Legislator Case Law & Legislation
201/2017 AI generated

201/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 201/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 201 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

201/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 201 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 201 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 201/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. Γ. και 2) Γ. Α. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Φίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2006 μη οριστική και 46/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 7-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-2-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης προς το αναιρεσείον στις 28-1-2015, βλ. την υπ’ αρ. .../28-1-2015 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Β., άσκηση αναίρεσης με την κατάθεσή της κατ’ άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 25-2-2015) προσβάλλεται η τελεσίδικη υπ’ αρ. 7/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/ 1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013). Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ίδιου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 αυτού) την 30-7-1999 (ΦΕΚ Α’ 154/99) καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (ΑΠ 301/2013, ΑΠ 692/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός, αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών, ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 1128/2012, ΑΠ 320/2004). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ αγωγές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μεικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή του ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η μη εγγραφή στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων της αγωγής που πρέπει να εγγραφεί σ’ αυτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 394/2011, ΑΠ 491/2009, ΑΠ 27/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β)..., γ)...Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για τους ανωτέρω λόγους και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως, που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ. τελ. του ν. 1539/1938. Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω κύριου αντικειμένου της διεξαγόμενης κατά την τακτική διαδικασία δίκης, μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για το παραδεκτό της άνω αγωγής, η οποία έχει το χαρακτήρα εμπράγματης αγωγής περί ακινήτου, απαιτείται και η κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγραφή αυτής στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων, άλλως είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013 όπου παρ.). Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η τήρηση της ανωτέρω διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 αφορά τη δημόσια τάξη, διότι έχει θεσπιστεί για το γενικό κοινωνικό συμφέρον (ΑΠ 630/1997). Αντιθέτως, η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1465/2009, ΑΠ 327/1993). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 858/2011, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ’ αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 180/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, απαιτείται η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων, που τους περιέχουν, καθώς και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων και δεν αρκεί η ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί στο πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο με γενική αναφορά στις τελευταίες σε όλους αορίστως τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν πρωτοδίκως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 (δικονομικό απαράδεκτο), με την αιτίαση, ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 20-1-2005 (αρ. κατ. ...2009) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν κύριοι νομείς και κάτοχοι των περιγραφόμενων σ’ αυτήν ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, καθώς επίσης δικαιούχοι της αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά με την υπ’ αρ. 622/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, διότι α) δεν είχε τηρηθεί η διοικητική προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 και ίσχυε κατ’ άρθρ. 28 του τελευταίου ως άνω νόμου από 30-7-1999 και συνεπώς κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και β) διότι η αγωγή δεν είχε εγγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.

Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 16-9-2001 (αρ. κατ. ...2001) αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου με αίτημα να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την υπ’ αρ. 622/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και αφορούσε α) τις με αρ. ... ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα, κυριότητας του 2ου αιτούντα, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ’ αρ. ...16-2-1996 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Ν. Κορινθίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 206/5-3-1996 τ. Δ). Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία περί απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), η υπ’ αρ. 98/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία το Δικαστήριο απέσχε από την έκδοση απόφασης περί αναγνώρισής τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης για τις με αρ. ... ιδιοκτησίες, για το λόγο ότι πιθανολογείται κυριότητα του Δημοσίου, που ισχυρίστηκε ότι αποτελούν δημόσια δασική έκταση και γι’ αυτό τα δικαιώματα κυριότητας που προέβαλλαν οι αιτούντες θα έπρεπε να κριθούν κατά την τακτική διαδικασία (άρθρ. 26 παρ. 11 Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ). Ακολούθως οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά την τακτική διαδικασία την από 20-1-2005 (αρ. κατ. ...2005) ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που απευθυνόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και άλλων εναγομένων, που δεν είναι διάδικοι σήμερα, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν (παρεπιμπτόντως) αποκλειστικοί κύριοι των ανωτέρω απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους και να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης, που είχε επιδικασθεί με την υπ’ αρ. 622/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία είχε καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος για κάθε ακίνητο και τα συστατικά αυτού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ’ αρ. 48/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που διέταξε δικαστική πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της υπ’ αρ. 28/2006 δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η οριστική υπ’ αρ. 46/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου κρίνοντας ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δεν ανέτρεψαν το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 18-4-2012 (αρ. κατ. ...2012) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αρ. 7/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική υπ’ αρ. 46/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία δέχτηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε α) ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι των ... ιδιοκτησιών και β) ότι είναι δικαιούχοι της επιδικασθείσας αποζημίωσης με βάση την 622/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Ήδη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, διότι, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όφειλε αυτεπάγγελτα να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, την οποία εσφαλμένα διακράτησε και δίκασε, αν και δεν είχε τηρηθεί η διοικητική προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 και δεν είχε εγγραφεί αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων (άρθρ. 220 ΚΠολΔ), εφόσον, μετά την αποχή του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων αποζημίωσης, το κύριο αντικείμενο της μεταγενέστερης αυτής αγωγής είναι η κυριότητα των εναγόντων και παρεπίμπτον ζήτημα η αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης και όχι το αντίθετο.

Περαιτέρω και, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην νομική σκέψη ο αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού, που αφορά τη μη τήρηση της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στην εξαίρεση του άρθρ. 262 αρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ, δηλαδή προτείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον όμως, το πραγματικό υλικό, στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας και συγχρόνως γίνεται σαφής επίκληση τούτου στο αναιρετήριο. Επίσης, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, που αφορά τη μη εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, αλλά δεν είναι δημόσιας τάξης και άρα εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρ. 262 αρ. 2, δηλαδή θα πρέπει να έχει προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας κατά την πρωτόδικη δίκη και να έχει επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις. Όπως όμως προκύπτει στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμιά αναφορά για το αν οι ανωτέρω ισχυρισμοί είχαν προταθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο δικαστήριο ουσίας. Πιο συγκεκριμένα, για τον ισχυρισμό περί μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας, που αφορά τη δημόσια τάξη, δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, αν στο Εφετείο υποβλήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, ούτε άλλωστε τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να κριθεί, ότι προτείνεται παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο. Επίσης, για τον ισχυρισμό περί μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν είχε προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας της πρωτόδικης δίκης και ότι επαναφέρθηκε νόμιμα κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις και στο Εφετείο, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός ερευνάται αυτεπάγγελτα, διότι η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι μεν έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι και δημόσιας τάξης.

Συνεπώς, δεν εμπίπτει και το δεύτερο σκέλος του αναιρετικού λόγου στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 αρ. 2 περ. α, β και γ ΚΠολΔ.

Για τον τελευταίο ως άνω ισχυρισμό και από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των από 15-11-2005 προτάσεων του Δημοσίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής μετά την οποία εκδόθηκε η μη οριστική 48/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που διέταξε πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει, ότι το Δημόσιο είχε προτείνει την ένσταση απαραδέκτου λόγω μη εγγραφής της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων. Τις προτάσεις αυτές το Δημόσιο ενσωμάτωσε στις από 5-3-2008 προτάσεις του κατά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής, στις 19-11-2008, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οπότε εκδόθηκε η εκκαλουμένη οριστική υπ’ αρ. 46/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία δέχτηκε (πλην εσφαλμένα), ότι η αγωγή δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, αν και πρόκειται για αγωγή τακτικής διαδικασίας, που ασκήθηκε μετά την αποχή του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση περί αναγνώρισης των εναγόντων ως δικαιούχων της επιδικασθείσας αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά με την υπ’ αρ. 622/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Τις ανωτέρω προτάσεις του το Δημόσιο τις μνημονεύει στις από 26-8-2014 κατ’ έφεση προτάσεις του (βλ. σελ. 3 και 11 αυτών), ως σχετικό με στοιχεία Δ5 και Δ6, στις οποίες όμως αναφέρεται, κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση με τη γενική αναφορά «λέξη προς λέξη», χωρίς δηλαδή να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρ. 240 ΚΠολΔ με επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων, καθόσον δεν αρκεί η γενική αναφορά σε όλους αορίστως τους ισχυρισμούς, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και συνεπώς, ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της τακτικής αγωγής λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων δεν επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμιά αναφορά περί του τρόπου προβολής του, κατά τα εκτεθέντα.

Συμπερασματικά, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, αν οι ισχυρισμοί περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 και περί μη εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων (άρθρ. 220 ΚΠολΔ) είχαν υποβληθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο Εφετείο και, επί πλέον, ο ισχυρισμός περί μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων και εκ του λόγου, ότι δεν έχει επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθία αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ’ άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 7/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ