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, 69.444 ονομαστικές μετοχές της ως άνω εταιρείας, καταβάλλοντας ως τίμημα το ποσό των 50.000 ευρώ, ήτοι 1,38 ευρώ ανά μετοχή, ότι στην ενέργεια αυτή προέβη, αποκλειστικά και μόνο, επειδή βασίστηκε στη ρητή και σαφή διαβεβαίωση του εναγομένου, ο οποίος τον παρέπεισε, εκμεταλλευόμενος την εμπειρία του ως διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω εταιρείας, ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας αυτής ήταν ανθηρή, η πορεία των εργασιών της ανοδική, γεγονός, που καθιστούσε επικερδή επένδυση την εκ μέρους του αγορά μετοχών της και κυρίως ότι είχε δρομολογηθεί η διαδικασία μετεξέλιξής της σε υποκατάστημα τραπεζικού ιδρύματος στη …, με αποτέλεσμα η αξία των μετοχών του να πολλαπλασιαστεί, ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς, καθώς ουδέποτε υπήρχε σκοπός και πρόθεση μετεξέλιξης της ως άνω εταιρείας σε υποκατάστημα τράπεζας, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε τις ανάλογες προϋποθέσεις, ο δε εναγόμενος είχε απόλυτη επίγνωση των ανωτέρω, καθώς με βεβαιότητα γνώριζε, ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν κακή, αφού λίγους μήνες μετά την πώληση των μετοχών προέβη σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της, αλλά επέδειξε την παράνομη αυτή συμπεριφορά, προκειμένου να προσπορίσει παράνομο όφελος στην περιουσία του.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος επιπροσθέτως, ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, η οποία συνιστά αδικοπραξία (απάτη) σε βάρος του, υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε την ακύρωση πέραν άλλων, που δεν ενδιαφέρουν, και μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 50.000,00 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 49.990,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, λόγω της κατά τα άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιφυλασσόμενος να ζητήσει επιπλέον ποσό 10 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση στην ποινική δίκη που θα παραστεί ως πολιτικώς ενάγων.

Κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθ. 18043/2012 πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου δήλωσε ότι διορθώνει το δικόγραφο της αγωγής ως προς το τίμημα της κάθε μετοχής της εταιρείας με την επωνυμία "Investments Analysis Financial Servises ΑΕΠΕΥ", που αγόρασε, από το εσφαλμένο 1,38 ευρώ, που από παραδρομή αναγράφηκε, στο ορθό 0,72 ευρώ.

Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής και ιδίως του προσδιορισμού της ζημίας του αναιρεσίβλητου από την επικαλούμενη αδικοπραξία, δεδομένου ότι με τη διόρθωση αυτή δεν τροποποιήθηκαν ούτε αντικαταστάθηκαν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων αυτή ερείδεται, αφού, κατά τα ιστορούμενα, το συνολικό τίμημα που κατέβαλε για την αγορά των 69.444 μετοχών και το οποίο ισοδυναμεί με τη ζημία του, την οποία και ζητεί, ανέρχεται στο ποσό των 50.000,00 ευρώ και επομένως το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονιόταν, γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος με την παραπάνω δήλωση προέβη σε παραδεκτή διόρθωση της αγωγής του και όχι σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της, ουχί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με την αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 2149/2014, ΑΠ 715/2011, ΑΠ 342/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Ο εφεσίβλητος-ενάγων είναι ιατρός-ορθοπεδικός χειρουργός, επίκουρος καθηγητής της ορθοπεδικής κλινικής του ΑΠΘ, ο δε εκκαλών- εναγόμενος είναι χρηματιστηριακός αναλυτής και παρέχει επενδυτικές συμβουλές σε κινητές αξίες, καθώς και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Investment Analysis Financial Services Ανώνυμη εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και το διακριτικό τίτλο "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ".

Οι διάδικοι γνωρίστηκαν το έτος 2006, όταν ο εναγόμενος ξεκίνησε την ανέγερση της μόνιμης κατοικίας του δίπλα από τη μόνιμη κατοικία του ενάγοντος στο .... Έκτοτε ανέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις, τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο , λόγω και της διαμονής τους κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών τους στο ίδιο συγκρότημα εξοχικών κατοικιών στη ....

Κατά τις μεταξύ τους συζητήσεις, στο πλαίσιο των φιλικών τους συναντήσεων, ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι η επαγγελματική του ενασχόληση ως Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της προαναφερόμενης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και του απέφερε μεγάλα κέρδη, καθώς είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, ο ίδιος δε, όπως διαπίστωνε ο ενάγων από την καθημερινή τους επαφή, διήγαγε έναν εξαιρετικά εύρωστο οικονομικά βίο.

Τον Ιούνιο του έτους 2007 ο εναγόμενος άρχισε να αναφέρει στον ενάγοντα, ο οποίος μέχρι τότε ουδέποτε είχε εκφράσει οποιοδήποτε επενδυτικό ενδιαφέρον, ότι εκείνο το διάστημα υπήρχαν σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες και ότι η κατάλληλη επένδυση των οικονομιών του θα ήταν εξαιρετικά επικερδής...Λίγους μήνες αργότερα, ο εναγόμενος, και αφού είχε πετύχει να πείσει τον ενάγοντα να επενδύσει στην...εταιρεία "Structura ΑΕΤΕ", εκμεταλλευόμενος το γεγονός αφενός, ότι ήδη είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να κάμψει την επιφυλακτικότητα του περί των επενδύσεων, αφετέρου, ότι ο ενάγων ακριβώς λόγω της εμπιστοσύνης αυτής, που παρέμενε ακλόνητη, καθώς συνέχισαν να διατηρούν τις ιδιαίτερα αγαστές σχέσεις τους, περνώντας μαζί ακόμη και τις καλοκαιρινές διακοπές τους, είχε πλέον διάθεση να επενδύσει και τις λοιπές αποταμιεύσεις του, άρχισε να του κάνει λόγο για την εξαιρετικά θετική πορεία της εταιρείας "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ", στην οποία ο ίδιος ήταν Διευθύνων Σύμβουλος.

Συγκεκριμένα, του ανέφερε ότι λόγω της σταθερής ανοδικής απόδοσης των μετοχών της υπήρχε πρόθεση και είχαν προχωρήσει οι διαπραγματεύσεις της διοίκησής της, προκειμένου αυτή να μετεξελιχθεί σε υποκατάστημα τραπεζικού ιδρύματος με έδρα τη …. Στην κατεύθυνση μάλιστα της εδραίωσης της πεποίθησης αυτής για τον ενάγοντα συνέβαλε το γεγονός, ότι τον Μάρτιο του 2008 ο εναγόμενος προσήλθε στο ιατρείο του, μαζί με τον Ι.

Μ., ο οποίος του συστήθηκε ως μεγάλο στέλεχος της εταιρείας "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ" και του παρουσίασαν, κάνοντας χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα επιχειρηματικά τους σχέδια, σχετικά με τη μετεξέλιξη της εταιρείας σε υποκατάστημα Μαλτέζικης Τράπεζας, τονίζοντας ότι αυτό ήταν απόλυτα εφικτό, λόγω της εξαιρετικά κερδοφόρας πορείας της εταιρείας.

Προς ενίσχυση μάλιστα των λεγομένων του ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα μία επαγγελματική κάρτα που ανέγραφε "Capital One Investment Bank", με έδρα την οδό ... στη … και ότι ο εναγόμενος ήταν CEO, δηλαδή διευθύνων σύμβουλος, καθώς και έντυπο υλικό που ήταν διατυπωμένο στην Αγγλική γλώσσα, φέροντας μάλιστα το χαρακτηρισμό "ιδιωτικό εμπιστευτικό" (private confidential) και αφορούσε, σύμφωνα με όσα του είπε ο εναγόμενος, το επιχειρηματικό σχέδιο της ίδρυσης του υποκαταστήματος της ανωτέρω τράπεζας στην Ελλάδα.

Έτσι, ο ενάγων πεισθείς από τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου αγόρασε από τον τελευταίο, δυνάμει του από 21-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως, που υπογράφηκε μεταξύ τους, 69.444 ονομαστικές μετοχές της προαναφερόμενης εταιρείας "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ", αντί συνολικού καταβληθέντος τιμήματος 50.000 ευρώ, ήτοι τιμήματος 0,72 ευρώ ανά μετοχή.

Ωστόσο, καμία από τις παραπάνω, απατηλές, όπως αποδεικνύεται κατά τα κάτωθι αναφερόμενα, υποσχέσεις που δόθηκαν στον ενάγοντα δεν υλοποιήθηκαν, καθώς μοναδικός εξ' αρχής σκοπός... του εναγόμενου ...ήταν η απόκτηση ρευστότητας για την εταιρεία του, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, ενώ όσα του υποσχέθηκε αποτελούσαν εν γνώσει τους ψευδείς διαβεβαιώσεις, χωρίς καμία από αυτές να ανταποκρίνεται στην αλήθεια...Ειδικότερα...

αναφορικά με τη δυνατότητα και τις συζητήσεις περί μετεξέλιξης της εταιρείας "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ" σε υποκατάστημα τραπεζικού ιδρύματος με έδρα τη Μάλτα αποδείχθηκε, ότι αυτά αποτελούσαν απλά και μόνο το απατηλό μέσο που μετήλθε ο εκκαλών-εναγόμενος, προκειμένου να προσπορίσει στην άνω εταιρεία τη ρευστότητα που είχε άμεση ανάγκη εκείνη τη χρονική περίοδο.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Ε. Π., η οποία κρίνεται σαφής και αξιόπιστη, τόσο λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας ως ανώτατου τραπεζικού στελέχους στο εσωτερικό και το εξωτερικό (...) και άρα διαθέτοντος εμπειρία περί των τραπεζικών λειτουργιών, όσο και λόγω της προσωπικής του ενασχόλησης με το κρινόμενο ζήτημα.

Ειδικότερα, μετά από τυχαία συνάντησή του (μάρτυρα) με τον ενάγοντα το καλοκαίρι του 2008 ο τελευταίος τον πληροφόρησε για τη σπουδαία "επενδυτική" κίνηση στην οποία είχε προβεί, μεταφέροντάς του τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου. Στη συνάντηση όμως που είχε ο ανωτέρω μάρτυρας τον Σεπτέμβριο του 2008 με τον εναγόμενο, στο πλαίσιο διερεύνησης της αλήθειας των όσων είχε πει στον ενάγοντα, που έλαβε χώρα υπό το πρόσχημα και της ενδεχόμενης συνεργασίας του ιδίου με τον εναγόμενο, διαπίστωσε το απολύτως έωλο και ανυπόστατο των λεγομένων του εναγόμενου, όπως άλλωστε εξ' αρχής είχε υποψιαστεί, διότι ο τελευταίος δεν κατέστη δυνατό να του παράσχει κανένα σαφές στοιχείο για την προέλευση των κεφαλαίων που θα στήριζαν μία τέτοια κίνηση.

Η αμηχανία και η ασάφεια των λεγομένων του εναγόμενου, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης σ' εκείνο το χρονικό σημείο, αλλά και το γεγονός ότι, εάν πράγματι ήταν έτσι η κατάσταση, όπως την παρουσίαζε ο εναγόμενος, τότε φάνταζε απίθανο αυτός να θέλει να μεταβιβάσει τις δικές του μετοχές, αφού η αυξητική τους πορεία μέσω της ένταξης της εταιρείας στο ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα του απέφερε υπέρογκα κέρδη, έθεσαν ακόμα περισσότερο σε αμφιβολία, όχι μόνο τη δυνατότητα ανάλογης μετεξέλιξης, αλλά και την ύπαρξη οποιασδήποτε βάσιμης πρόθεσης ή διαπραγμάτευσης για μία ανάλογη ενέργεια.

Προς ενίσχυση της έντονης καχυποψίας που δημιουργήθηκε στον προαναφερόμενο μάρτυρα ήταν και η διαπίστωση κατά την επισκόπησή τους απ' αυτόν, ότι τα προαναφερόμενα έντυπα που δόθηκαν στον ενάγοντα από τον εναγόμενο δεν δήλωναν σε καμία περίπτωση την έναρξη κάποιας συνεργασίας, καθώς δεν υπήρχε κανένα σαφές διακριτό στοιχείο, όπως ονόματα μετόχων κλπ, αλλά προσομοίαζαν περισσότερο με υποδείξεις για τον τρόπο σύστασης ενός οργανογράμματος.

Οι υποψίες αυτές αποδείχθηκαν αληθείς, καθώς στις 21-12-2008, δηλαδή λίγους μόλις μήνες μετά την αγορά των μετοχών από τον ενάγοντα (21-4-2008), η εταιρεία "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ", με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, προχώρησε σε μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συσσωρευμένες ζημίες κατά τις παρελθούσες χρήσεις.

Έτσι, ενώ η ονομαστική αξία κάθε ονομαστικής μετοχής ήταν 1,11 ευρώ, μετά τη μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, η ονομαστική αξία κάθε μετοχής ανήλθε σε 0,30 ευρώ... Το γεγονός ότι η προρρηθείσα εταιρεία "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ" παρουσιάζει προσφάτως θετική πορεία, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την κρινόμενη υπόθεση.

Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων δεν προέβη στην αγορά των μετοχών του εναγόμενου επειδή ήθελε να γίνει μέτοχος της ως άνω εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά αποκλειστικά και μόνο επειδή επέκειτο η μετεξέλιξή της σε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος με έδρα τη Μάλτα, γεγονός που αν συνέβαινε θα συνεπαγόταν αυτομάτως την εκτίναξη της τιμής των μετοχών της σε πολλαπλάσια αξία.

Αντίθετα προέκυψε, ότι οι μετοχές αυτές ακόμα και κατά το χρόνο αγοράς τους από τον ενάγοντα, αλλά και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που αυτός επιχείρησε να τις πουλήσει, είχαν και συνεχίζουν να έχουν μηδενική πραγματική - αγοραία αξία...Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος ομοίως την απειρία του ενάγοντος για τα χρηματοοικονομικά ζητήματα και την αντίστοιχη δική του εμπειρία του, του παρέστησε ψευδώς, ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρίας "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ" και ο κύκλος εργασιών της ήταν τόσο κερδοφόρα, που επρόκειτο να μετεξελιχθεί σε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος με έδρα τη …, γεγονός που αποτελούσε ασφαλή εγγύηση πολλαπλασιασμού των χρημάτων του ενάγοντος ως επενδυτή, λόγω της υπεραξίας που αναμενόταν να αποκτήσει η τιμή της μετοχής της.

Προκειμένου δε να ενισχύσει την αληθοφάνεια των λεγομένων του, όπως προεκτέθηκε, παρέδωσε στον αδαή, περί τα επενδυτικής φύσης θέματα, ενάγοντα, τα προαναφερόμενα έντυπα, ενώ προέβη και σε παρουσίαση του δήθεν σχετικού επιχειρηματικού σχεδίου με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενέργειες, που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην επιζήμια για τον ενάγοντα αγορά των μετοχών.

Πραγματικός σκοπός όμως του εναγόμενου στην προκειμένη περίπτωση ήταν ουσιαστικά η εξαγορά από τον ενάγοντα της ζημίας των ζημιογόνων χρήσεων της εταιρείας, ρευστοποιώντας, μέσω της πώλησης των μετοχών στον τελευταίο, μετοχές στο υπερδιπλάσιο της αξίας τους. Τούτο με βεβαιότητα προκύπτει, καθώς ακριβώς εξαιτίας των παρελθουσών ζημιογόνων χρήσεων, που ήταν ήδη γνωστές στον εναγόμενο, προέβη, κατά τα προδιαληφθέντα, στη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας , γνωρίζοντας έτσι, όταν συνέτασσε το από 21-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών, ότι η ονομαστική τους αξία ήταν πολύ μικρότερη από αυτή στην οποία τις αγόραζε ο ενάγων (1,11 ευρώ) και που τελικά, μετά τη μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, στις 17-12-2008, διαμορφώθηκε σε 0,30 ευρώ.

Από όλα τα παραπάνω καταδεικνύεται σαφώς ότι ο εναγόμενος, εν γνώσει του, δολίως παρέστησε στον ενάγοντα, ότι δήθεν η εταιρεία "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ" επρόκειτο να μετεξελιχθεί σε υποκατάστημα τράπεζας με έδρα τη …, με σκοπό να προκαλέσει την απόφαση του τελευταίου να προβεί στη δήλωση βουλήσεως για την αγορά των 69.444 ονομαστικών μετοχών, δυνάμει του από 21-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οποία (αγορά) ο ενάγων δεν θα προέβαινε, εάν γνώριζε ότι δεν υπήρχε περίπτωση η ως άνω εταιρεία να μετεξελιχθεί σε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ισόποση ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια του καταβληθέντος απ' αυτόν τιμήματος ποσού 50.000 ευρώ, που θα είχε αποφευχθεί, αν ο απατηθείς ενάγων δεν είχε πιστέψει στην έγκυρη σύναψη της προσβαλλόμενης συμβάσεως του με τον εναγόμενο.

Συνεπώς, η προειρημένη σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας μετοχών, που καταρτίστηκε, μεταξύ των διαδίκων, με το άνω από 21-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, τυγχάνει ακυρώσιμη και πρέπει ως τέτοια να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της. Πέραν του ακυρώσιμου χαρακτήρα της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας μετοχών από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, έναντι του τιμήματος των 50.000 ευρώ, εξαιτίας ακριβώς της προπεριγραφείσας απάτης του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος , ως ελαττώματος της βουλήσεως αυτού, ο εναγόμενος τέλεσε, δια της ιδίας προπαρατεθείσας συμπεριφοράς του, και αδικοπραξία με δόλο εναντίον του ενάγοντος...Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ενάγων δικαιούται, αφού παρασύρθηκε δολίως από τον εναγόμενο σε δήλωση βουλήσεως σχετικά με την κατάρτιση της από 21-4-2008 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας 69.444 ονομαστικών μετοχών, έναντι του τιμήματος των 50.000 ευρώ, να ζητήσει σωρευτικώς την ακύρωση της ως άνω συμβάσεως ως ακυρώσιμης, εξαιτίας της προαναφερθείσας απάτης του εναγόμενου σε βάρος του, και την αποκατάσταση της προαναφερθείσας περιουσιακής του ζημίας.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, ένεκα της προεκτεθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγόμενου, υπέστη επιπροσθέτως και ηθική βλάβη, καθώς δοκίμασε μεγάλη ψυχολογική πίεση και εντάσεις στο οικογενειακό του περιβάλλον, εξαιτίας της απώλειας των οικονομιών που συγκέντρωνε από την εργασία του, καθώς και από την έντονη απογοήτευση για τη διάψευση της εμπιστοσύνης που επέδειξε στον εναγόμενο και τη δυσμενή εξέλιξη της φιλικής σχέσης της οικογένειας του με την οικογένεια του τελευταίου, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση.

Λαμβανομένων υπόψη, λοιπόν, των συνθηκών και των ιδιαιτέρων περιστάσεων της ένδικης αδικοπραξίας, του είδους και της έκτασης της άνω προσβολής που δέχτηκε, της ταλαιπωρίας που υπέστη, του βαθμού της υπαιτιότητας του εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 4.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των ως άνω στοιχείων, κρίνεται εύλογο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, (εκτός από την από 20-10-2009 και με αριθ. εκθ. κατ. 44148/22-10-2009 αγωγή του, που αφορούσε την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που οδήγησε στην αγορά υπ' αυτού των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "structura AETE") και την από 20-10-2009 και με αριθμ.

εκθ. κατ. 44151/22-10-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτού, που αφορούσε την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που οδήγησε στην αγορά υπ' αυτού 69.444 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ" και, αφού ακύρωσε τη σύμβαση ανάληψης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου 69.444 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Investments Analysis Financial Servises ΑΕΠΕΥ", δυνάμει του από 21-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνώρισε, ότι ο αναιρεσείων είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση το ποσό των 50.000,00 ευρώ, πλέον 4.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, που οδήγησε στην, λόγω εξαπάτησής του, αγορά υπ' αυτού των άνω μετοχών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος), ενεργώντας με πρόθεση, ζημίωσε τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) και υποχρεούται σε αποζημίωσή του.

Ειδικότερα δέχτηκε ότι ο εναγόμενος, όντας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Investment Analysis ΑΕΠΕΥ", εν γνώσει του παρέστησε στον ενάγοντα ψευδώς, ότι δήθεν η εταιρεία αυτή, λόγω της σταθερής ανοδικής απόδοσης των μετοχών της, επρόκειτο να μετεξελιχθεί σε υποκατάστημα τράπεζας με έδρα τη …, ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε ασφαλή εγγύηση πολλαπλασιασμού των χρημάτων του ενάγοντος ως επενδυτή, λόγω της υπεραξίας που αναμενόταν να αποκτήσει η τιμή της μετοχής της, ότι, προκειμένου να ενισχύσει την αληθοφάνεια των άνω ψευδών διαβεβαιώσεών του, παρέδωσε στον, αδαή περί τα επενδυτικής φύσης θέματα, ενάγοντα, σχετικά έντυπα και προέβη και σε παρουσίαση του δήθεν σχετικού επιχειρηματικού σχεδίου με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ότι η άνω πρόταση του εναγομένου προς τον ενάγοντα έγινε με σκοπό να προκαλέσει την απόφαση του τελευταίου να προβεί στην αγορά των μετοχών, στην οποία δεν θα προέβαινε, εάν γνώριζε ότι δεν υπήρχε περίπτωση η ως άνω εταιρεία να μετεξελιχθεί σε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος, στην πραγματικότητα όμως ήταν μια επινόησή του προς εξυπηρέτηση του σχεδίου του, προκειμένου να τον πείσει να του καταβάλει το ποσό των 50.000,00 ευρώ, για εξαγορά ουσιαστικά της ζημίας των ζημιογόνων χρήσεων της άνω εταιρείας, που ήταν γνωστές σ' αυτόν (εναγόμενο), ότι ο ενάγων πείστηκε στις διαβεβαιώσεις αυτές του εναγομένου και δέχθηκε να αγοράσει 69.444 ονομαστικές μετοχές της άνω εταιρείας, δυνάμει του από 21-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού και για το σκοπό αυτό κατέβαλε στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 50.000,00 ευρώ, ήτοι αντί τιμήματος 0,72 ευρώ ανά μετοχή, και ότι έτσι ο εναγόμενος κατέστη υπαίτιος ισόποσης ζημίας, την οποία υπέστη ο ενάγων, καθώς, εξαιτίας των παρελθουσών ζημιογόνων χρήσεων της άνω εταιρείας, προέβη στη συνέχεια σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της, γνωρίζοντας έτσι, όταν συνέτασσε το από 21-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών, ότι η ονομαστική τους αξία ήταν πολύ μικρότερη από αυτή, στην οποία τις αγόρασε ο ενάγων (1,11 ευρώ) και η οποία, μετά τη μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, στις 17-12-2008, τελικά διαμορφώθηκε σε 0,30 ευρώ, ενώ η πραγματική-αγοραία αξία των μετοχών αυτών τόσο κατά το χρόνο της αγοράς τους από τον ενάγοντα, όσο και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που αυτός επιχείρησε να τις πωλήσει, ήταν μηδενική.

Οι παραδοχές αυτές αιτιολογούν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας, υπό την έννοια της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων προέβη στην αγορά των μετοχών της άνω εταιρείας, πεισθείς στις απατηλές διαβεβαιώσεις του εναγομένου, ότι υφίστατο σταθερή ανοδική απόδοση των μετοχών της και επέκειτο η μετεξέλιξη της σε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος με έδρα τη …, που θα συνεπαγόταν αύξηση των μετοχών της.

Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "η εταιρεία "Investement Analysis AEΠΕΥ" παρουσιάζει προσφάτως θετική πορεία", πέραν του ότι δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή της ότι οι μετοχές αυτής "ακόμα και κατά το χρόνο αγοράς τους από τον ενάγοντα, αλλά και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που αυτός επιχείρησε να τις πωλήσει, είχαν και συνεχίζουν να έχουν μηδενική πραγματική-αγοραία αξία...", καθόσον αναφέρονται σε διαφορετικούς χρόνους, δεν αφορούν και σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο αναιρεσείων, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, προέβη στην αγορά των μετοχών της άνω εταιρείας, όχι διότι ήθελε να γίνει μέτοχος της, αλλά διότι εξαπατήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ότι επέκειτο η μετεξέλιξή της σε υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος με έδρα τη ….

Ομοίως και η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετικών τιμών των μετοχών της άνω εταιρείας δεν ενέχει αντίφαση, καθόσον η τιμή των 0,72 ευρώ αναφέρεται στην τιμή που κατέβαλε ο ενάγων, μετά την απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου, για την αγορά τους, η τιμή των 1,11 ευρώ στην φερόμενη ως ονομαστική αξία αυτών κατά το χρόνο της αγοράς τους, η τιμή των 0,30 ευρώ στην ονομαστική αξία των μετοχών μετά τη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας και η μηδενική αξία αυτών στην αγοραία αξία αυτών τόσο κατά το χρόνο της αγοράς τους, όσο και μεταγενέστερα, όταν επιχείρησε να τις πωλήσει και συνεπώς και η αναφορά, ότι ο ενάγων αγόρασε τις μετοχές στην τιμή των 0,72 ευρώ, που ήταν υποπολλαπλάσια της ονομαστικής αξίας της, δεν είναι αντιφατική, αφού αυτή εν τέλει ανερχόταν σε 0,30 ευρώ και εντεύθεν δεν μπορεί να συναχθεί, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, ότι ο ενάγων προέβη σε αγορά μετοχών σε χαμηλή τιμή, εν γνώσει της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας.

Εξάλλου, όπως έχει αμέσως παραπάνω αναφερθεί, η αξία της μετοχής δεν αποτελούσε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Επομένως, και ο τέταρτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2016 αίτηση του Π. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 734/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ