Legislator Case Law & Legislation
201/2008 AI generated

201/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 201/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

201/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 10/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή πρώτο λόγο της από 3-4-2003 αίτησης του Χ1, για αναίρεση της 9449/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για ν' αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της άνω αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 31-5-2007 κλήση της καλούσας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 201 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 201/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Αδάμη. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 974/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-9-2001 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1062/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Εκδόθηκε η 9449/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3-4-2003 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 228/2006 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

Εκδόθηκε η 10/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή πρώτο λόγο της από 3-4-2003 αίτησης του Χ1, για αναίρεση της 9449/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για ν' αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της άνω αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 31-5-2007 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 20-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31.5.2007 κλήση της αναιρεσίβλητης νόμιμα εισάγεται στο Τμήμα αυτό ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της από 3.4.2003 αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1, κατά της 9449/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την 10/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 πρώτο λόγο της αναιρέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα για να αποφασίσει επί του ανωτέρω λόγου της αναιρέσεως.- Επειδή, κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά.

Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός,, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.

Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεως του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχομένης εργασίας του μισθωτού.

Επομένως, για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ.

Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας τάσσεται από το νόμο (αρθρ. 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν.539/1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.

Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και το ύψος των αξιώσεων αυτών;

ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας. Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική κατά το άρθρο 342 του Α.Κ. της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητας του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (Ολ.

ΑΠ 39- 40/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη (Δ.Ε.Η.) στις .... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως πτυχιούχος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από 16-5-1976 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, τοποθετήθηκε εξαρχής στη Δ/νση Πληροφορικής ως αναλυτής - προγραμματιστής και προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του αυτές μέχρι τις 5-1-1985.

Στη συνέχεια υπηρέτησε μέχρι τις 11-7-1990 στη Δ/νση Μελετών Κατασκευών Διανομής. Στις 12-7-1990 ορίστηκε βοηθός Δ/ντής προσωπικού στο Δ/ντή προσωπικού και από 28-11 -1990 έως το Νοέμβριο 1993 εργάστηκε ως Δ/ντής του Γραφείου του Βοηθού Γενικού Δ/ντή Διοικητικού, ασκώντας παράλληλα και καθήκοντα Προέδρου διαφόρων επιτροπών.

Κατά το διάστημα από 1-6-1992 έως 30-9-1993, με εξαίρεση το μήνα Αύγουστο των ετών 1992 και 1993, εργαζόταν πλέον του κανονικού ωραρίου του από 4 έως 6 ώρες ημερησίως, χωρίς η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τις αντίστοιχες (νόμιμες) υπερωριακές και υπερεργασιακές αμοιβές και τις διαφορές από προσαυξήσεις επιδομάτων εορτών και αποδοχών άδειας και επιδόματος αυτής.

Ζήτησε δε βάσει αυτών να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει συνολικά 10.893.145 δραχμές, όπως το κάθε μερικότερο κονδύλιο εξειδικεύεται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού..Το Εφετείο έκρινε εν μέρει, για ποσό 10.814.949 δραχμών, βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό αυτό, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους που κάθε επί μέρους ποσό έγινε απαιτητό μέχρι την εξόφληση.

Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά το βάσιμο από το άρθρο 550 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αναίρεσης, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9449/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ