201/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 201 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 201/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιω...
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 201 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 201/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1)Χ1 και 2)Χ2, που ενεργούν ατομική και ως μέλη της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία ....., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαραντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου : ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1696/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6901/1999 μη οριστική, 7846/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 409 του Α.Κ.,αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, στη διαμόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια για το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του και την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το οποίο δίκασε την έφεση κατά της 1696/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ο πρώτος εζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι και του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, μεταξύ των οποίων την καταπεσούσα ποινική ρήτρα λόγω καθυστερήσεως παραδόσεως των αναφερόμενων τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών (καταστημάτων) και αποπερατώσεως των κοινοχρήστων χώρων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) καθυστέρησαν υπαιτίως να παραδώσουν τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες και αποπερατώσουν τους κοινόχρηστους χώρους, ήτοι παραβίασαν υπαιτίως τη συμβατική υποχρέωσή τους για την προσήκουσα παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών αποπερατωμένων μετά των κοινόχρηστων χώρων μέχρι τη συμφωνηθείσα ημερομηνία της 31-1-1991 και υποχρέωσε αυτούς (εναγομένους-αναιρεσείοντες) να καταβάλουν στον ενάγοντα την καταπεσούσα, για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ποινική ρήτρα και την επί πλέον αυτής ζημία του.Οι εναγόμενοι, με την έφεσή τους, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, προέβαλαν την αίτηση-ένσταση ότι η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο αναφερόμενο ποσό (μέτρο) που αρμόζει. Όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά ότι, λαμβανομένων υπόψη της έκτασης της συμβατικής παραβάσεως των οφειλετών-εναγομένων, του βαθμού του πταίσματός τους, της ωφέλειας αυτών εκ της μη εκπληρώσεως της παροχής, καθώς και της οικονομικής κατάστασης των μερών, η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα (των 6.000 δραχμών την ημέρα) δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ. και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις. Εξάλλου, με το Ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα",που συνάφθηκε μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας κατ άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".Η ίδια η διατύπωση του κανόνα αυτού, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, ότι σε περίπτωση αδυναμίας του δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές (εμπορικές) απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του άνω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ εμπόρου για εμπορικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 παρ.1α και 338 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί (κατ ένσταση) και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του. Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικου ελέγχου από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (Ολομ.Α.Π. 23/2005).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο που ανέλαβαν τις υποχρεώσεις τους έναντι του ενάγοντος (επίδικο) ήταν έμποροι, ασχολούμενοι κατά σύνηθες επάγγελμα με την κατασκευή διαμερισμάτων και καταστημάτων και την πώληση αυτών σε τρίτους με κέρδος, διέταξε δε την προσωπική κράτηση αυτών, οι οποίοι, παρά την οικονομική τους δυνατότητα, δολίως αποφεύγουν να εκπληρώσουν την οικονομική υποχρέωσή τους έναντι του ενάγοντος, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της (αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση) κατ αυτών χρηματικής απαιτήσεως του ενάγοντος, ούσης εμπορικής ως προερχομένης από την άνω εμπορική δραστηριότητα των εναγομένων. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αφού οι άνω αιτιολογίες του, στις οποίες αυτό διέλαβε ως εκ περισσού, καίτοι δεν απαιτείτο κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι οι εναγόμενοι, παρά την οικονομική τους δυνατότητα, δολίως αποφεύγουν να εκπληρώσουν την οικονομική τους υποχρέωση έναντι του ενάγοντος, είναι σαφείς και επαρκείς και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία διώκεται, μεταξύ άλλων, η προσωπική κράτηση των εναγομένων εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, εφόσον σ αυτή εκτίθεται 1)ότι οι εναγόμενοι είναι έμποροι και 2) ότι η κατ αυτών απαίτηση του ενάγοντος είναι εμπορική, είναι ορισμένη, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και δεν χρειαζόταν για το ορισμένο της να διαλαμβάνεται σ αυτή ότι οι εναγόμενοι έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν την συμβατική έναντι του ενάγοντος υποχρέωσή τους και, παρόλα αυτά, δολίως και από κακοπιστία δεν την εκπληρώνουν και εξ αιτίας της συμπεριφοράς τους ματαιώνεται ή καθίσταται δυσχερής η ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι η αγωγή, μη διαλαμβάνουσα στο δικόγραφό της ότι αυτοί έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν την έναντι του ενάγοντος συμβατική τους υποχρέωση και, παρά ταύτα, με δόλια συμπεριφορά τους ματαιώνουν η καθιστούν δυσχερή την ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος, ο οποίος αδυνατεί ή είναι υπέρμετρα δυσχερές να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, είναι αόριστη και το Εφετείο ,που την έκρινε ορισμένη και δεν κήρυξε το εκ της αοριστίας της απαράδεκτο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.
Όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος του ενάγοντος, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "δεν αποδείχθηκε η συνδρομή περιστατικών που να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος. Ειδικώτερα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποδέχθηκε τις παραπάνω ελλείψεις και ότι παρέλειψε να γνωστοποιήσει τις υπάρχουσες ως άνω ελλείψεις σ αυτούς και ότι μετά την αποχώρηση των συνεργείων και την αποπεράτωση της οικοδομής επιχείρησε κακόπιστα να εφεύρει ελλείψεις και κακοτεχνίες". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 281 Α.Κ. προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2, ενεργούντων ατομικά και ως μελών της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία...." για αναίρεση της 7846/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ