201/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7299/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2727/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated201/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παραμόρφωση , επίσης, υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία γίνονται δεκτά γεγονότα που δεν περιέχονται στο έγγραφο, όπως, π.χ όταν γίνεται δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας, ότι σε ορισμένο έγγραφο υπάρχει ομολογία ή περιέχεται συγκεκριμένος κατά περιεχόμενο όρος, τα οποία ,όμως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.
Full text
Απόφαση 201 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 201/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ξ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σακελλάριο.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κιοσσέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7299/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2727/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρίθ. 20 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου το δικαστήριο καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Υπάρχει , δηλαδή, παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, την δε επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί και να μη αφορά την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. ( ΑΠ 185 και 422/1993 ).
Παραμόρφωση , επίσης, υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία γίνονται δεκτά γεγονότα που δεν περιέχονται στο έγγραφο, όπως, π.χ όταν γίνεται δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας, ότι σε ορισμένο έγγραφο υπάρχει ομολογία ή περιέχεται συγκεκριμένος κατά περιεχόμενο όρος, τα οποία ,όμως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.
Στην προκείμενη περίπτωση εκθέτει ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο ίδιος, βάσει ρητού όρου του από 8.3.1996 μισθωτηρίου συμφωνητικού ,ανέλαβε την υποχρέωση κατά την αποχώρηση του από το μίσθιο οικόπεδο, να αφήσει προς όφελος του μισθίου κάθε κατασκευή είτε λυόμενη είτε σταθερή και όχι να την αφαιρέσει , ενώ στην πραγματικότητα κανένας τέτοιος όρος δεν υπάρχει στο μισθωτήριο της 8.3.1996.
Από την παραδεκτή , όμως, επισκόπηση ( 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ) του επίμαχου μισθωτηρίου, προκύπτει , ότι, με ρητό όρο του από 25.2.1996 προσυμφώνου μισθώσεως , στο οποίο παρέπεμπε το μισθωτήριο(18ο όρος του), "επιτρέπονταν στο μισθωτή να εγκαταστήσει πρόχειρη ή μόνιμη πλινθόκτιστη, σιδηρά ή ξύλινη κατασκευή ή προκατασκευή υπόστεγου, γραφείου ή οικίας με ευθύνη και έξοδά του, η οποία κατασκευή παραμένει ούτως ή άλλως προς όφελος του μισθίου και στην ιδιοκτησία του εκμισθωτή, υπό τους εκεί όρους και προϋποθέσεις.. " (περίπτωση β’ των παρατηρήσεων).
Οι προβαλλόμενοι, επομένως, πρώτος και τέταρτος των λόγων αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 222, 295 και 296 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως και πριν ασκηθεί έφεση, παύει η εκκρεμοδικία και δεν μπορεί να προταθεί κατά το διάστημα αυτό η σχετική ένσταση, η παραίτηση δε από το αγωγικό δικόγραφο ή δικαίωμα είναι ανίσχυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, διότι σε κάθε περίπτωση η παραίτηση προϋποθέτει εκκρεμή δίκη, η οποία , όμως, περατώνεται με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Με την άσκηση , όμως, εφέσεως κατά της οριστικής απόφασης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία στα όρια της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων της και πριν ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση εγκύρως χωρεί παραίτηση, αν ο εναγόμενος δεν προβάλλει αντίρρηση, οπότε στην περίπτωση αυτή καταργείται όλη η δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της αγωγής, και η οριστική απόφαση απενεργοποιείται ( ΑΠ 436/2003 ).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρίθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης , αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο , κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης ( ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αναίρεση αποφάσεως και των λοιπών δικογράφων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτουν, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση ότι:
Το αυτό αγωγικό αίτημα της καταβολής του ποσού των 3.000.000 δρχ. , ως αποζημίωσης για την αντισυμβατική αφαίρεση από το μίσθιο της λυόμενης οικίας είχε περιληφθεί σε προηγούμενη με αριθμό καταθέσεως 20790/2001 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, η οποία όμως είχε απορριφθεί λόγω αοριστίας. Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση με αριθμό καταθέσεως 24005/2002 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε της προηγούμενης αγωγής , αλλά η παραίτησή του είχε κριθεί μη νόμιμη, διότι είχε εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής και δεν υπήρχε εκκρεμής δίκη.
Την αυτή δήλωση παραίτησης επανέλαβε ο αναιρεσίβλητος κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου με τις κατατεθείσες την 4.9.2003, υπό την αυτή ημερομηνία προτάσεις του ( σελ.4) καθ’ ον χρόνο είχε αναβιώσει η εκκρεμοδικία με την συνομολογούμενη και από μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση από μέρους του τελευταίου, εφέσεως κατά της πρωτόδικης υπ’ αρίθ. 12.046/2002 αποφάσεως.
Η παραίτηση αυτή ενώπιον του εφετείου επέφερε κατάργηση της δίκης επί της προηγούμενης αγωγής, αφού ο αναιρεσείων στις κατατεθείσες από 20.8.2003 προτάσεις του ( φύλ. 5ο) δεν εναντιώθηκε ρητά στη γενόμενη νομότυπη πλέον παραίτηση αλλά ζήτησε , επικουρικά, να ανασταλεί η εκδίκαση της δεύτερης αγωγής μέχρι να λήξει οριστικά και τελεσίδικα η εκδίκαση της ως άνω υπ’ αρίθ.
κατ. 20790/2001 αγωγής του αντιδίκου εναντίον του. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αίτησης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δε ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, όταν από της παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά , τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία ( μη συνδρομή ) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. ( ΟλΑΠ 1/199).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο από τους λόγους της αίτησης αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι ενώ δέχεται ( σελ. 9 ) ότι ο αναιρεσείων ανέλαβε να κατασκευάσει πρόχειρη ή μόνιμη πλινθόκτιστη, σιδηρά ή ξύλινη κατασκευή υπόστεγου γραφείου ή οικίας με έξοδά του, σε άλλη θέση ( σελ. 11) δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατά την αποχώρησή του διέλυσε και αφαίρεσε από το μίσθιο τη λυόμενη οικία - γραφείο που είχε κατασκευάσει, ενώ είναι προφανές ότι το γραφείο οικία δεν το κατασκεύασε ο ίδιος αλλά το αγόρασε και το μετέφερε στο μίσθιο σε τροχούς και κατά την αποχώρησή του το πήρε , όπως και τα υπόλοιπα τροχόσπιτα και αυτοκίνητα.
Ο λόγος είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, αφού δεν υπάρχει αντίφαση, το δε γεγονός ότι το λυόμενο οίκημα δεν κατασκευάστηκε στο μίσθιο αλλά σε άλλο κατασκευαστικό χώρο και μεταφέρθηκε στο μίσθιο, δεν αναιρεί τη φύση και το είδος της οικήματος ως κατασκευής, που επέβαλε υποχρέωση στο μισθωτή να το αφήσει στο μίσθιο, εφόσον ,κατά την ανέλεγκτη κρίση του εφετείου , αυτή ήταν η υποχρέωση του μισθωτή.
ΙV. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 , 1193 και 1198 ΑΚ, χωρίς μεταγραφή του τίτλου μεταβιβάσεως δεν επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου ή σύσταση ή μετάθεση ή κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, προκειμένου όμως περί μισθώσεως ο εκμισθωτής, δεν είναι κατ’ ανάγκη ( άρθρ. 574 ΑΚ) και κύριος του ακινήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος από τις 15.1.1997 υπεισήλθε δυνάμει συμβάσεως εκχωρήσεως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, γνωστοποίησε αυτήν του την υπεισέλευση στον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος τον αναγνώρισε ως εκμισθωτή σ’ αυτόν κατέβαλε τα μισθώματα και μάλιστα μεταξύ τους έγινε τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας για την καταβολή των μισθωμάτων κατά μήνα και όχι κατ’ έτος, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της απώτερης δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου αρχικής εκμισθώτριας Σ.
Τ.. Δέχθηκε ,επίσης, η απόφαση, ότι προς τον αναιρεσίβλητο ,ως εκμισθωτή, επέδωσε ο αναιρεσείων, τις από 19.5.1999 εξώδικες προσκλήσεις του αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν πλέον ο εκμισθωτής του μισθίου. Από την κρίση αυτή του εφετείου δεν θεμελιώνεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην πρώτη περίπτωση, διότι αφού εκμισθωτής μπορεί να είναι και μη κύριος, δεν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου από τους προαναφερθέντες παραπάνω, και στη δεύτερη, διότι στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών δεν εκδίδεται παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση.
V . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται ο αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν εντεύθεν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντεστάνσεως ( ΟλΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π ή τα επιχειρήματα καθώς και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων ( Ολ Α.Π 469/1984) ενώ αντίθετα αποτελούν πράγματα οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγο έφεσης ( ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 8 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το εφετείο για να δικαιολογήσει την κρίση του ότι η αξία του αφαιρεθέντος λυόμενου οικήματος ανέρχονταν στο ποσό των 3.000.000 δρχ.
που είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το μεν έλαβε υπόψη του την από 20.5.2001 αναληθή και ψευδή έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Ι. Ν., παρότι ο τελευταίος δεν είδε και δεν έλεγξε το λυόμενο γραφείο που ο αναιρεσείων είχε αγοράσει προ εξαετίας αντί του ποσού του 1.063.000 δρχ. συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το δε εκτίμησε ότι ο ίδιος δεν είχε παραπονεθεί με λόγο εφέσεως για το ύψος του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού.
Ο λόγος είναι απορριπτέος , ως απαράδεκτος, κατά το πρώτο μέρος που βάλλει κατά της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης διότι η εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί "πράγμα " με την έννοια του νόμου και υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αριθμού 8 πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου και κατά το δεύτερο , διότι δεν αποτελούν, επίσης, πράγμα τα επιχειρήματα των διαδίκων, εν προκειμένω δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο από την επανεκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αξία του αφαιρεθέντος οικίσκου ανέρχεται σε 3.000.000 δρχ.
προφανώς εκτιμώντας την σχετική αναφορά στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ως πρόσθετο λόγο εφέσεως και ως επιχείρημα χρησιμοποίησε το ότι δεν προβλήθηκε ρητή αιτίαση με το δικόγραφο της από 3.7.2003 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αρίθ. 7299/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην οποία πράγματι αναλίσκεται ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου, στο ότι, δεν υπείχε υποχρέωση να αφήσει κατά την αποχώρησή του το λυόμενο οίκημα στο μίσθιο ( φύλλο 4ο ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.9.2003 αίτηση του Ι. Ξ., για αναίρεση, της υπ’ αρίθ.2727 /2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα ( 1.170 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2005 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ