201/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 201 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2012
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 201 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Μουστακίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2. Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... και 3. Θ. Μ. του Α., κατοίκου ..., άπαντες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Άγγελου Πέτρου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, καθώς και τις ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Συνεκδικάζοντας τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις εκδόθηκε η απόφαση:1049/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη ανέγνωσε την από 10-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμόν 8 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για το παραδεκτό του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει ο αναιρεσείων να έχει υποβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά του προβαλλόμενου ισχυρισμού με βάση τα οποία ο ισχυρισμός αυτός θα κρινόταν ως ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και επί πλέον να κάνει μνεία αυτού στο αναιρετήριο. Πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενο συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Το λόγο αυτό νομιμοποιείται να προβάλει μόνο ο διάδικος που πρότεινε τον ισχυρισμό νομίμως και παραδεκτώς (ΑΠ 1253/2007). Επομένως δεν νομιμοποιείται στην προβολή της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας εκείνος που δεν τον πρότεινε.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον άνω αριθμό 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο έλαβε παρά το νόμο υπόψη ή τα έλαβε υπόψη χωρίς να έχουν προσκομισθεί ή δεν έλαβε υπόψη αν και τα επικαλέσθηκαν και τα προσκόμισαν οι διάδικοι και να καθορίζονται τα πραγματικά στοιχεία που επιφέρουν την νομική πλημμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι (η προσβαλλομένη) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασης την έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποιήσεως καθώς και τον ισχυρισμό για το χαρακτήρα του απαλλοτριωμένου ως κοινοχρήστου. Και οι τρεις ως άνω λόγοι κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτοι εκ του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, ήταν απών κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης στο Εφετείο και ως εκ τούτου ουδεμία προβολή πραγμάτων εγένετο εκ μέρους του, ώστε να μπορεί να ιδρυθεί στο πρόσωπό του ο από τον αριθμό 8 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Επίσης οι αυτοί ως άνω τρεις λόγοι κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλομένη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του αυτού ως άνω άρθρου είναι παντελώς αόριστοι αφού μόνη η ευάριθμη αναφορά δεν αρκεί για να ιδρυθεί ο εκ του αριθμό 11 λόγος αναιρέσεως αφού πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα έγγραφα και πραγματικά στοιχεία που επιφέρουν τη νομική πλημμέλεια. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο αληθώς η από τον αριθμό 14 και όχι 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αίτηση ως αόριστη, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό ο αναιρεσείων ως ερημοδικασθείς δεν τον πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ. ΑΠ 32/1996). Στην περίπτωση που εξετάζεται ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, αφού εκθέτει στο αναιρετήριο τα συγκριτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη το Εφετείο ως πρόσφορα για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, αιτιάται ακολούθως την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες δεχόμενη όλα τα ανωτέρω χωρίς έλεγχο προκειμένου για ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν προέβαινε σε ορθή κρίση αυτών θα οδηγείτο σε ορθή δικανική κρίση". Ο λόγος αυτός με τέτοιο περιεχόμενο πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, γιατί στο αναιρετήριο δεν περιέχονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ιδίως δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια ούτε ποια πραγματικά περιστατικά επιπλέον χρειαζόταν για την επαρκή αιτιολογία. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων απλώς επικαλείται ακυρότητες της ένδικης πράξεως αναλογισμού και αποζημιώσεως και επιπλέον παραθέτει πραγματικούς ισχυρισμούς σχετικά με τα ακίνητα που αναφέρονται στην εν λόγω πράξη, χωρίς να προσάπτει συγκεκριμένη αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.11.2010 αίτηση του Δ. Χ. για αναίρεση της 1049/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ