Legislator Case Law & Legislation
201/2009 AI generated

201/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 201/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

201/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον 'Αρειο Πάγο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 201 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, 2) Ψ2, κατοίκου ......, 3) Ψ3, κατοίκου ...... και 4) Ψ4, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2110/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8650/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 6-7-2005 αίτησή της. Εκδόθηκε η 2051/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8650/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 4943/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 25-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με επίκληση προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σπ. Μαυρόπουλου με αριθ. ......, ...... (με τις παρά πόδα αυτής σχετικές βεβαιώσεις του αρμόδιου αστυνομικού υπαλλήλου και του επιδόντος δικαστικού επιμελητή), ...... και ...... (με τις παρά πόδα αυτής σχετικές βεβαιώσεις του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και του επιδόντος δικαστικού επιμελητή) ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της σημερινής δικασίμου και εισηγητή καθώς και κλήση προς παράσταση κατά την συζήτηση αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον 'Αρειο Πάγο.

Το νομικό ζήτημα μπορεί ν'ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ'αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν'αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά. Στην προκειμένη περίπτωση με την 2051/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 8650/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση της ήδη αναιρεσείουσας), για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δηλ.

κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, στην συνέχεια δε εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Εφόσον, όμως, η ως άνω προηγουμένη απόφαση αναιρέθηκε για τον λόγο αυτόν, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 652 ΑΚ ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίζει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του προκειμένου να επιτύχει τους ενγένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από το νόμο και τους όρους της σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συνεπώς, κάθε τροποποίηση όρου της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν επιτρέπεται σ'αυτόν από το νόμο ή την σύμβαση, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης σε βάρος του εργαζομένου. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 7 ν.2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται καταγγελία ταύτης, δι'ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασής του δεν επιφέρει την λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό ν'αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ'αυτόν το δικαίωμα είτε ν'αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά την μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, καταρτίζοντας έτσι με τον εργοδότη του νέα σύμβαση (άρ. 361 ΑΚ) είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του ν'αξιώσει την οφειλομένη αποζημίωση, είτε ν'αποκρούσει την μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρησή τους, οπότε, εάν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται ν'απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει, όταν με την σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της σύμβασης αυτής και τα όρια αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στην μεταβολή των όρων της σύμβασης, έστω και σε βάρος των εργαζομένων, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντού δικαιώματος δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αποτελεί και η υποχρέωση του υπαλλήλου για παροχή εργασίας για λιγότερο χρόνο από εκείνο που συμφωνήθηκε με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη με αριθ. 4943/2007 απόφασή του κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης από την αναιρεσείουσα, επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ (τώρα αναιρεσείουσα) ο 1ος την 16-12-1998, οι 2ος και 3ος τον Ιούνιο του 1984 και ο 4ο;

την 22-1-1981 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλοι αναλυτές-προγραμματιστές συστημάτων και μηχανικοί επικοινωνιών στην Διεύθυνση Πληροφορικής με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και 8 ώρες ημερησίως, η εργασία τους δε συνίστατο στην προσαρμογή, συντήρηση και ανάπτυξη του μηχανογραφικού συστήματος κράτησης θέσεων, έκδοσης εισιτηρίων και ελέγχου των αναχωρήσεων, ότι το 1983 η εναγομένη εγκατέστησε το δίκτυο επικοινωνιών με την ονομασία "HERMES που αφορούσε την υποστήριξη των συστημάτων πληροφορικής, ότι για την ασφαλή και αποδοτική λειτουργία του καθόλο το εικοσιτετράωρο το Δ.Σ.

αυτής αποφάσισε την παρακολούθηση του συστήματος με βάρδιες χειριστών-αναλυτών προγραμματιστών, επελέγησαν δε και οι ενάγοντες (από τον Μάϊο του 1983 ο 4ος, τον Ιούνιο του 1984 ο 2ος, τον Αύγουστο του 1999, ο 1ος και τον Ιανουάριο του 2000 ο 3ος) για να καλύπτουν τις ανάγκες συνεχούς λειτουργίας του συστήματος με την μέθοδο της κατ'οίκον ετοιμότητας (stand by), ότι ειδικότερα ανέλαβαν την υποχρέωση μετά την λήξη του νομίμου ωραρίου τους να βρίσκονται όλο τα εικοσιτετράωρο, με βάρδιες, όλες τις ημέρες της εβδομάδας σε κατ'οίκον πραγματική ετοιμότητα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα σε κάθε στιγμή ν'αντιμετωπισθεί οποιοδήποτε πρόβλημα στο μηχανογραφικό σύστημα (σύστημα τιμολογήσεως, τμήμα ενημέρωσης δρομολογίων), ότι με βάση την συμφωνία αυτή οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να επιλύουν αμέσως τηλεφωνικώς ή με επιτόπια μετάβασή τους, σε χρονικό διάστημα μικρότερο της ώρας, οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε στον τομέα της εργασίας τους, όπως αλλαγή ή ακύρωση πτήσεων, ενημέρωση επιβατών, προβλήματα στο σύστημα τιμολόγησης, επικοινωνίας των χρηστών του δικτύου με τον κεντρικό υπολογιστή ή προβλήματα από την υπερφόρτωση των αεροσκαφών, ότι με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες παρείχαν από την ένταξή τους στο πρόγραμμα αυτό πρόσθετη εργασία με την μορφή της γνήσιας κατ'οίκον ετοιμότητας έχοντας κατά τον χρόνο αυτόν σε εγρήγορση τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις τους, προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους, όταν παρίστατο ανάγκη, συνήθως δε δέχονταν 3-10 κλήσεις κάθε 24ωρο, από τις οποίες καταγράφονταν μόνον οι σημαντικότερες, ότι για την πρόσθετη αυτή απασχόλησή ους λάμβαναν αμοιβή υπολογιζομένη σε ποσοστό επί του υπερωριακού ωρομισθίου και ανάλογα με τις ώρες τις εργασίας, δηλ.

από 16.00-22.00 σε ποσοστό 50% επί του ωρομισθίου αυτού, προσαυξανομένου όπως οι υπερωρίες, και από την 22.00-06.00 σε ποσοστό 25%, ότι την αμοιβή αυτή κατέβαλλεν ανελλιπώς η εναγομένη μέχρι την 25-4-2001, έκτοτε όμως μετέβαλε μονομερώς τον τρόπο απασχόλησής τους και μείωσε την αμοιβή τους για την πρόσθετη εργασία τους, ειδικότερα δε, αφού χαρακτήρισε την απασχόλησή τους στο σύστημα HERMES ως οιονεί υπερωριακή απασχόληση, άρχισε να υπολογίζει την αμοιβή τους ανά τηλεφώνημα, ότι η μεταβολή αυτή, για την οποία διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες, προκάλεσε προβλήματα δυσλειτουργίας στο σύστημα HERMES, ότι ενόψει των προβλημάτων αυτών η εναγομένη επανέφερε το προηγούμενο σύστημα, το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται από 19-7-2001, αλλά με αλλαγές, ειδικότερα δημιούργησε ομάδες υποστήριξης, εντάσσοντας σ'αυτές και τους ενάγοντες, για να εργάζονται με κυλιόμενο πρόγραμμα, καταργώντας το πενθήμερο, επί επτά ημέρες την εβδομάδα (και Σάββατα-Κυριακές- αργίες) με ωράριο 07.00-15.00, για δε τις ώρες εκτός του ωραρίου τους όρισε να καλύπτεται το σύστημα σε 24ωρη βάση από τα ίδια άτομα, με μειωμένη όμως αμοιβή, καθορίζοντας το ωρομίσθιο απασχόλησής τους από 16.00-22.00 σε 40% του ωρομισθίου και από 22.00-06.00 σε 20%, ότι οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και απέστειλαν στην εναγομένη την από 23-7-2001 διαμαρτυρία της δηλώνοντας ότι α) θεωρούν την απόφασή της να μεταβάλει τον τρόπο απασχόλησης και αμοιβής του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης τους γενομένη καθ'υπέρβαση των ορίων του διευθυντικού δικαιώματός της και β) διατηρούν τις υπηρεσίες τους στην διάθεσή της, ότι η ως άνω απόφαση της εναγομένης να μεταβάλει τον τρόπο απασχόλησης των εναγόντων εξέρχεται των ορίων του διευθυντικού δικαιώματός της, ότι ειδικότερα η ως άνω απασχόληση των ενταχθέντων στα προγράμματα μηχανογραφικού συστήματος HERMES και των εναγόντων μετά την λήξη του ωραρίου τους σε 24ωρη βάση (με βάρδιες) για την επίλυση των προβλημάτων του τομέα εργασίας τους αποφασίσθηκε από την εναγομένη από το 1983 ως το πλέον αποτελεσματικό πρόγραμμα για την ασφάλεια του συστήματος, ότι από την ένταξη των εναγόντων σ'αυτό καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία που αποτέλεσε όρο της ατομικής σύμβασής τους για παροχή πρόσθετης εργασίας με την μορφή της κατ'οίκον ετοιμότητας, ότι η συμφωνία αυτή περιελάμβανε την υποχρέωση της εναγομένης ν'απασχολεί και στο μέλλον τους ενταχθέντες στο πρόγραμμα υπαλλήλους της και τους ενάγοντες κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και έναντι συγκεκριμένης πρόσθετης αμοιβής, η οποία καταβαλλόταν τακτικά κάθε μήνα χωρίς διακοπή και χωρίς περιορισμό ή επιφύλαξη επί σειράν ετών και είχε καταστεί μέρος των μηνιαίων αποδοχών τους, έστω και αν δεν συνυπολογιζόταν στα επιδόματα εορτών και αδείας, ότι η εναγομένη μετά την πρώτη αλλαγή στο πρόγραμμα του συστήματος HERMES επανέφερε το αρχικά επιλεγέν ως το πλέον αποτελεσματικό πρόγραμμα και οι μεταβολές που επέφερε σ'αυτόν αφορούσαν μόνο τις ώρες απασχόλησης των εναγόντων και το ύψος των αποδοχών τους που όμως δεν μπορούσαν να γίνουν μονομερώς, ότι κατά την καταρτισθείσα με κάθε ενάγοντα συμφωνία για την παροχή της πρόσθετης εργασίας η εναγομένη δεν είχεν επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης ούτε του τρόπου λειτουργίας του μηχανογραφικού συστήματος ούτε του ωραρίου εργασίας ή των αποδοχών των εναγόντων, ότι οι πρόσθετες αμοιβές που ελάμβαναν οι ενάγοντες προ της βλαπτικής μεταβολής αποτελούσαν αντάλλαγμα της πρόσθετης εργασίας τους και δεν χορηγούνταν σ'αυτούς από ελευθεριότητα ή προς αντιμετώπιση μη υφισταμένων πλέον λειτουργικών αναγκών της εναγομένης, ούτε συνέτρεχε η περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών ή συγκεκριμένοι οικονομοτεχνικοί λόγοι επιβάλλοντες την μείωση των αποδοχών των εναγόντων, ότι από το 1994 που η εναγομένη τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης μέχρι το 2001 κατέβαλλεν ανελλιπώς τις πρόσθετες αμοιβές τους, θεωρώντας όλ'αυτά τα χρόνια αποδοτική την πρόσθετη εργασία τους και όχι δαπανηρό τον τρόπο αμοιβής τους, ότι η επίμαχη μεταβολή συνιστά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, την οποία αυτά δεν αποδείχθηκαν, δικαιούμενοι ν'αξιώσουν την τήρηση των όρων αυτών, την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας τους με τους προ της μεταβολής όρους και την καταβολή της πρόσθετης αμοιβής τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατ'επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) δικαιούνται να λάβουν την διαφορά μεταξύ των καταβλητέων κατά τους όρους των ατομικών συμβάσεών τους αποδοχών και των μειωμένων που κατέβαλλε σ'αυτούς η εναγομένη (αναιρεσείουσα).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρ. 652, 281 ΑΚ, 7 ν.212/1920, μη συντρεχούσης στην κρινόμενη υπόθεση περίπτωσης εφαρμογής του αρ. 659 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, ο αυτός ως άνω λόγος αναίρεσης κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV. Ο αναιρετικός λόγος του αρ. 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυσή του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις με αριθ. ...... και ...... νομοτύπως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστ. Γαλούση που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο. Από την ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση των βεβαιώσεων αυτών μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, μη τεθεί, όμως, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης λόγω της απουσίας των νικώντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ για αναίρεση της 4943/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ