Supreme Court dismissed appeal against insurance liability verdict for traffic accident caused by driver negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's judgment holding the insured driver fully liable for a traffic accident. The court found the lower court correctly applied substantive law regarding the driver's lack of due care and the absence of fault by the motorcycle rider. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may only annul a judgment if the lower court violated a substantive legal rule or misapplied the law, and in this case, the lower court's findings on driver negligence and causation were legally sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 201 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της εδρεύουσας στην ..., Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθύμιο Καραίσκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Σ., κατοίκου ..., και 2. Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χαράλαμπο Βλάχο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4699/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7291/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2009 αίτησή της. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 160/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε την συζήτηση απαράδεκτη και την επανέφερε προς συζήτηση ο 1ος των αναιρεσιβλήτων με την από 28-2-2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 9-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 608/1976, ΑΠ 1672/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων και την αναστολή αυτής συνεπεία δολίας συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας τα εξής "... Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "Περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται μετά την άσκηση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου ... Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. β' ΑΚ συνάγεται ότι η παραγραφή αναστέλλεται, αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωση του με δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός στις συναλλακτικές σχέσεις.
Συνεπώς, τέτοια δόλια συμπεριφορά, υπάρχει όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης είναι προσχηματικές ενώ, στην πραγματικότητα, κατευθύνονται στο να συνεχιστεί η απραξία του δικαιούχου μέχρι να συμπληρωθεί η παραγραφή ή όταν ο υπόχρεος αρχίζει με το δικαιούχο διαπραγματεύσεις που μόνο φαινομενικώς γίνονται προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να υποθάλπουν την αδράνεια του δικαιούχου με τελικό σκοπό την πάροδο της συνήθους βραχυπρόθεσμης παραγραφής ώστε ο υπόχρεος να την επικαλεστεί σε μελλοντική δίκη ...
Αμέσως μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (30-9-2002) και την είσπραξη των προσωρινώς εκτελεστών ποσών άρχισαν αλλεπάλληλες επισκέψεις των εναγόντων και του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στα γραφεία της εναγομένης και συζητήσεις με εκπροσώπους της και δη με την υπάλληλο επί των ζημιών από αυτοκίνητα Μ.
Π. και υπεύθυνη για την πληρωμή των αποζημιώσεων προς αυτούς (ενάγοντες), για τη συνολική επίλυση της διαφοράς συμβιβαστικώς όσον αφορά το συνολικό ποσό αποζημιώσεως τους, δεδομένου ότι ο πρώτος εξ αυτών έχει και μελλοντικές αξιώσεις εξ αιτίας του τραυματισμού του. Στις συναντήσεις αυτές οι εκπρόσωποι της εναγομένης ζητούσαν από τους ενάγοντες διάφορα έγγραφα, όπως βεβαιώσεις αποδοχών από την υπηρεσία του (Ελληνική Αστυνομία) για να υπολογίσουν την αποζημίωση τους λόγω της ανικανότητα τους προς εργασία και τις απώλειας μισθών, καθώς και πιστοποιητικά του νοσοκομείου για την ανικανότητα προς εργασία και για το κόστος των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί ο πρώτος εξ αυτών Γ.
Σ.. Αποδεικνύεται, όμως, ότι όλες οι ως άνω συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης, των εναγόντων και του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ήταν παρελκυστικές και προσχηματικές από την πλευρά της υπόχρεου ασφαλιστικής εταιρίας (εναγομένης) και γίνονταν για να υποθάλψουν την αδράνεια και το εφησυχασμό των δικαιούχων-εναγόντων ως προς τη διεκδίκηση (άσκηση) των αξιώσεων τους, ώστε να υποπέσουν σε παραγραφή και να αποφύγει έτσι η εναγομένη την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων της.
Η παρελκυστική και δόλια ως άνω συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης με συζητήσεις για δήθεν το συνολικό διακανονισμό των διαφορών με τους ενάγοντες ταυτόχρονα και για τους δύο συνεχίστηκε όχι μόνο καθόλο το διάστημα του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της παραγραφής, δηλαδή από 30-3-2004 μέχρι 30-9-2004, αλλά και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και μέχρι την εκ μέρους της εναγομένης άσκηση της κρινομένης έφεσης (27-7-2005) ... .
Επομένως, η παραγραφή ανεστάλη καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα δηλαδή τόσο κατά το ως άνω τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής όσο και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεδομένου, ότι συνεχίστηκαν οι δόλιες ενέργειες της εναγομένης και η παρελκυστική της τακτική για να αποτρέψει τους ενάγοντες από την άσκηση της αξιώσεως τους και κατά το διάστημα αυτό και μέχρι την άσκηση της κρινομένης έφεσης ... .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι εκ του ανωτέρω ατυχήματος ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, δεν υπέκυψαν σε παραγραφή ή επιδικία και πρέπει δεκτής γενομένης της αντένστασης των εναγόντων περί αναστολής της παραγραφής να απορριφθεί ο σχετικός περί αυτού πρώτος λόγος της Έφεσης". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Θ. Π., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, τα ακόλουθα: "Στις 27-4-2000 και περί ώρα 13.30 ο πρώτος από τους ενάγοντες Γ. Σ., αστυνομικός το επάγγελμα, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της Ελληνικής Αστυνομίας με συνεπιβάτη τον δεύτερο ενάγοντα Ν.
Σ. (επίσης αστυνομικός) εκινείτο στην περιοχή του Ελληνικού (Αττικής) επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος, με κατεύθυνση από Δυτικό Αεροδρόμιο προς Γλυφάδα, κατέχοντας την πρώτη από αριστερά από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του. Ενώ η ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα έφθανε στο ύψος του Κέντρου "ΒΙΟ-ΒΙΟ" κινούμενη με 70 περίπου χιλιόμετρα την ώρα, προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος, με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του (μπροστινό δεξιό φτερό και προφυλακτήρα), το ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούμενο από τον Θ. Π., εκινείτο επί της αυτής λεωφόρου και όπισθεν της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής, η οποία ήταν σφοδρότατη, έπεσαν στο οδόστρωμα ο οδηγός και ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας (οι ενάγοντες) ενώ η μοτοσικλέτα σύρθηκε κατ' ευθεία και σε απόσταση 18 μέτρων.
Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό των εναγόντων, τούτο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου Θ. Π., ο οποίος από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού οδηγού, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και έτσι μη τηρώντας την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα και πλησιάζοντας την δεν ρύθμισε την οπωσδήποτε μεγαλύτερη απ' αυτήν ταχύτητα του, με αποτέλεσμα να προσκρούσει σ' αυτή με τα ως άνω αποτελέσματα, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1 και 19 παρ. 1,2 και 7 ΚΟΚ.
Αντίθετα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του πρώτου ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, τα όσα δε υποστηρίζει η εναγομένη περί κίνησης του οδηγού της μοτοσικλέτας στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του και περί αιφνίδιας αλλαγής λωρίδας κυκλοφορίας είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε σταθερή πορεία στην αριστερή λωρίδα, ενώ ούτε τη σύγκρουση μπορούσε να προβλέψει, ούτε να πράξει οτιδήποτε προς αποφυγή του ατυχήματος".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, α) ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου περί παραγραφής και αναστολής αυτής συνεπεία δόλιας συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της υπόχρεης για αποζημίωση αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, β) διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την συμπεριφορά των οδηγών και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό των αναιρεσιβλήτων.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και αμελείας. Επίσης, το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ.
Επομένως, οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο πρώτος και τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο δεύτερος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ.7291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ