Legislator Case Law & Legislation
2019/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against theft conviction due to statute of limitations expiration.

Case Number 2019/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a theft conviction, ruling that the prosecution was time-barred. The defendants stole railway tracks from OSSE between April and May 2008, with the trial occurring over a decade later. The court applied the general principle that procedural laws apply immediately unless transitional rules state otherwise, but ultimately found the limitation period had expired.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of the Penal Code and 590(1) of the Code of Criminal Procedure; The prosecution is time-barred if the limitation period expires before the final judgment, regardless of procedural law changes.

Keywords

AI generated
statute of limitations theft conviction railway tracks supreme court appeal procedural law application

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Penal Code
Article 590(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 515(1) of the new Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2019 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2019/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία: "ΟΣΕ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 571/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με βάση τη γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές.

Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του νέου Κ.Ποιν.Δ., που ισχύει από 1-7-2019 (άρθρ. 585 Ν. 4619/2019), ορίζεται ότι "με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης".

Στην προκείμενη περίπτωση η υπόθεση είχε αρχικά ορισθεί για τη δικάσιμο της 15 Μαΐου 2019, ότε με αίτημα που υποβλήθηκε για λογαριασμό του συνηγόρου του αναιρεσείοντος η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε για την ως άνω δικάσιμο της 2ας Οκτωβρίου 2019, όπως προκύπτει από την 937/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά την ημερομηνία αυτή (2-10-2019) υποβλήθηκε νέο αίτημα αναβολής, εκ μέρους της ΟΣΕ ΑΕ, που υποστηρίζει την κατηγορία (τέως πολιτικώς ενάγουσας) και ειδικότερα λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής Βασιλείου Κατσαφάδου, ο οποίος, κατά δήλωση του εμφανισθέντος στο ακροατήριο συνεργάτη του, Σ.

Δ., δεν έχει πληρεξουσιότητα να παρασταθεί για λογαριασμό αυτής, λόγω του ότι δεν υπάρχει διοίκηση στην ΟΣΕ ΑΕ προς χορήγησή της. Δεδομένου, όμως, ότι το αίτημα για αναβολή της υποθέσεως υποβάλλεται για δεύτερη φορά, πράγμα που κατά τα ως άνω αναφερόμενα είναι μη νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997 "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν είναι αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ.ΑΠ 1/2014).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεσε της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ. ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Από τη σύγκριση αυτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30η-6-2019 [από την 1η-7-2019 ισχύει ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν. 4619/2019)], "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής.

Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται, τόσο η πραγματική εξουσίαση επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του, η δε αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Ακόμη, κατά το άρθρο 374 εδ. δ' του ίδιου (παλαιού) ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ενώ κατά το αντίστοιχο άρθρο 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν:

α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε ποινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αξιόποινη πράξη της κλοπής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, η οποία προβλεπόταν από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 374 εδ. δ' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, με βάση τον ισχύσαντα από 1-7-2019 νέο Π.Κ., δεν αποτελεί κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 περ.

α' του τελευταίου (νέου Ποινικού Κώδικα),που είναι επιεικέστερη από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ, αφού προβλέπει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενη ποινή (φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή τελέστηκε με διάρρηξη, φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από την 1η-7-2019, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ν. 4620/2019, "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα".

Κατά δε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης, "αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.

Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".

Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την παραγραφή, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης με μόνη προϋπόθεση να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης χωρίς να χρειάζεται να κριθεί βάσιμος και ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης.

Η νέα αυτή δικονομική διάταξη εφαρμόζεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και στις υποθέσεις που εκκρεμούν στον 'Αρειο Πάγο, δηλαδή στις υποθέσεις, για τις οποίες δεν δημοσιεύθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της παραδεκτής αίτησης αναίρεσης πριν από την ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ως προς τις οποίες μετά την 1η-7-2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και με βάση τα ισχύοντα κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης, δεν χρειάζεται να κριθεί βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης για να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η επελθούσα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου παραγραφή της αξιόποινης πράξης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων και η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό 41/2019 του Πενταμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα στο σκεπτικό της αναφερόμενα και εν συνεχεία κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα και τότε πρώτο κατηγορούμενο-εκκαλούντα, Δ.

του Ε., και τους κατωτέρω αναφερόμενους τρεις συγκατηγορουμένους αυτού, του ότι: "Στον ... και στην ..., από τα μέσα περίπου Απριλίου 2008 μέχρι και τέλος Μαΐου 2008 με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και οι τέσσερις τους (εκτός του 6ου) που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα:

α) στο χώρο του Σιδηροδρομικού Σταθμού ..., στις 17 προς 18 Απριλίου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε. Α.Ε. δώδεκα (12) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54, των 54 μέτρων η καθεμία, αξίας 7.000 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, β) στον ίδιο ανωτέρω τόπο, στις 20 προς 21 Απριλίου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε.

Α.Ε. οκτώ (8) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54, του 1,50 μέτρου η καθεμία, αξίας 1000 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, γ) στον ίδιο ανωτέρω τόπο, στις 3 προς 4 Μαΐου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε. Α.Ε. τριάντα (30) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIK 54, των 18 μέτρων η κάθε μία, αξίας 5.000 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, δ) στον ίδιο προαναφερθέντα τόπο, στις 6 προς 7 Μαΐου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε.

Α.Ε. πενήντα (50) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54, των 18 μέτρων η κάθε μία, αξίας 72.900 ευρώ και συνολικά 85.900 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία και ε) έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της διακεκριμένης κλοπής από περισσότερα από δύο άτομα που είχανε ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως η ενέργειά τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους και ειδικότερα στην αγροτική περιοχή ..., δίπλα από τις σιδηροδρομικές γραμμές, στις 29 Μαΐου 2008, τεμάχισαν με συσκευή κοπής μετάλλων αποτελούμενη από μία φιάλη οξυγόνου με μανόμετρο και φιάλη υγραερίου με κόφτη (οξυγόνο) έξι (6) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54 και S33, των 18 μέτρων η καθεμία, αξίας 4.800 ευρώ, σε τεμάχια του 1,20 και 1,50 μέτρου, με σκοπό να τις αφαιρέσουν αργότερα από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε.

Α.Ε., πλην όμως η ενέργειά τους δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους, καθώς συνελήφθησαν από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Εδεσσας." Καταδίκασε δε τον αναιρεσείοντα-πρώτο κατηγορούμενο, που κηρύχθηκε, κατά τα άνω, ένοχος διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπών τετελεσμένων και σε απόπειρα (από περισσότερα από δύο άτομα, που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές) κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.

Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσείων άσκησε δι' επιδόσεως δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στην οποία περιλαμβάνονται τυπικά παραδεκτοί και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς την κύρια πράξη της κλοπής, όσο και ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠοινΔ).

Εφόσον, λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ίσχυσαν κατά τα προεκτεθέντα, οι νέες ως άνω επιεικέστερες διατάξεις των άρθρων 372 παρ. 1 και 374 παρ. 1 του νέου Π.Κ., με βάση τις οποίες η ως άνω πράξη είναι πλημμέλημα, ως μη περιλαμβανομένης στις διακεκριμένες περιπτώσεις (κακουργηματικής) κλοπής της από κοινού τελέσεως αυτής από δύο ή περισσοτέρους και ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνολική αξία των αφαιρεθέντων δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ ανερχόμενη σε (7.000+1.000+5.000+72.900+4.800)=90.700 ευρώ, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον 'Αρειο Πάγο των εν λόγω ευμενέστερων διατάξεων.

Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, περιέχουσα παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και του ότι το αξιόποινο των κατ' εξακολούθηση πράξεων, τετελεσμένων και σε απόπειρα, που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί κατά τους κάτωθι χρόνους:

α) στις 17 προς 18 Απριλίου 2008, β) στις 20 προς 21 Απριλίου 2008, γ) στις 3 προς 4 Μαΐου 2008, δ) στις 6 προς 7 Μαΐου 2008 και ε) στις 29 Μαΐου 2008, έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής, αφού από το τέλος καθενός από τα ως άνω χρονικά διαστήματα έχει παρέλθει οκταετία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος, κατά το άρθρο 469 εδ. α'του ΚΠΔ "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους".

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκηθεί το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προβαλλόμενοι από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, είτε δεν εδικαιούντο να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνταν μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο (Ολ.ΑΠ 1/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή καταδικάστηκαν, εκτός από τον αναιρεσείοντα, Δ. Τ. του Ε., και οι: 1) Σ. Ν. του Ε., 2) Χ. Ρ. του Ν. και 3) Α. Ρ. του Μ., οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης, ως συναυτουργοί, για την ίδια ακριβώς αξιόποινη πράξη.

Με τα δεδομένα αυτά, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα για τον ως άνω αναιρεσίοντα, Δ. Τ. του Ε., πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, και στους παραπάνω συγκατηγορούμενούς του, που καταδικάστηκαν για την ίδια πιο πάνω πράξη και να αναιρεθεί και ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, και παύσει οριστικά η σε βάρος τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι ο λόγος, για τον οποίο αναιρέθηκε αυτή, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 41/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον αναιρεσείοντα Δ. Τ. του Ε., κάτοικο ... και, λόγω επεκτατικού αποτελέσματος, και ως προς τους συγκατηγορουμένους του: 1) Σ. N. του Ε., 2) Χ. Ρ. του Ν. και 3) Α. Ρ. του Μ., κατοίκους ....

Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των άνω κατηγορουμένων για το ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα: "Στον ...

και στην ..., από τα μέσα περίπου Απριλίου 2008 μέχρι και τέλος Μαΐου 2008 με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και οι τέσσερις τους (εκτός του 6ου) που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα:

α) στο χώρο του Σιδηροδρομικού Σταθμού ..., στις 17 προς 18 Απριλίου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε. Α.Ε. δώδεκα (12) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54, των 54 μέτρων η καθεμία, αξίας 7.000 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, β) στον ίδιο ανωτέρω τόπο, στις 20 προς 21 Απριλίου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε.

Α.Ε. οκτώ (8) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54, του 1,50 μέτρου η καθεμία, αξίας 1000 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, γ) στον ίδιο ανωτέρω τόπο, στις 3 προς 4 Μαΐου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε. Α.Ε. τριάντα (30) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIK 54, των 18 μέτρων η κάθε μία, αξίας 5.000 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, δ) στον ίδιο προαναφερθέντα τόπο, στις 6 προς 7 Μαΐου 2008, εισήλθαν και αφαίρεσαν από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε.

Α.Ε. πενήντα (50) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54, των 18 μέτρων η κάθε μία, αξίας 72.900 ευρώ και συνολικά 85.900 ευρώ, με σκοπό να τις ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία και ε) έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της διακεκριμένης κλοπής από περισσότερα από δύο άτομα που είχανε ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως η ενέργειά τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους και ειδικότερα στην αγροτική περιοχή ..., δίπλα από τις σιδηροδρομικές γραμμές, στις 29 Μαΐου 2008, τεμάχισαν με συσκευή κοπής μετάλλων αποτελούμενη από μία φιάλη οξυγόνου με μανόμετρο και φιάλη υγραερίου με κόφτη (οξυγόνο) έξι (6) σιδηροδρομικές ράγες, τύπου UIC 54 και S33, των 18 μέτρων η καθεμία, αξίας 4.800 ευρώ, σε τεμάχια του 1,20 και 1,50 μέτρου, με σκοπό να τις αφαιρέσουν αργότερα από την κυριότητα του Ο.Σ.Ε.

Α.Ε., πλην όμως η ενέργειά τους δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους, καθώς συνελήφθησαν από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας 'Εδεσσας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ