Supreme Court dismisses appeal against bank liquidation debt offset ruling regarding payment credits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the First Instance Court of Western Macedonia's final judgment. The court found the lower court's reasoning regarding the offset of payments against the debt was clear and non-contradictory, allowing for proper review under Article 39 of Law 3254/2004. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 39, paragraph 8 of Law 3254/2004: The Supreme Court may review lower court decisions on the offset of payments against debts in bank liquidation proceedings if the reasoning is clear and not contradictory, rejecting appeals based on alleged contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2019 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2019/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.
Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κουρούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.Του αναιρεσίβλητου - καλούντος:
Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., με την ιδιότητα του νόμιμου και μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του, Ν. Κ. του Λ., όπως αναφέρεται στην από 14-11-2023 κλήση, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λάππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2015 μη οριστική και 87/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-06-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΑπό τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 παρ.1, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος) αυτού (Ολ ΑΠ 22/2000). Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης.
Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή, δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η συζήτηση επί της από 17/6/2021 αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 13-2-2023 κατά την οποία επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του αναιρεσίβλητου Ν. Κ. στις ...-2023, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου του Δ.Ε. Αετού του Δήμου Αμυνταίου του νομού Φλώρινας και μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τον υιό του Λ. Κ., ο οποίος αποδέχτηκε την κληρονομιά του πατρός του (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2023 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αμυνταίου Ε. Χ.). Ακολούθως με την ένδικη από 14-11-2023 κλήση του, ο ως άνω καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος, Λ.
Κ. ζήτησε να οριστεί δικάσιμος για τη συζήτηση της από 17/6/2021 αίτησης αναίρεσης προκειμένου να συνεχίσει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (24-2-2025).Με την ανωτέρω κρινόμενη από 17/6/2021 (αριθμ. καταθ. 21/2021, αρθμ. Δικ.1737/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 33/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2021 επίδοση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Π., η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 20-5-2021 και η κατάθεση της αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 18-6-2021, ήτοι εντός τριάντα ημερών (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 33/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αρχικός ενάγων Ν. Κ., με την από 28/11/2013 αγωγή του κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ισχυρίστηκε ,ότι ήταν αγρότης και για την ανάπτυξη της αγροτικής του δραστηριότητας κατήρτισε με την εναγόμενη τις αναφερόμενες σε αυτή συμβάσεις μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων.
Ότι αν είχε λάβει χώρα νόμιμος υπολογισμός της οφειλής του κατά το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την από 29-10-2004 αίτησή του, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, η οφειλή του θα ανερχόταν, στις 4-8-2004, στο ποσό των 233.744,06 ευρώ και αφαιρούμενων των καταβολών στο ποσό των 12.078,07 ευρώ, το οποίο είναι και το οφειλόμενο.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι η συναφθείσα με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα το έτος 1985 σύμβαση παροχής πίστωσης, καθώς και συναφθείσα με την εναγόμενη με αριθμό 16/1989 σύμβαση παροχής πίστωσης, δυνάμει των οποίων εκταμιεύτηκαν τα ανωτέρω αναφερόμενα βραχυπρόθεσμα δάνεια, κινήθηκαν μέσω απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, β) να αναγνωριστεί ότι το υπόλοιπο της οφειλής του πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 με βάση τα ληφθέντα κεφάλαια και όχι με βάση το λογιστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, γ) να αναγνωριστεί ότι η οφειλή του προς την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα από τις περιγραφόμενες στην αγωγή συμβάσεις μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004, δεν ανέρχεται στο ποσό των 116.217,08 ευρώ, αλλά στο ποσό των 12.078,07 ευρώ, δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπάγει την ως άνω οφειλή του ποσού των 12.078,07 ευρώ στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 2 εδ.
δ' του ν. 3259/2004, ήτοι να ορισθεί η αποπληρωμή της σε διάρκεια επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και να καθορισθούν ισόποσες περιοδικές δόσεις, οι οποίες θα είναι έντοκες με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις, αρχής γενομένης της ισχύος της χρονικής αυτής ρύθμισης από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κρινόμενης αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 118/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, η οποία, αφού έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, διέταξε στη συνέχεια την επανάληψη της συζήτησης αυτής προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη από λογιστή ώστε να προσδιοριστεί το ύψος της οφειλής του ενάγοντος.
Στη συνέχεια, μετά την διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 87/2019 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι η συναφθείσα από τον ενάγοντα με την εναγόμενη το έτος 1985 σύμβαση παροχής πίστωσης, καθώς και η συναφθείσα με την εναγόμενη, με αριθμό ...-1989 σύμβαση παροχής πίστωσης, δυνάμει των οποίων εκταμιεύτηκαν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό αυτής ποσά βραχυπρόθεσμων δανείων, κινήθηκαν μέσω απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, ότι το υπόλοιπο της οφειλής του ενάγοντος πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, με βάση τα ληφθέντα κεφάλαια και όχι με βάση το κατάλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού και ότι η οφειλή του προς την εναγόμενη, με βάση τις κατά τα ανωτέρω συμβάσεις μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων και σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, κατά την 04-08-2004 ανέρχεται στο ποσό των 69.232,52 ευρώ και κατά την 14-10-2010 στο ποσό των 19.763,11 ευρώ, μετά από αφαίρεση των καταβολών που έλαβαν χώρα σύμφωνα με το αρ.39 παρ.8 του ν.
Ν. 3259/2004, υποχρεώθηκε δε η εναγόμενη να υπαγάγει την αποπληρωμή της οφειλής, ποσού 19.763,11 ευρώ, στη χρονική ρύθμιση του αρ. 39 παρ. 2 εδ. δ' του Ν. 3259/2004, ορίζοντας ότι η αποπληρωμή της θα γίνει σε διάρκεια επτά (7) ετών, εκ των οποίων τα δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, με ισόποσες περιοδικές δόσεις έντοκες με το ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 12-7-2019 έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ'ουσίαν. Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο".
Τα πολλαπλάσια αυτά ορίσθηκαν με την ίδια διάταξη "α) στο τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) στο τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) στο διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000", σε κάθε δε περίπτωση, "στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος από 4-8-2004, ν. 3259/2004, ορίζεται ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε έως επτά ετών, εκ των οποίων δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Εξ άλλου οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, διότι στη παράγραφο 5 αυτού ορίζεται ότι, εφόσον ο οφειλέτης κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κλπ.
με τα πιστωτικά ιδρύματα, ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, για τον επανακαθορισμό της οφειλής του από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3 και συγκεκριμένα η βάση του υπολογισμού της οφειλής του από τις δανειακές συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, το δε άθροισμα αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους του για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτού προς το πιστωτικό ίδρυμα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο) και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 132/2014).
Από τις αυτές ως άνω διατάξεις προκύπτει επίσης, ότι τίθεται ανώτατο όριο για τη "συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή" και όχι για την συνολική οφειλή από το δάνειο ή την πίστωση, ώστε η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων θα απαρτίζεται από την κύρια οφειλή που είναι το κεφάλαιο (ή το άθροισμα επί μέρους ληφθέντων κεφαλαίων) προσαυξανόμενη με συμβατικούς τόκους και στη συνέχεια μετά την προσαύξηση και των τόκων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 2 (για τις οφειλές των αγροτών).
Από το προκύπτον γινόμενο θα αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη, εγγυητή ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ότι απομένει θα αποτελεί την τελική οφειλή του δανειολήπτη (παρ. 8 του ιδίου άρθρου). Στη τελική οφειλή δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε επιβάρυνση, όπως φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα, οριοθετουμένης έτσι της εν γένει εκτάσεως των υποχρεώσεων του οφειλέτη μέχρι την κατά τα ανωτέρω προκύπτουσα συνολική οφειλή ( ΑΠ 336/2023, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 1077/2013, ΑΠ 1238/2012, ΑΠ 917/2011).Τέλος, κατά το ως άνω άρθρο 39 παρ. 8 Ν. 3259/2004 "Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος".
Δηλαδή, κατά τη διάταξη αυτή, καταβολή συνιστά κάθε χρηματικό ποσό, το οποίο αποδίδεται από οποιαδήποτε πρόσωπο στην τράπεζα έναντι της ρυθμιζόμενης οφειλής, το οποίο αφαιρείται από το συνολικό ύψος αυτής, που διαμορφώνεται με τον προσδιορισμό του σχετικού μεγέθους, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Τέτοιες καταβολές (τρίτου), επομένως, συνιστούν και οι μειώσεις του οφειλόμενου ποσού, που συντελούνται με τη διαγραφή των τόκων υπερημερίας, με βάση αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που οφείλονται προς την ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη Τράπεζα, καθόσον το αντίστοιχο, με τη μείωση της σχετικής οφειλής, ποσό χρεώνεται ισόποσα στον τηρούμενο, κατ' άρθρο 1 Ν. 128/1975 και, στη συνέχεια, της αποδίδεται.
Όπως δε, περαιτέρω, προκύπτει από την παρ. 10 του άρθρου 39 του προαναφερθέντος Ν. 3259/2004 οι καταβολές αυτές δεν εξαιρούνται από τον επιβαλλόμενο κατά την παράγραφο 8 του ίδιου λογιστικό υπολογισμό τους με αντίστοιχη μείωση του χρέους και, συνεπώς, αφαιρούνται από το συνολικό ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής.
Διαφορετική, από την προαναφερόμενη, ερμηνευτική εκδοχή της εν λόγω διατάξεως θα είχε ως αποτέλεσμα τη διπλή είσπραξη του επίμαχου χρηματικού ποσού, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα μία φορά μέσω του προαναφερθέντος λογαριασμού του άρθρου 1 Ν. 128/1975, στον οποίο αυτό χρεώνεται και μία από τον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, οφειλέτη, ο οποίος θα υποχρεωνόταν σε καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού, παρότι η σχετική οφειλή του, ως ανωτέρω, διαγράφηκε, δυνάμει υπουργικής αποφάσεως και το αντίδικό του, κατά τα προεκτεθέντα, έχει εισπράξει, ήδη, αυτό, μέσω του εν λόγω λογαριασμού, στον οποίο και αυτό χρεώθηκε.
Το αποτέλεσμα, όμως, αυτό ευρίσκεται εκτός του πλαισίου της σχετικής Νομοθετικής Βούλησης και, συνάμα, δυσανάλογα επωφελές για το ήδη αναιρεσείον πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠ 1101/2021).Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε ( ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 302/2023, ΑΠ 166/2016).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...το σύνολο των κεφαλαίων από τις ανωτέρω συναφθείσες με την εφεσίβλητη συμβάσεις μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων, που εκταμιεύτηκε από τον εκκαλούντα, ανέρχεται στο ποσό των 116.872,03 ευρώ ή 39.824.145 δρχ. (92.999,68 + 23.872,35).
Τα ληφθέντα δάνεια ήταν έντοκα, υπολογιζόμενου του τόκου με τα επιτόκια που ίσχυαν κάθε φορά για τις διάφορες κατηγορίες δανείων της εναγομένης, όπως αυτά καθορίζονταν με τις αποφάσεις των αρμόδιων Νομισματικών και λοιπών Κρατικών Αρχών, αναγράφονται δε στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα καρτέλες των δόσεων των δανείων και των τηρούμενων για αυτά λογαριασμών.
Οι ανωτέρω λογαριασμοί από τον τρόπο τήρησης τους είναι απλοί τρεχούμενοι λογαριασμοί και δεν φέρουν κανένα από τα χαρακτηριστικά που απαιτεί ο νόμος για την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν βάλλεται με λόγο έφεσης ως προς την κρίση της αυτή. Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά από την πραγματογνωμοσύνη , που διατάχθηκε με τη μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Οι επιμέρους χορηγήσεις των πιστώσεων α) δεν αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους με την καταχώρισή τους, β) καθεμιά από αυτές έχει αυτοτελή ημερομηνία, λήξης, γ) κάθε χορήγηση έχει αυτόνομο επιτόκιο χορηγήσεως, δ) γίνονται ληξιπρόθεσμες ανεξαρτήτως κλεισίματος του λογαριασμού της πιστώσεως και ε) καθεμιά, χορηγείται για συγκεκριμένο σκοπό.
Κανένα από τα χαρακτηριστικά δεν συνάδουν με τη φύση του αλληλόχρεου λογαριασμού που τηρείται στα πλαίσια μιας συμβάσεως πιστώσεως...". Ενώ, αναφορικά με τα βραχυπρόθεσμα δάνεια, ο πραγματογνώμονας αναφέρει τα εξής ουσιώδη για την ένδικη υπόθεση: "Αλλά και οι συμβάσεις πιστώσεως για τα βραχυπρόθεσμα δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας, που μου ετέθησαν υπόψη, έχουν όρους, οι οποίοι ρητά προβλέπουν ότι οι εκταμιεύσεις που γίνονται μέσω αυτών είναι δάνεια".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση του Ν. 3259/2004 ο εφεσίβλητος, με την από 29-10-2004 αίτησή του, ζήτησε από την εκκαλούσα την υπαγωγή της οφειλής του στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 39 του ανωτέρω νόμου, σύμφωνα με την οποία το συνολικό ύψος της δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου.
Η εκκαλούσα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2005 έγγραφό της και εν συνεχεία με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2006 έγγραφό της, του γνωστοποίησε ότι το συνολικό ποσό της οφειλής του ανέρχεται σε 116.217,08 ευρώ, υπολογισμός, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, δεν είναι νόμιμος, καθόσον η εκκαλούσα, αφενός μεν, αναφορικά για τα μεσοπρόθεσμα δάνεια, εμφάνισε αορίστως το σύνολο της οφειλής από το σύνολο των μεταξύ τους συναφθεισών δανειακών συμβάσεων, χωρίς να εμφανίζει τις γενόμενες από αυτόν καταβολές αναλυτικά για κάθε δανειακή σύμβαση, πολλαπλασίασε δε, το ληφθέν από την υπ' αριθμ. ...-1982 σύμβαση κεφάλαιο κατά τον χρόνο της εκταμίευσής του με το συντελεστή τρία (3), ενώ θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως βάση του υπολογισμού της ο συντελεστής δύο (2), αφετέρου, αναφορικά με τα βραχυπρόθεσμα δάνεια, εξέλαβε τις συμβάσεις αυτών ως συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και έλαβε ως βάση υπολογισμού το λογιστικό κατάλοιπο του λογαριασμού και όχι το σύνολο των ληφθέντων κεφαλαίων, ως όφειλε.
Αναφορικά με τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού εκ μέρους της εκκαλούσας, ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας καταλήγει στα εξής συμπεράσματα: "Είναι εσφαλμένος ο τρόπος υπολογισμού της Τράπεζας όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα δάνεια, γιατί υπολογίζει για τη διαμόρφωση της βάσης οφειλής τα ληφθέντα δάνεια ως πιστώσεις, δηλαδή δεν λαμβάνει ως αφετηρία τα εκταμιευθέντα κεφάλαια (παρ. 5 του άρθρου 39 του Ν. 325 9/2004), αλλά τα λογιστικά τους υπόλοιπα.
Τα ανωτέρω όμως πράττει κατά παράβαση του Νόμου, ως ανωτέρω εκτενώς αναπτύσσεται. Η Αγροτική Τράπεζα υπολογίζει τη "βάση οφειλής" σαν να πρόκειται για συμβάσεις με αλληλόχρεους λογαριασμούς, αν και στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε και πάλι από την αφετηρία βάσης υπολογισμού να αφαιρεθούν οι τόκοι εξ ανατοκισμού (εδ. 3 παρ.2 αρθ. 42 του Ν. 2912/2001, ως αυτό εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, σύμφωνα με την οποία "κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του αρ. 30 Ν. 2789/2000 όπως ισχύει").
Αποτέλεσμα του εσφαλμένου και κατά παράβαση του νόμου υπολογισμού της Τράπεζας για τα βραχυπρόθεσμα δάνειο είναι η διόγκωση της "βάσης υπολογισμού", αφού τα κατάλοιπα των λογαριασμών τους περιέχουν και ανατοκισμούς τόκων και άλλες επιβαρύνσεις (έξοδα, προμήθεια της Τράπεζας, εισφ. ΟΓΑ κλπ.) και κατ' επέκταση διόγκωση και του επαναπροσδιορισθέντος οφειλόμενου υπολοίπου".
Ενόψει των ανωτέρω αφετηρία για τη διαμόρφωση της βάσης οφειλής για τα μεσοπρόθεσμα δάνεια, σύμφωνα με την παρ. 5 του αρ. 39 του Ν. 3259/2004, αποτελεί το εκταμιευθέν κεφάλαιο από κάθε σύμβαση, το οποίο πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή 2 για να δώσει τη βάση της οφειλής, ακολούθως δε, σύμφωνα με την παρ. 8 του αυτού άρθρου, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδ.
β παρ. 1 του αρ.42 του Ν.2912/2001, θα αφαιρεθούν οι γενόμενες οποτεδήποτε καταβολές από τον οφειλέτη ή τρίτο. Περαιτέρω, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, με βάση τα όσα διετάχθησαν με την μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού έλαβε υπόψη όλα τα παραστατικά έγγραφα - αντίγραφα λογαριασμών που προσκομίστηκαν από τον εφεσίβλητο, και τα οποία ο τελευταίος είχε παραλάβει κατόπιν αίτησής του από την εκκαλούσα προβαίνει στα εξής συμπεράσματα αναφορικά με τις καταβολές που έγιναν από τον εφεσίβλητο προς εξόφληση της οφειλής του προς την εκκαλούσα από τα μεσοπρόθεσμα δάνεια : "1.
Προς εξόφληση της υπ' αριθμ. ...-1980 σύμβασης χρεολυτικού δανείου συνολικού ποσού 293,47 ευρώ ή 100.000 δρχ. με επιτόκιο 15% και προθεσμία απόδοσης 7 ετών για την αποπεράτωση κτισμάτων βοοτροφίας, πραγματοποιήθηκαν οι εξής καταβολές : Την 18-12-1980 καταβλήθηκε το ποσό των 9,55 ευρώ ή 3.255 δρχ, Την 31-12-1980 καταβλήθηκε το ποσό των 1,15 ευρώ ή 395 δρχ, Την 23-02-1982 καταβλήθηκε το ποσό των 78,18 ευρώ ή 26.640 δρχ., Την 06-11-1982 καταβλήθηκε το ποσό των 76,53 ευρώ ή 26.080 δρχ., Την 21-12-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 77,40 ευρώ ή 26.375 δρχ., Την 11-01-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 110,83 ευρώ ή 37.767 δρχ. , Σύνολο καταβολών: 353,64 ευρώ ή 120.502 δρχ. 2.
Προς εξόφληση της υπ' αριθμ. ...-1981 σύμβασης χρεολυτικού δανείου συνολικού ποσού 1.202,20 ευρώ ή 409.651 δρχ., η οποία συνήφθη μεταξύ του κ. Κ. και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., δυνάμει της οποίας εκταμιεύτηκε εφάπαξ την 20-03-1981 το ποσό των 1.202,20 ευρώ ή 409.651 δρχ., με επιτόκιο 12,50% και προθεσμία απόδοσης 7 ετών, για την προμήθεια μεγάλων παραγωγικών ζώων, πραγματοποιήθηκαν οι κάτωθι καταβολές:
Την 11-05-1981 καταβλήθηκε το ποσό των 106,91 ευρώ ή 36.430 δρχ. Την 24-08-1981 καταβλήθηκε το ποσό των 40,72 ευρώ ή 13.878 δρχ. Την 19-02-1982 καταβλήθηκε το ποσό των 81,44 ευρώ ή 27.753 δρχ. Την 18-08-1982 καταβλήθηκε το ποσό των 36,79 ευρώ ή 12.539 δρχ. Την 01-11-1982 καταβλήθηκε το ποσό των 278,59 ευρώ ή 94.931 δρχ. Την 10-12-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 162,90 ευρώ ή 55.509 δρχ.
Την 21-12-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 148,58 ευρώ ή 50.629 δρχ. Σύνολο καταβολών: 855,93 ευρώ ή 291.658 δρχ. 3. Προς εξόφληση της υπ' αριθμ. ...-1982 σύμβασης χρεολυτικού δανείου συνολικού ποσού 1.760,82 ευρώ ή 600.000 δρχ., η οποία συνήφθη μεταξύ του κ. Κ. και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., δυνάμει της οποίας εκταμιεύτηκε εφάπαξ την 12-10-1982 το ποσό των 1.760,82 ευρώ ή 600.000 δρχ., με επιτόκιο 12,50% και προθεσμία απόδοσης 20 ετών, για την κατασκευή αγροτικής οικίας, πραγματοποιήθηκαν οι κάτωθι καταβολές:
Την 12-09-1983 καταβλήθηκε το ποσό των 12,25 ευρώ ή 4.173 δρχ., Την 27-12-1983 καταβλήθηκε το ποσό των 31,42 ευρώ ή 10.708 δρχ., Την 30-08-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 200,29 ευρώ ή 68.205 δρχ. Την 21-12-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 246,78 ευρώ ή 84.092 δρχ. Την 18-07-1988 καταβλήθηκε το ποσό των 37,95 ευρώ ή 12.933 δρχ. Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 1.369,95 ευρώ ή 446.813 δρχ.
Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 29,16 ευρώ ή 9.939 δρχ., Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 112,17 ευρώ ή 38.224 δρχ., Την 29-11-1991 καταβλήθηκε το ποσό των 572,75 ευρώ ή 195.162 δρχ., Την 16-06-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 117,17 ευρώ ή 39.926 δρχ., Την 08-02-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 157,84 ευρώ ή 53.787 δρχ., Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 10,72 ευρώ ή 3.656 δρχ., Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 12,03 ευρώ ή 4.099 δρχ., Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 11,09 ευρώ ή 3.782 δρχ., Την 04-12-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 1.267,82 ευρώ ή 432.011 δρχ., Την 14-1 1997 καταβλήθηκε το ποσό των 29,96 ευρώ ή 10.210 δρχ.
Την 19-01-1998 καταβλήθηκε το ποσό των 243,22 ευρώ ή 82.878 δρχ., Την 14-01-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 269,87 ευρώ ή 91.959 δρχ. Σύνολο καταβολών 4.732,44 ευρώ ή 1.612,580 ευρώ. 4. Προς εξόφληση της υπ' αριθμ. ...-1982 σύμβασης χρεολυτικού δανείου συνολικού ποσού 1.408,65 ευρώ ή 480.000 δρχ., η οποία συνήφθη μεταξύ του κ. Κ. και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., δυνάμει της οποίας εκταμιεύτηκε εφάπαξ την 22-10-1982 το ποσό των 1.408,65 ευρώ ή 480.000 δρχ., με επιτόκιο 15% και προθεσμία απόδοσης 5 ετών, για την προμήθεια μεγάλων παραγωγικών ζώων, πραγματοποιήθηκαν οι κάτωθι καταβολές:
Την 22-12-1982 καταβλήθηκε το ποσό των 3,52 ευρώ ή 1.200 δρχ., Την 09-09-1983 καταβλήθηκε το ποσό των 81,47 ευρώ ή 27.763 δρχ., Την 12-09-1983 καταβλήθηκε το ποσό των 0,33 ευρώ ή 115 δρχ., Την 21-12-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 478,25 ευρώ ή 162.964 δρχ., Την 07-06-1985 καταβλήθηκε το ποσό των 21,50 ευρώ ή 7.329 δρχ., Την 16-09-1985 καταβλήθηκε το ποσό των 184,16 ευρώ ή 62.753 δρχ., Την 24-11-1986 καταβλήθηκε το ποσό των 260,60 ευρώ ή 88.801 δρχ., Την 18-01-1988 καταβλήθηκε το ποσό των 244,05 ευρώ ή 83.160 δρχ., Την 18-07-1988 καταβλήθηκε το ποσό των 161,95 ευρώ ή 55.185 δρχ., Την 11 -01-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 759,32 ευρώ ή 258.740 δρχ., Την 16-11-1995 καταβλήθηκε το ποσό των 925,29 ευρώ ή 315.293 δρχ.
Σύνολο καταβολών: 3.120,44 ευρώ ή 747.997 δρχ. 5. Προς εξόφληση της υπ' αριθμ. ...-1992 σύμβασης χρεολυτικού δανείου, δυνάμει της οποίας εκταμιεύτηκαν τα κατωτέρω ποσά, πραγματοποιήθηκαν οι εξής καταβολές: α. Προς εξόφληση του ποσού των 42.142,33 ευρώ ή 14.360.000 δρχ., που εκταμιεύτηκε εφάπαξ την 02-07-1992, με επιτόκιο 25,25% και προθεσμία απόδοσης 3 ετών έγιναν οι εξής καταβολές:
Την 09-12-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 27.369,47 ευρώ ή 9.326.147 δρχ. Την 28-05-1993 καταβλήθηκε το ποσό των 13.266,12 ευρώ ή 4.520.431 δρχ. Την 31-01-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 1.344,33 ευρώ ή 458.082 δρχ. Την 07-02-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 381,76 ευρώ ή 130.088 δρχ., Την 10-06-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 502,45 ευρώ ή 171.210 δρχ. Σύνολο καταβολών: 42.864,13 ευρώ ή 14.605.952 δρχ.
β. Προς εξόφληση του ποσού των 19.779,89 ευρώ ή 6.740.000 δρχ., που εκταμιεύτηκε εφάπαξ την 09-07-1992, με επιτόκιο 23,25% και προθεσμία απόδοσης 15 ετών, για την κατασκευή κτισμάτων βοοτροφίας, έγιναν οι εξής καταβολές: Την 30-11-1994 καταβλήθηκε το ποσό των 1.329,42 ευρώ ή 453.000 δρχ., Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 121,30 ευρώ ή 41.333 δρχ., Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 337,15 ευρώ ή 114.887 δρχ., Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 618,99 ευρώ ή 210.923 δρχ.
Την 08-07-1997 καταβλήθηκε το ποσό των 2.149,78 ευρώ ή 732.539 δρχ. Την 14-01-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 4.046,23 ή 1.378.755 δρχ. Σύνολο καταβολών: 8.602,87 ευρώ ή 2.931.430 δρχ. 6. Προς εξόφληση της υπ' αριθμ. ...-1999 σύμβασης χρεολυτικού δανείου, συνολικού ποσού 26.412,32 ευρώ ή 9.000.000 δρχ., η οποία συνήφθη μεταξύ του κ. Ν. Κ. και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., δυνάμει της οποίας, εκταμιεύτηκε εφάπαξ την 15-09-1999 το ποσό των 26.412,32 ευρώ ή 9.000.000 δρχ., με επιτόκιο 13% και προθεσμία απόδοσης 8 ετών για κτηνοτροφικούς λόγους, έγινε η εξής καταβολή:
Την 27-12-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 2.295,78 ευρώ ή 782.290 δρχ. Σύνολο καταβολών: 2.295,78 ευρώ ή 782.290 δρχ .Ήτοι, σε εξόφληση των μεσοπρόθεσμων δανείων καταβλήθηκε από τον πιστούχο προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. το συνολικό ποσό των 62.825,23 (353,64 + 855,93 + 4.732,44 + 3.120,44 + 42.864,13 + 8.602,87 + 2.295,78) ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τις γενόμενες από τον ενάγοντα καταβολές προς εξόφληση των βραχυπρόθεσμων δανείων ο διορισθείς πραγματογνώμονας διαπιστώνει τα εξής: "Σε εξόφληση των βραχυπρόθεσμων δανείων συνολικού ποσού 23.872,35 ευρώ, που εκταμιεύτηκαν δυνάμει των συμβάσεων παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, έχουν γίνει οι ακόλουθες καταβολές:
Την 18-07-1988 καταβλήθηκε το ποσό των 79,53 ευρώ ή 27.100 δρχ. Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 735,48 ευρώ ή 250.618 δρχ. Την 21-02-1991 καταβλήθηκε το ποσό των 0,34 ευρώ ή 116 δρχ. Την 27-06-1991 καταβλήθηκε το ποσό των 0,01 ευρώ ή 1 δρχ. Την 05-07-1995 καταβλήθηκε το ποσό των 825,36 ευρώ ή 281.243 δρχ. Την 16-11-1995 καταβλήθηκε το ποσό των 132,06 ευρώ ή 45.000 δρχ.
Την 04-01-1986 καταβλήθηκε το ποσό των 3.032,07 ευρώ ή 1.033.181 δρχ. Την 25-07-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 880,41 ευρώ ή 300.000 δρχ. Την 17-06-1997 καταβλήθηκε το ποσό των 18.183,79 ευρώ ή 6.1996.129 δρχ. Την 12-02-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 326,73 ευρώ ή 111.336 δρχ. Την 29-09-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 17.646,10 ευρώ ή 6.012.910 δρχ. Την 20-12-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 10,27 ευρώ ή 3.501 δρχ., Σύνολο καταβολών: 41.852,15 ευρώ ή 14.261.120 δρχ.".
Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης "έχουν γίνει και οι κάτωθι καταβολές σε εξόφληση πρόσθετων πράξεων ρύθμισης της οφειλής, όπως επίσης έχουν γίνει και άλλες καταβολές, οι οποίες προκύπτουν από αποδείξεις και παραστατικά έγγραφα, που η ίδια η ΑΤΕ χορήγησε στον κ. Κ.: Την 21-12-1984 καταβλήθηκε το ποσό των 349,25 ευρώ ή 119.006 δρχ.
Την 16-09-1985 καταβλήθηκε το ποσό των 107,57 ευρώ ή 36.657 δρχ. Την 16-09-1985 καταβλήθηκε το ποσό των 107,57 ευρώ ή 36.657 δρχ. Την 17-06-1987 καταβλήθηκε το ποσό των 33,88 ευρώ ή 11.548 δρχ. Την 17-06-1987 καταβλήθηκε το ποσό των 421,62 ευρώ ή 143.670 δρχ. Την 25-08-1988 καταβλήθηκε το ποσό των 586,85 ευρώ ή 199.970 δρχ. Την 25-08-1988 καταβλήθηκε το ποσό των 424,60 ευρώ ή 144.683 δρχ.
Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 1.543,72 ευρώ ή 526.024 δρχ. Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 1.340,24 ευρώ ή 4.687 δρχ. Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 1.502,76 ευρώ ή 512.068 δρχ. Την 27-12-1989 καταβλήθηκε το ποσό των 820,71 ευρώ ή 279.658 δρχ. Την 13-08-1990 καταβλήθηκε το ποσό των 439,75 ευρώ ή 149.848 δρχ. Την 21-02-1991 καταβλήθηκε το ποσό των 119,89 ευρώ ή 40.854 δρχ.
Την 21-01-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 4.402,05 ευρώ ή 1.500.000 δρχ. Την 16-06-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 638,07 ευρώ ή 217.423 δρχ., ην 16-06-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 23,36 ευρώ ή 7.960 δρχ. Την 06-07-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 374,07 ευρώ ή 127.467 δρχ. Την 06-07-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 993,27 ευρώ ή 338.460 δρχ. Την 06-07-1992 καταβλήθηκε το ποσό των 1.941,33 ευρώ ή 661.510 δρχ.
Την 16-11-1995 καταβλήθηκε το ποσό των 773,75 ευρώ ή 263.653 δρχ. Την 16-11-1995 καταβλήθηκε το ποσό των 20,73 ευρώ ή 7.066 δρχ. Την 08-02-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 885,92 ευρώ ή 301.878 δρχ. Την 06-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. Την 06-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.680 δρχ. Την 15-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 381,92 ευρώ ή 130.140 δρχ.
Την 16-11-1995 καταβλήθηκε το ποσό των 745,22 ευρώ ή 253.936 δρχ. Την 29-11-1996 καταβλήθηκε το ποσό των 66,47 ευρώ ή 22.652 δρχ. Την 18-07-1997 καταβλήθηκε το ποσό των 1.050,80 ευρώ ή 358.061 δρχ. Την 11-11-1997 καταβλήθηκε το ποσό των 1.377,12 ευρώ ή 469.256 δρχ. Την 14-11-1997 καταβλήθηκε το ποσό των 1.714,05 ευρώ ή 584.061 δρχ., Την 19-01-1998 καταβλήθηκε το ποσό των 2.097,31 ευρώ ή 711.251 δρχ.
Την ...-1998 καταβλήθηκε το ποσό των 144,25 ευρώ ή 49.156 δρχ. Την ...-1998, καταβλήθηκε το ποσό των 282,58 ευρώ ή 96.292 δρχ. Την 04-09-1998καταβλήθηκε το ποσό των 530,44 ευρώ ή 180.750 δρχ. Την 10-11-1998 καταβλήθηκε το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. Την 10-11-1998 καταβλήθηκε το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ. Την 14-01-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 4.074,17 ευρώ ή 1.388.275 δρχ, Την 14-01-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 394,91 ευρώ ή 134.566 δρχ.
Την 14-01-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 5.627,97 ευρώ ή 1.917.731 δρχ. Την 14-01-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 1.400,51 ευρώ ή 477.227 δρχ. Την 29-09-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 3.844,38 ευρώ ή 1.309.975 δρχ. Την 29-09-1999 καταβλήθηκε το ποσό των 5.638,78 ευρώ ή 1.921.417 δρχ. Την 24-01-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 1.060,89 ευρώ ή 361.500 δρχ. Την 03-02-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ.Την 03-02-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ., Την 29-08-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 565,75 ευρώ ή 192.780 δρχ.
Την 06-12-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. Την 06-12-2000 καταβλήθηκε το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ. Την 16-03-2001 καταβλήθηκε το ποσό των 4.889,49 ευρώ ή 1.666.074 δρχ. Την 09-10-2003 καταβλήθηκε το ποσό των 366,10 ευρώ ή 124.750 δρχ. Την 10-10-2003 καταβλήθηκε το ποσό των 550,26 ευρώ ή 187.501 δρχ. Την 18-02-2004 καταβλήθηκε το ποσό των 600 ευρώ ή 204.450 δρχ.
Σύνολο καταβολών: 59.834,16 ευρώ ή 20.388.490 δρχ.".Συνεπώς, το συνολικό ποσό που κατέβαλε ο εφεσίβλητος προς την εκκαλούσα προς εξόφληση της οφειλής του μέχρι την 04-08-2004 ανέρχεται σε 164.511,54 ευρώ (62.825,23+41.852,15+59.834,16). Επισημαίνεται ότι στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται προφανώς εκ παραδρομής ότι το συνολικό ποσό που κατέβαλε ο εφεσίβλητος στην εκκαλούσα προς εξόφληση της οφειλής του ανέρχεται σε ποσό 163.586,25 ευρώ ή 55.742,015 δρχ., αναγράφοντας εσφαλμένως ότι το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε για την εξόφληση των μεσοπρόθεσμων δανείων ανέρχεται σε 61.899,94 ευρώ, ενώ το ορθό ποσό, σύμφωνα κα με καταβολές που έκρινε ο ως άνω πραγματογνώμονας ότι έλαβαν χώρα για την ανωτέρω αιτία, ανερχόταν σε 62.825,23 ευρώ (βλ.
σελ. 15 της πραγματογνωμοσύνης). Ακολούθως μετά την 04-08-2004 (ημερομηνία εκδόσεως του ν. 3259/2004) έγιναν από τον εφεσίβλητο σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης οι εξής καταβολές : Την 02-03-2005 καταβλήθηκε το ποσό των 8.419,77 ευρώ ή 2.869.036 δρχ. Την 10-06-2008 καταβλήθηκε το ποσό των 34.135,02 ευρώ ή 11.631.510 δρχ., το οποίο η τράπεζα εισέπραξε δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2008 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ.
Αμυνταίου.Την 14-04-2010 καταβλήθηκε το ποσό των 36.199,06 ευρώ ή 12.334.830 δρχ., το οποίο η τράπεζα εισέπραξε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2010 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Αμυνταίου. Περαιτέρω σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, για τη διαμόρφωση του υπολοίπου της οφειλής, πρέπει να πολλαπλασιαστεί το ποσό των 116.872,03 ευρώ που εκταμιεύτηκε από την Τράπεζα με το συντελεστή 2, που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο, στους αγρότες.
Ήτοι: Α. Για τα μεσοπρόθεσμα δάνεια: 1. Για την υπ' αριθμ. ...-1980 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ληφθέν κεφάλαιο 293,47 X 2 = 586,94 ευρώ ή 200.000 δρχ. 2. Για την υπ' αριθμ. ...-1981 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ληφθέν κεφάλαιο 1.202,20 X 2 = 2.404,40 ευρώ ή 819.230 δρχ. 3. Για την υπ' αριθμ. ...-1982 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ληφθέν κεφάλαιο 1.760,82 X 2 = 3.521,64 ευρώ ή 1.200.000 δρχ 4.
Για την υπ' αριθμ. ...-1982 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ληφθέν κεφάλαιο 1.408,65 X 2 = 2.817,30 ευρώ ή 960.000 δρχ. 5. Για την υπ' αριθμ. ...-1992 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ισχύουν τα εξής: α. Ληφθέν κεφάλαιο 42.142,33 ευρώ X 2 = 84.284,66 ευρώ ή 28.718.200 δρχ. β. Ληφθέν κεφάλαιο 19.779,89 ευρώ X 2 = 39.559,78 ευρώ ή 13.480.000 δρχ. 6. Για την υπ' αριθμ. ...-1999 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ληφθέν κεφάλαιο 26.412,32 X 2 = 52.824,64 ευρώ ή 18.000.000 δρχ.
Β. Για τα βραχυπρόθεσμα δάνεια: 1. Για τη σύμβαση παροχής πιστώσεως που συνήφθη το έτος 1985, ληφθέν κεφάλαιο 439,73 ευρώ X 2 = 879,46 ευρώ ή 299.675 δρχ. 2. Για την υπ' αριθμ. ...-1989 σύμβαση παροχής πιστώσεως, ληφθέν κεφάλαιο 23.432,62 ευρώ X 2 = 6.865,24 ευρώ ή 15.969.330 δρχ.Συνεπώς, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, η βάση οφειλής διαμορφώνεται στο ποσό των 233.744,06 ευρώ ή 79.648,288 δρχ (586,94 ευρώ+2.404,40 ευρώ+3.521,64 ευρώ+2.817,30 ευρώ+84.284,66 ευρώ+39.559,78 ευρώ+52.824,64 ευρώ+879,46 ευρώ+46.865,24 ευρώ).
Ακολούθως, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας από την ανωτέρω βάση οφειλής ύψους 233.744,06 ευρώ αφαιρεί τις αναφερόμενες ανωτέρω καταβολές συνολικού ποσού 163.586,25 ευρώ ή 55.742.015 δρχ. και προκύπτει, όπως εκθέτει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι η οφειλή του κ. Κ. προς τη δανείστρια Τράπεζα, με λογιστικό υπολογισμό την 04-08-2004 διαμορφώνεται-περιορίζεται στο ποσό των 70.157,81 ευρώ ή 23.906.275 δρχ., ενώ η εκκαλουμένη δεχόμενη τους ανωτέρω υπολογισμούς του πραγματογνώμονα, πλην αυτού του συνολικού ποσού των καταβολών, το οποίο ο τελευταίος υπολογίζει εσφαλμένα σε 163.586,25 ευρώ αντί του ορθού 164.511,54 ευρώ, επειδή εκ παραδρομής έλαβε το ποσό καταβολών για τα μεσοπρόθεσμα δάνεια το ποσό των 61.899,25 αντί ορθού , που ο ίδιος είχε υπολογίσει των 62.825,23 ευρώ, δέχτηκε ότι η οφειλή του εφεσίβλητου προς την εκκαλούσα με λογιστικό υπολογισμό την 04-08-2004 διαμορφώνεται μετά την αφαίρεση καταβολών συνολικού ποσού 164.511,54 ευρώ στο ποσό των 69.232,52 ευρώ ή 23.590.981 δρχ.
Η εκκαλουμένη βάλλεται με λόγο έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το δεχθέν ύψος των καταβολών εκ μέρους του εφεσίβλητου. Ειδικότερα η εκκαλούσα - υπό εκκαθάριση τράπεζα - ισχυρίζεται ότι δεν είναι πραγματικές όπως απαιτείται από το άρθρο 39 του ν. 3259/04, οι αναφερόμενες παρακάτω καταβολές για τους εξής λόγους:
Μεσοπρόθεσμα δάνεια: Υπ' αριθμ. ...-1980 σύμβαση. Την 23-02-1982 το καταβληθέν ποσό των 78,18 ευρώ ή 26.640 δρχ. αποτελεί εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης την 27-12-1983 το καταβληθέν ποσό των 31,42 ευρώ ή 10.708 δρχ. αποτελεί επιστροφή τόκων από ΑΤΕ λόγω μείωσης επιτοκίου. Την 30-08-1994 και 27-12-1989 τα καταβληθέντα ποσά των 200,29 ευρώ ή 68.205 δρχ.
και 1.369,95 ευρώ ή 446.813 δρχ., αντίστοιχα , αποτελούν εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης. Την 29-11-1996 τα καταβληθέντα ποσά συνολικά των 11.537 δρχ (3.656+4.099+3782) ή 33,74 ευρώ αφορούν σε διαγραφή τόκων λόγω μείωσης επιτοκίου. Υπ' αριθμ. ...-1982 σύμβαση. Την 22-12-1982 το καταβληθέν ποσό των 3,52 ευρώ ή 1.200 δρχ. αφορά σε διαγραφή τόκων λόγω μείωσης επιτοκίου.
Υπ' αριθμ. .../1992 σύμβαση. Την 30-11-1994 το καταβληθέν ποσό των 1.329,42 ευρώ ή 453.000 δρχ. αφορά σε διαγραφή μη χρησιμοποιούμενου δανείου. Την 29-11-1996 τα καταβληθέντα ποσά των 367.143 δρχ. (41.333+114.887+210.923) ή 1.077,44 ευρώ αφορούν σε διαγραφή τόκων λόγω μείωσης επιτοκίου. Βραχυπρόθεσμα δάνεια. Την 27-12-1989 το καταβληθέν ποσό των 735,48 ευρώ ή 250.618 δρχ.
αφορά σε εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης. Την 17-06-1997 το καταβληθέν ποσό των 18.183,79 ευρώ ή 6.196.129 δρχ. αφορά σέ εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης. Την 17-06-1987 το καταβληθέν ποσό των 11.548 δρχ. ή 33,88 ευρώ αφορά σε χρέωση του Ελληνικού Δημοσίου. Την 25-08-1988 το καταβληθέν ποσό των 199.970 δρχ. ή 586,85 ευρώ αφορά σε χρέωση του Ελληνικού Δημοσίου.
Την 25-08-1988 το καταβληθέν ποσό των 144.683 δρχ. ή 424,60 ευρώ αφορά σε χρέωση του Ελληνικού Δημοσίου. την 21-01-1992 το καταβληθέν ποσό των 4.402,05 ευρώ ή 1.500.000 δρχ. αφορά σε ακύρωση δανείου για ρύθμιση. Την 06-11-1996 το καταβληθέν ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. αφορά σε διαγραφή τόκων λόγω ρύθμισης όπως και τα παρακάτω ποσά: Την 06-11-1996 το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.680 δρχ.
Την 10-11 -1998 το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. Την 10-11-1998 το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ. Την 03-02-2000 το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. Την 03-02-2000 το ποσό των 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ. Την 06-12-2000 το ποσό των 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. Την 06-12-2000 ποσό των 814.90 ευρώ ή 277.679 δρχ. και την 6-12-2000 το ποσό των 4.889,49 ευρώ ή 1.666.074 δρχ. και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες δεν έπρεπε να αφαιρεθούν τα ως άνω ποσά των 36.864,46 ευρώ από τη βάση οφειλής ύψους 233.744,06 ευρώ.
Από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα έγγραφα και ιδίως τις καρτέλες κίνησης των δανείων του εφεσίβλητου τα ανωτέρω ποσά πιστώθηκαν ως καταβολές ανεξαρτήτως της αιτίας πιστώσεως αυτών, πρόκειται δε περί πιστώσεις ιδίας αιτιολογίας με τις υπόλοιπες που υπολογίστηκαν ως πραγματικές καταβολές από την εκκαλουμένη και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ως τέτοιες από την εκκαλούσα.Συνεπώς ευλόγως η εκκαλουμένη υπολόγισε αυτές ως πραγματικές καταβολές και ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η οφειλή του εφεσίβλητου προς την εκκαλούσα, με λογιστικό υπολογισμό, την 04-08-2004 διαμορφώνεται στο ποσό των 69.232,52 ευρώ ή 23.590.981 δρχ.. Ακολούθως, πρέπει να υπολογιστεί η ανωτέρω διαμορφωθείσα οφειλή του εφεσίβλητου μέχρι την 02-03-2005, ημερομηνία κατά την οποία έγινε η επόμενη καταβολή στην εκκαλούσα έντοκα, με το ενήμερο επιτόκιο.
Ειδικότερα, αυτή (οφειλή), κατά την 02-03-2005, ανέρχεται με τους τόκους που προστίθενται στην διαμορφωθείσα βάση του αρ. 39 του Ν. 3259/2004, σε 72.412,94 ευρώ, υπολογιζόμενη ως εξής : ..... Από το ποσό αυτό των 72.412,84 ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί η γενόμενη καταβολή ύψους 8.419,77 ευρώ, που έλαβε χώρα την 02-03-2005, όπως τούτο προκύπτει από την κίνηση του λογαριασμού ...
που η εκκαλούσα προσκομίζει, στην οποία αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί είσπραξη απαίτησης συμψηφιστικά, με συνέπεια να πρόκειται περί πραγματικής καταβολής και όχι λογιστικής όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα. Επομένως κατά την ανωτέρω ημερομηνία η οφειλή του εφεσίβλητου ανερχόταν τελικά στο ποσό των 63.993,07 (72.441,94 - 8.419,77) ευρώ.
Η επόμενη καταβολή έγινε από τον εφεσίβλητο την 10- 06-2008 και ανερχόταν στο ποσό των 34.135,02 ευρώ. Ειδικότερα, η οφειλή αυτού με το ποσό των τόκων, από 02-03-2005 έως την 10-06-2008, το οποίο προστίθεται στην διαμορφωθείσα βάση του αρ. 39 του Ν. 3259/2004, ανερχόταν σε 8 3.003,08 ευρώ.... Από το ποσό αυτό των 83.003,08 ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί η γενόμενη καταβολή ύψους 34.135,02, που έλαβε χώρα την 10-06-2008, επομένως κατά την ανωτέρω ημερομηνία η οφειλή του εφεσίβλητου ανερχόταν τελικά στο ποσό των 48.868,06 (83.003,08 - 34.135,02) ευρώ.
Η επόμενη καταβολή έγινε από τον εφεσίβλητο την 14-04-2010 και ανερχόταν στο ποσό των 36.199,06 ευρώ. Ειδικότερα η οφειλή αυτού με το ποσό των τόκων, από 10-06-2008 έως την 14-04-2010, το οποίο προστίθεται στην διαμορφωθείσα βάση του αρ. 39 του Ν. 3259/2004, ανερχόταν σε 55.887,19 ευρώ... Από το ποσό αυτό των 55.887,19 ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί η γενόμενη καταβολή ύψους 36.199,06 ευρώ, που έλαβε χώρα την 14-04-2010, και επομένως κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία η οφειλή του εφεσίβλητου ανερχόταν τελικά στο ποσό των 19.688,13 (55.887,19-36.199,06) ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η οφειλή του εφεσίβλητου, την 04-08-2004, ανερχόταν σε 69.232,52 ευρώ και την 14-04-2010 σε 19.688,13 ευρώ. Επομένως, η εκκαλουμένη που υπολόγισε την οφειλή του εφεσίβλητου με το ίδιο ανωτέρω εκάστοτε επιτόκιο και κατέληξε ότι αυτή κατά την 14.4.2010 ανερχόταν στο ποσό των 19.763,11 ευρώ, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και συνεπώς τα όσα επικαλείται η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της έφεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής επιτοκίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από εσφαλμένο δε αριθμητικό υπολογισμό η εκκαλουμένη κατέληξε ότι η οφειλή του εφεσίβλητου την 14.4.2010 ανερχόταν σε 19.763,11 ευρώ αντί του ορθού σε 19.688,13 ευρώ, πλην, όμως, επειδή δεν υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης ως προς το ύψος αυτού κατά το ελάχιστο του, η εκκαλουμένη δεν θα εξαφανισθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό...".
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα της παραμόρφωσης του περιεχομένου α) των χειρόγραφων καρτελών κίνησης των ένδικων δανείων (σχετικά Γ1 έως Γ13) που αφορούν ποσό 36.864,46 ευρώ και β) της (εκτύπωσης του λογαριασμού με αριθμό ... (σχετικό 11 ) που αφορά ποσό 8.419,77 ευρώ, το οποίο έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικά με την αφαίρεση των ποσών αυτών από την συνολική διαμορφωθείσα οφειλή των 233.744,06 ευρώ.
Α) Ειδικότερα ότι :1) Στο σχετικό Γ1 στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 23-2-1982 ποσού 78,18 ευρώ ή 26.640 δρχ σημειώνεται "αναρρύθμιση Δ/81" η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων λόγω ρύθμισης. 2) Στο σχετικό Γ2 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 27-12-1983 ποσού 31,42 ευρώ ή 10.708 δρχ σημειώνεται "από εκτοκισμό προϊόντος", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω επιστροφής τόκων, β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 30-08-1984 ποσού 200,29 ευρώ η 68.205 δρχ.
σημειώνεται "είσπραξη για ρύθμιση", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης, γ) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 27-12-1989, ποσού των 1.369,95 ευρώ ή 446.813 δρχ. σημειώνεται "είσπραξη για ρύθμιση Δ/88, είσπραξη Δ/88 και έναντι Δ/89 " , η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης, δ) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 29-11-1996, ποσού 11.537 δρχ ή 33,74 σημειώνεται " Δ τόκων Δ/94 31.10.1994, Δ τόκων Δ/95 31.10.1995, Δ τόκων Δ/96 31.10.1996", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων λόγω ρύθμισης. 3) Στο σχετικό Γ 3 στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 22-12-1982, ποσού 3,52 ευρώ ή 1.200 δρχ.
σημειώνεται "από εκτοκισμό προϊόντος" , η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω επιστροφής τόκων λόγω ρύθμισης. 4) Στο σχετικό Γ4 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 30-11-1994, ποσού 1.329,42 ευρώ ή 453.000 δρχ σημειώνεται " από υπόλοιπο ΜΜΔαν", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής δανείου, β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 29-11-1994, ποσού 367.143 δρχ.
ή 1.077,44 ευρώ σημειώνεται " Δ τόκων Δ/94 30.6.1994, Δ τόκων Δ/95 30.6.1995, Δ/96 30.6.1999", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων. 5) Στο σχετικό Γ5 στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 27-12-1989, ποσού 735,48 ευρώ ή 250.618 δρχ σημειώνεται " είσπραξη για ρύθμιση", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης. 6) Στο σχετικό Γ6 στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 17-06-1997, ποσού 18.183,79 ευρώ ή 6.196.129 δρχ.
σημειώνεται " ρύθμιση Ε.Δ. 50/96 ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω ρύθμισης. 7) Στο σχετικό Γ 7 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 17-06-1987, ποσού 11.548δρχ. ή 33,88 ευρώ σημειώνεται " εξ/ση Δ/84 από ΔΤ ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων σε βάρους του Ελληνικού Δημοσίου , β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 25-08-1988 ποσού 199.970 δρχ.
ή 586,85 ευρώ σημειώνεται " είσπρ. Δοσ.85 από Δ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω χρέωσης της δόσης σε βάρους του Ελληνικού Δημοσίου. 8) Στο σχετικό Γ 8 στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 25-08-1988, ποσού 144.683 δρχ. ή 424,60 ευρώ σημειώνεται " είσπρ. Δοσ.85 από ΔΤ ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω χρέωσης δόσης σε βάρους του Ελληνικού Δημοσίου. 9) Στο σχετικό Γ9 στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 21-01-1992 ποσού 4.402,05 ευρώ ή 1.500.000 δρχ.
σημειώνεται " ακύρωση λόγω ρύθμισης 222/90 " , η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω επικύρωσης ρύθμισης.10) Στο σχετικό Γ 10 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 06-11-1996 ποσού 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. σημειώνεται " Δ/94, 31.12.1994 ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων, β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 10-11-1998, ποσού 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ σημειώνεται " Δ/94, 31.12.1995 ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων. 11) Στο σχετικό Γ 11 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 10-11-1996, 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ.
σημειώνεται "Δ/94, 31.12.1994 ", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων, β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 10-11-1998, ποσού 277.679 δρχ. σημειώνεται "Δ/94, 31.12.1995", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων. 12) Στο σχετικό Γ 12 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 03-2-2000, ποσού 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ.
σημειώνεται "Δ/96, 31.12.1996", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων, β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 6-12-2000, ποσού 356,95 ευρώ ή 121.634 δρχ. σημειώνεται "Δ/97, 31.12.1997", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων.13) Στο σχετικό Γ 13 α) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 03-2-2000, ποσού 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ.
σημειώνεται "Δ/96 31.12.1996", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων, β) στη στήλη της καρτέλας "πίστωση" την 6-12-2000, ποσού 814,90 ευρώ ή 277.679 δρχ σημειώνεται "Δ/97, 31.12.1997", η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποτελεί εικονική πίστωση λόγω διαγραφής τόκων.
Β) Ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νόμιμης εκτύπωσης του λογαριασμού με αριθμό ... με ημερομηνία 2-3-2005 ποσού 8.419,77 ευρώ, στην οποία σημειώνεται είσπραξη απαίτησης συμψηφιστικά - αναπροσαρμογή άρθρο 39 ν.3259/2004, προσδίνοντας διαφορετικό περιεχόμενο ήτοι δεχόμενο ότι πρόκειται για είσπραξη απαίτησης. Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε, αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό ότι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 8 του ν. 3259/2004 να αφαιρεθεί το ποσό των 36.864,46 ευρώ από την συνολική οφειλή, τα εξής: "...
από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα έγγραφα και ιδίως τις καρτέλες κίνησης των δανείων του εφεσίβλητου τα ανωτέρω ποσά πιστώθηκαν ως καταβολές ανεξαρτήτως της αιτίας πιστώσεως αυτών, πρόκειται δε περί πιστώσεων ιδίας αιτιολογίας με τις υπόλοιπες που υπολογίστηκαν ως πραγματικές καταβολές από την εκκαλουμένη και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ως τέτοιες από την εκκαλούσα.Συνεπώς ευλόγως η εκκαλουμένη υπολόγισε αυτές ως πραγματικές καταβολές.".
Περαιτέρω ως προς την αφαίρεση του ως άνω ποσού των 8.419,77 ευρώ από την συνολική οφειλή το Εφετείο με την προσβαλλομένη δέχτηκε ότι "πρέπει να αφαιρεθεί η γενόμενη καταβολή ύψους 8.419,77 ευρώ, που έλαβε χώρα την 02-03-2005, όπως τούτο προκύπτει από την κίνηση του λογαριασμού ... που η εκκαλούσα προσκομίζει, στην οποία αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί είσπραξη απαίτησης συμψηφιστικά, με συνέπεια να πρόκειται περί πραγματικής καταβολής και όχι λογιστικής".
Επομένως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών. Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 και πρέπει να απορριφθεί ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως απαράδεκτος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες και δη ότι δέχεται ως προς τις αμφισβητούμενες "πιστώσεις" στις χειρόγραφες καρτέλες ποσού 36.864,46 ευρώ, ότι τα ποσά αυτά πιστώθηκαν ως καταβολές ανεξαρτήτου αιτίας, ενώ ως προς το ποσό των 8.419,77 ευρώ ότι αποτελεί είσπραξη απαίτησης συμψηφιστικά και ότι αυτή η κρίση της προσβαλλόμενης είναι αντιφατική με τις παραδοχές της, ότι δηλαδή αφαιρούνται από την προς ρύθμιση οφειλή οι καταβολές που έγιναν από οφειλέτη, εγγυητή ή τρίτο σύμφωνα με την παρ.8 του άρθρου 39 του ν.3254/2004.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας αναφορικά με τις αναφερόμενες καταβολές καθόσον με σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής της παραγράφου 8 του άρθρου 39 του ν.3254/2004 κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά.
Ειδικότερα με σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ως προς την αφαίρεση του ποσού των 36.864,46 ευρώ από την συνολική διαμορφωθείσα οφειλή ότι "... από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα έγγραφα και ιδίως τις καρτέλες κίνησης των δανείων του εφεσίβλητου τα ανωτέρω ποσά πιστώθηκαν ως καταβολές ανεξαρτήτως της αιτίας πιστώσεως αυτών, πρόκειται δε περί πιστώσεις ιδίας αιτιολογίας με τις υπόλοιπες που υπολογίστηκαν ως πραγματικές καταβολές από την εκκαλουμένη και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ως τέτοιες από την εκκαλούσα.Συνεπώς ευλόγως η εκκαλουμένη υπολόγισε αυτές ως πραγματικές καταβολές." και ως προς την αφαίρεση του ως άνω ποσού των 8.419,77 ευρώ ότι "...πρέπει να αφαιρεθεί η γενόμενη καταβολή ύψους 8.419,77 ευρώ, που έλαβε χώρα την 02-03-2005, όπως τούτο προκύπτει από την κίνηση του λογαριασμού ...
που η εκκαλούσα προσκομίζει, στην οποία αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί είσπραξη απαίτησης συμψηφιστικά, με συνέπεια να πρόκειται περί πραγματικής καταβολής και όχι λογιστικής όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα...". Επομένως ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 17/6/2021 αίτηση του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", εκπροσωπούμενο από την ειδικό εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 33/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2025.Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ