201/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Legislator headnote
AI generated201/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Full text
Απόφαση 201 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ε. χας Ι. Ο., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κυριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου Α. Α. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Γρουζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34672/2009 μη οριστική και 4086/2012 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 182/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 581/2016 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 182/2014 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 2640/2017 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 2640/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4086/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου 666,71 τμ του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Είχε προηγηθεί η 581/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε αναιρεθεί, μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, για έλλειψη αιτιολογίας, η 182/2014 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η ανωτέρω έφεση της αναιρεσείουσας ως προς το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης που προαναφέρθηκε, ήτοι ως προς την παραπάνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ενώ επικυρώθηκε η απόφαση αυτή του Εφετείου, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, με το οποίο είχε απορριφθεί αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου 601 τμ της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω 581/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε η προαναφερθείσα 182/2014 απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), ως προς την κτήση κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο ακίνητο των 666,71 τμ, που αφορούσε η ανωτέρω αγωγή του, ενώ επικυρώθηκε η απόφαση αυτή ως προς το άλλο ακίνητο των 601 τμ, που αφορούσε η παραπάνω αγωγή της αναιρεσείουσας, από τις οποίες αγωγές η μεν πρώτη είχε γίνει δεκτή, ενώ η δεύτερη είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προσδιορίζοντας με την απόφασή του αυτή την έκταση του δεδικασμένου από το μη αναιρεθέν μέρος της ανωτέρω 182/2014 απόφασής του, ανέφερε, ότι τούτο καταλαμβάνει τα σχετικά με το ακίνητο των 601 τμ θέματα, μεταξύ των οποίων και το ότι "στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο πραγματογνώμονας από τη μελέτη των τίτλων των όμορων ακινήτων, από αεροφωτογραφία του έτους 1980, αεροφωτογραφία (απόσπασμα ορθοφράχτη) έτους 1998, δορυφορική φωτογραφία με ημερομηνία 6-7-2007 από Google earth.
Από τις ανωτέρω αεροφωτογραφίες των ετών 1980 και 1998 μετά από στεροσκοπική ανάλυσή τους αλλά και με γυμνό οφθαλμό διαπιστώνεται η ύπαρξη φυτοφράχτη στο όριο των άνω ακινήτων με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ .... Αντίθετα στη δορυφορική φωτογραφία του έτους 2007 δεν υπάρχει φυτοφράχτης και στη θέση του φαίνονται ίχνη περίφραξης".
Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, που συνίστανται στην παραδοχή της ότι τα παραπάνω τμήματα των 666,71 τμ και 601 τμ αποτελούσαν ενιαία ιδιοκτησία, η οποία, όμως, παραδοχή αντιφάσκει, κατά τον ερευνώμενο λόγο, προς την άλλη παραδοχή της, ότι μεταξύ των ακινήτων των δύο παρακάτω ΚΑΕΚ υπήρχε ανέκαθεν διαχωριστικό, που καθιστούσε αδύνατη τη νομή των δύο τμημάτων ως ενιαίου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο.
Ειδικότερα, η προβαλλόμενη αντίφαση συνίσταται στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι στο όριο των ακινήτων με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... υπήρχε ανέκαθεν και, πάντως, τουλάχιστον από το έτος 1980 διαχωριστικό, είτε με τη μορφή φυτοφράκτη, είτε με τη μορφή περίφραξης.
Συνεπώς, γίνεται σαφώς δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη ότι δεν υφίστατο ποτέ ενιαία ιδιοκτησία που θα μπορούσε να καταλαμβάνει τμήματα αμφοτέρων των ανωτέρω ακινήτων, αφού μεταξύ τους υπήρχε πάντα διαχωριστικό. Η κρίση, όμως αυτή σαφέστατα αντιφάσκει προς την ταυτόχρονη παραδοχή της ίδιας αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δήθεν στην όλη "ενιαία" ιδιοκτησία του αντιδίκου εμπίπτουν τμήματα αμφοτέρων των ανωτέρω ακινήτων και ειδικότερα τόσο το επίμαχο τμήμα 601 τμ (ΚΑΕΚ ...), όσο και το επίμαχο τμήμα 661,71 τμ (ΚΑΕΚ ...)".
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν συνιστά παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά παραδοχή της αναιρεθείσης 182/2014 απόφασης, ως προς την οποία παραδοχή, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο της ανωτέρω 182/2014 απόφασης, λόγω μη αναίρεσής της ως προς το σχετικό κεφάλαιό της.
Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και για τους εξής λόγους: Αφού η ανωτέρω αντίφαση που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αναφέρεται στις μη αναιρεθείσες παραδοχές του Εφετείου, ήτοι σε αυτές που καλύπτονται από το δεδικασμένο, οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλεοναστικές, οι οποίες, επιπλέον, δεν ασκούσαν κάποια επίδραση στην έκβαση της δίκης που απέληξε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αντικείμενο της δίκης αυτής ήταν μόνο το αναιρεθέν μέρος της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, ήτοι το μέρος αυτής το σχετικό με το ακίνητο των 666,71 τμ και όχι το μη αναιρεθέν, για το οποίο, ως καλυπτόμενο από το δεδικασμένο, δεν είχε εξουσία να κρίνει η προσβαλλόμενη απόφαση και στο οποίο, σύμφωνα με το προαναφερθέν περιεχόμενο της απόφασης αυτής, περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω παραδοχές της που φέρονται ως αντιφατικές.
Άλλωστε, για το παραπάνω αναιρεθέν μέρος, για το οποίο έκρινε, δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πλην άλλων και ότι το διαχωριστικό, για το οποίο γίνεται λόγος στον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, υφίσταται, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όχι μεταξύ των ακινήτων των δύο παραπάνω ΚΑΕΚ, όπως προβάλλεται με τον ερευνώμενο λόγο, αλλά μεταξύ των ακινήτων που αναφέρονται στους τίτλους των αντιδίκων.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "ο πιο πάνω αγρός όπως αποδείχτηκε ήταν πάντα ενιαίος (είναι ο αγρός που αναφέρεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου και ο οποίος αποτελείται από τα δύο παραπάνω τμήματα των 666,71 και 601 τμ) και ο αναιρεσίβλητος ασκούσε πράξεις νομής και στα δύο φερόμενα επιμέρους τμήματα αυτού, δηλ.
τόσο σε αυτό των 601 τμ όσο και των 666,71 τμ...Άλλωστε για το γεγονός τόσο ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου ήταν ενιαίο με εμβαδόν 1.292,67 τμ, όσο και τη θέση του συνόρου μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, στην ... πραγματογνωμοσύνη του ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι "...από τη στεροσκοπική ανάλυση των αεροφωτογραφιών των ετών 1980 και 1998, αλλά και δια γυμνού οφθαλμού διαπιστώνεται η ύπαρξη φυτοφράκτη (ενδεικτικό στοιχείο ύπαρξης συνόρων) στο όριο των επιδίκων ιδιοκτησιών..." και "ότι ο προσδιορισμός του κοινού συνόρου των δυο επιδίκων στη θέση του φυτοφράκτη, συμφωνεί και με τα βόρια όρια της ιδιοκτησίας Τ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το ...
έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης", για να συνεχίσει ότι "στη δορυφορική φωτογραφία του έτους 2007 δεν υπάρχει ο φυτοφράκτης και στη θέση του φαίνονται ίχνη περίφραξης, τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα".
2. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 1206/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της εν λόγω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, σχετικά με τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 355/2016).
Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει για ανεπαρκή αιτιολογία την πρωτοβάθμια απόφαση, στην οποία αποδίδει ειδικότερα, ότι "η προπαρατεθείσα αιτιολογία της πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς το κρίσιμο ζήτημα "αν οι θέσεις ... και ... στην κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Χορτιάτη είναι ταυτόσημες ή έστω γειτονικές...", που τέθηκε με την 34672/2009 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν είναι επαρκής, διότι δεν ενέχει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου...".
Είναι δε απαράδεκτος ο λόγος αυτός, αφενός μεν διότι η προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, έχει ενσωματωθεί στην απόφαση του Εφετείου και, συνεπώς, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η τελευταία αυτή απόφαση, αφετέρου δε διότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δεν έχει κατατεθεί, όπως από το δικόγραφό της προκύπτει και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
3. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005).
Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).
Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 857/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που εκτίθεται στον πρώτο παραπάνω λόγο, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1959/2007).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια "της μη νόμιμης αιτιολογίας", η οποία πλημμέλεια συνίσταται, ειδικότερα, στο ότι "η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων και με μη νόμιμη αιτιολογία δέχτηκε το πόρισμα της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το οποίο μόνο το πρώτο αγροτεμάχιο (1301 φορολογική εγγραφή, άμπελος), που αναφέρεται στους τίτλους κτήσης μου, ...
συμβόλαια του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτίου Βαληνάκη, εμπίπτει εντός της έκτασης του αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., διότι, διά του πορίσματος της ως άνω πραγματογνωμοσύνης και συνακόλουθα του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η άμπελος που περιγράφεται στην 1301 φορολογική εγγραφή, έκτασης 862 τμ φέρεται να ταυτίζεται με το αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...
έκτασης 1.325,58 τμ, χωρίς να αιτιολογείται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την προσβαλλόμενη απόφαση, με ποιο τρόπο προσαρτήθηκε στο εμβαδό του πρώτου ακινήτου μου, που περιγράφεται στον τίτλο κτήσης μου και στη 1301 φορολογική εγγραφή τα επιπλέον 463.58 τμ (1325,58-862)". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, γιατί τα παραπάνω, ήτοι "η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του τρόπου προσάρτησης στο ακίνητο της 1301 φορολογικής εγγραφής των 463,58 τμ", ασκούν και ποια ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε, διότι με την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται, στην πραγματικότητα, όπως, άλλωστε, αναφέρεται τούτο στον ερευνώμενο λόγο με τις φράσεις "η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων", η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των παραπάνω πραγματικών γεγονότων, ήτοι, της παραδοχής του ότι τα προαναφερόμενα δύο εδαφικά τμήματα αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο και ότι στο ενιαίο αυτό ακίνητο ασκούσαν, διανοία κυρίου, τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής, ο αναιρεσίβλητος και πριν από αυτόν η δικαιοπάροχος μητέρα του, για συνολικό χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ότι, συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του ανωτέρω επιδίκου τμήματος των 666,71 τμ.
4. Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των οικείων πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο είναι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων ο ορισθείς πραγματογνώμονας και συνακόλουθα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έκανε δεκτό ότι η 955 φορολογική εγγραφή, που αφορά το δεύτερο ακίνητό μου, που περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης μου, ταυτίζεται απολύτως με το νότιο τμήμα του με αρ. ΚΑΕΚ ... και το με αρ. ΚΑΕΚ ... αγροτεμάχιο. Ειδικότερα η παραπάνω πραγματογνωμοσύνη κατά την εκπόνηση του πορίσματός της, δεν προέβη σε βάθος έρευνα των αρχικών ιδιοκτητών και των συνοριτών που αναφέρονται στις 1301, 1302, 1303, 954, 955, 956 και 959 φορολογικές εγγραφές...".
5. Επίσης, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απέδωσε σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας τα ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, απέδωσε σε ορισμένα από αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013). Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνον, αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010). Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "προσέδωσε στην ... πραγματογνωμοσύνη, που διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δύναμη πλήρους αποδείξεως". Και τούτο, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε "δύναμη πλήρους απόδειξης" στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά, αντίθετα, την εκτίμησε ελεύθερα, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ.
6. Περαιτέρω, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση του ίδιου ανωτέρω άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "αγνοήθηκε παντελώς η σαφής κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Σ. Μ....ενώ θεωρήθηκε εσφαλμένα αξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Σ.", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, καθόσον, εκτιμώντας τα ελεύθερα, έδωσε στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου (όπως, σύμφωνα με το νόμο, μπορούσε) μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα και αξιοπιστία σε σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας.
7. Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του, ότι: "από το Σεπτέμβριο του έτους 1957, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) μητέρα του Ε.
χήρα Α. Τ. και κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των αδελφών της Ν. Γ. και Σ. Γ. της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας του πατέρα τους Α. Γ., που απεβίωσε την 19-6-1957, άρχισε να νέμεται ένα αγροτεμάχιο, συνολικού τότε εμβαδού 1.539 τμ στην κτηματική περιοχή του δήμου Χορτιάτη που συνόρευε γύρω με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ.
Λ., επί πλευράς 39,50 γμ, Π. Τ. και Σ. Λ. επί τεθλασμένης πλευράς 39,50 γμ, με ιδιοκτησία Σ. Γ. και Β. Γ. επί τεθλασμένης πλευράς 42,20 γμ και με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Α. επί πλευράς 30,75 γμ και ειδικότερα καλλιεργούσε τον αγρό αυτό με σιτάρι, συνέλεγε τους καρπούς των δένδρων που υπήρχαν σε αυτόν, τον επέβλεπε και τον περιέφραξε με συρματόπλεγμα και πάσσαλους...Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι, από το χρόνο που του μεταβιβάσθηκε το ανωτέρω ακίνητο (20-12-1984) ο ενάγων το κατείχε με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού υλικές και εμφανείς πράξεις νομής.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης της νομής του αγρού των 1.539 τμ εκ μέρους του, ο οποίος χρόνος κτήσης συμπίπτει με το χρόνο σύνταξης (20-12-1984) του ... ανωτέρω τίτλου (συμβολαίου), αφού από τότε ο ενάγων παρέλαβε στη νομή του το ακίνητο, συνέχισε να νέμεται τον επίδικο ως άνω αγρό, που αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, ένα ενιαίο περιφραγμένο ακίνητο, αφού εξακολούθησε να καλλιεργεί το σύνολο του αγρού αυτού, είτε ο ίδιος, είτε εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους, μεταξύ των οποίων στο ..., επιπλέον αντικατέστησε σε ορισμένα σημεία την παλιά περίφραξη τοποθετώντας και πόρτα εισόδου, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, μέχρι το έτος 2005.
Ειδικότερα ο πιο πάνω αγρός, το εμβαδόν του οποίου μετά την αφαίρεση τμήματός του για την κατασκευή δρόμου περιορίσθηκε σε 1.267,71 τμ, δηλώθηκε από τον ενάγοντα εμπρόθεσμα στο κτηματολόγιο και ενώ κατά την πρώτη ανάρτηση έλαβε αριθμό ΚΑEK ... με εμβαδόν 1.320 τμ, εν συνεχεία μετά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης στην περιοχή του Χορτιάτη (14-7-05), έλαβε ΚΑΕΚ ...
και εσφαλμένα το εμβαδόν του περιορίσθηκε σε 601 τμ, το δε υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 666,71 τμ συμπεριλήφθηκε στο ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, πλην όμως ο πιο πάνω αγρός όπως αποδείχθηκε ήταν πάντα ενιαίος και ο εφεσίβλητος ασκούσε πράξεις νομής και στα δυο φερόμενα επιμέρους τμήματα αυτού, δηλ. τόσο σε αυτό των 601 τμ όσο και των 666,71 τμ.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίως από τη σαφή και καθ' όλα πειστική κατάθεση του μάρτυρος του εφεσιβλήτου Α. Σ., γεννηθέντος το 1946, ο οποίος έχοντας άμεση γνώση και αντίληψη των περιστατικών που βεβαιώνει, καθόσον μόνιμος κάτοικος …., με κατηγορηματικότητα κατέθεσε για τη νομή του επιδίκου ενιαίου ακινήτου, τόσο από τη δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου όσο και εν συνεχεία από τον ίδιο, αναφέροντας μάλιστα και τα ονόματα μισθωτών του αγρού και συγκεκριμένα του Τ., με εκμισθώτρια τη μητέρα του εφεσιβλήτου και του ..., με εκμισθωτή τον εφεσίβλητο, καθώς και το γεγονός τόσο της περίφραξης του ακινήτου ήδη από τα έτη 1958-1960 και της αντικατάστασης της περίφραξης από τον εφεσίβλητο το έτος 1984 (αμέσως δηλαδή μετά την περιέλευση της κυριότητας του αγρού βάσει του πιο πάνω συμβολαίου γονικής παροχής), χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανείς, όσο και την καταστροφή της περίφραξης τον Οκτώβριο του 2005 από την εκκαλούσα και την εν συνεχεία άμεση αποκατάστασή της από τον εφεσίβλητο.
Η αλήθεια της κατάθεσης αυτής του μάρτυρος απόδειξης δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Σ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος ως φίλος της εκκαλούσας επισκεπτόταν τον αγρό της τελευταίας περιστασιακά τις γιορτές, το Πάσχα και τις Πρωτομαγιές την τελευταία εικοσαετία, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε και ό,τι κατέθεσε προέρχεται προφανώς από τις πληροφορίες που έλαβε από την εκκαλούσα, διότι δεν είναι λογικό κατά τις σύντομες επισκέψεις του στο ακίνητο της εκκαλούσας και για το λόγο τον οποίο αυτές γινόταν (διασκέδαση) να φροντίζει να λαβαίνει πληροφορίες για τα ονόματα των γειτόνων και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των όμορων ακινήτων.
Άλλωστε για το γεγονός τόσο ότι το ακίνητο του εφεσιβλήτου ήταν ενιαίο με εμβαδόν 1.292,67 τμ, όσο και τη θέση του συνόρου μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, στην ... πραγματογνωμοσύνη του ο ορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας διαπιστώνει ότι "...από τη στεροσκοπική ανάλυση των αεροφωτογραφιών των ετών 1980 και 1998, αλλά και δια γυμνού οφθαλμού διαπιστώνεται η ύπαρξη φυτοφράκτη (ενδεικτικό στοιχείο ύπαρξης συνόρων) στο όριο των επίδικων ιδιοκτησιών..." και "ότι ο προσδιορισμός του κοινού συνόρου των δυο επιδίκων στη θέση του φυτοφράκτη, συμφωνεί και με τα βόρια όρια της ιδιοκτησίας Τ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το με αριθμό ...
έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης", για να συνεχίσει ότι "στη δορυφορική φωτογραφία του έτους 2007 δεν υπάρχει ο φυτοφράκτης και στη θέση του φαίνονται ίχνη περίφραξης, τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα". Ενόψει όσων προαναφέρονται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν, την αγωγή του Α.
Τ. και ως προς τη βάση αυτής αναφορικά με την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του με πρωτότυπο τρόπο, δεχόμενο την αγωγή του τελευταίου και κατά το μέρος της, που αφορά στον πιο πάνω τρόπο κτήσης κυριότητας, αν και με ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και ο αντίθετος λόγος της υπό κρίση έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε η όμοια παραπάνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σχετικά με το ότι ο Α. Τ. κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, στηρίζεται μόνο ή κυρίως στην κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, αλλά συνάγεται από τη συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων που υπάρχουν στη δικογραφία...".
Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο ότι επίδικο ακίνητο είναι το προαναφερθέν τμήμα των 666,71 τμ του μεγαλυτέρου ακινήτου, που αποτελούταν από το επίδικο των 666,71 τμ και το έτερο (μη επίδικο) τμήμα των 601 τμ, του παραπάνω δε επιδίκου τμήματος των 666,71 τμ αναγνώρισε κύριο τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία, επειδή είχε το μεγαλύτερο ακίνητο, που αποτελείται από τα δύο παραπάνω (επίδικο και μη επίδικο) τμήματα, στη διανοία κυρίου νομή του, προσμετρώντας και τον όμοιο χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας του, που υπερβαίνει την εικοσαετία, ασκώντας, ο ίδιος και πριν από αυτόν η μητέρα του, στο ενιαίο ακίνητο (άρα και στο επίδικο) σε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, τις ανωτέρω πράξεις νομής και κατοχής που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών αιτιολογιών, που συνίσταται, ειδικότερα, στο ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση χαρακτηρίζει επανειλημμένως στην ελάσσονα πρότασή της ως "επίδικο τμήμα" το επίμαχο τμήμα των 601 τμ, προβαίνοντας σε εκτενείς αιτιολογίες ως προς το τμήμα αυτό (601 τμ) χωρίς αυτό να αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης, ενώ, ταυτόχρονα, σε κανένα σημείο αυτής δεν χαρακτηρίζεται ως "επίδικο τμήμα" ή με παρεμφερή χαρακτηρισμό το επίμαχο τμήμα των 661,71 τμ".
Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση "χαρακτηρίζεται" ως επίδικο το τμήμα των 601 τμ, ενώ, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, τούτο δεν συμβαίνει, αφού στην απόφαση αυτή αναφέρεται ως επίδικο το (πράγματι επίδικο) τμήμα των 666,71 τμ.
8. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη (ΑΠ 247/2012). Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχτηκε κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο τμήμα των 666,71 τμ χωρίς απόδειξη, καθόσον τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτός είναι εκείνα που είχε προσκομίσει και στις προηγούμενες δίκες, που απέληξαν στην ανωτέρω αναιρετική απόφαση και τα οποία αφορούσαν πράξεις νομής του ιδίου αποκλειστικά και μόνο στο τμήμα των 601 τμ.
Ειδικότερα, αποδίδεται με τον παραπάνω λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε και επικαλέστηκε στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα ίδια αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στα προγενέστερα στάδια της δίκης και τα οποία αφορούσαν στο σύνολό τους αποκλειστικά και μόνο την εκ μέρους του άσκηση πράξεων νομής επί του τμήματος των 601 τμ.
Εντούτοις η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη και στηριζόμενη στα ίδια αυτά αποδεικτικά μέσα δέχτηκε την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων του άσκηση πράξεων νομής και επί του επίμαχου τμήματος των 666,71 τμ". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω υπ' αριθμ.3 νομική σκέψη έπρεπε, για την πληρότητά του, να αναφέρονται ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, από τα οποία συνήγαγε το Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η άσκηση πράξεων νομής του αναιρεσιβλήτου γινόταν αποκλειστικά και μόνο στο τμήμα των 601 τμ.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που, κατά τον ερευνώμενο λόγο, προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος, αποδείκνυαν πράξεις νομής του αναιρεσιβλήτου μόνο στο τμήμα των 601 τμ. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2018 αίτηση της Ε. χας Ι. Ο., το γένος Α. Χ., για αναίρεση της 2640/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ