2019/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2019/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Full text
Απόφαση 2019 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2019/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 21196/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 880/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την 21196/2010 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα) την υπ' αριθμ. 7892/23-5-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 41048/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε αυτός σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών η οποία μετετράπη προς 1.500 δρχ. ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 1.300.000 δρχ., για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη από 17-6-2010 αίτηση αναιρέσεως, (με δήλωση στο Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία περιέχει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, η υπό την ίδια ημερομηνία αίτηση αναιρέσεως που άσκησε αυτός (αναιρεσείων) με δήλωση κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με κατάθεση στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη, διότι για να συντελεστεί η δια δηλώσεως άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα, πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλον τρόπο.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο.
Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΟλΑΠ 6/94 και 4/95).
Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά είναι η επίδοση ως "αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του.
Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη εισαγγελική αρχή ή και στην αστυνομική αρχή.
Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας, διαμονής ή επαγγελματικής εγκατάστασης θεωρείται ο αναγραφόμενος στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 21196/2010 απόφασή του απέρριψε ως εκπρόθεσμη την υπ' αριθμ. 7892/2008 έφεση του εκκαλούντος αναιρεσείοντος κατά της 41048/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ακόλουθη αιτιολογία: "όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτής της δικογραφίας η εκκαλουμένη με αριθμό 41048/2000 ερήμην απόφαση του ΜΠΑ επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 14-3-2001 στην οδό ...
στην Αθήνα δυνάμει του από 14-3-2001 αποδεικτικού επιδόσεως του Αστυφύλακα ... ως αγνώστου διαμονής. Ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεση του την 23-5-08 με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου, στο οποίο δήλωσε ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της πρωτόδικης αποφάσεως που επιδόθηκαν σε κατάστημα από το οποίο είχε ήδη αποχωρήσει.
Περί του ισχυρισμού του αυτού κατέθεσε πράγματι η εξετασθείσα στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου ως μάρτυς, σύζυγός του. Πλην όμως, τα υπ' αυτής κατατεθέντα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος σύζυγός της ήταν γνωστής διαμονής, στην ..., δεν επιβεβαιώθηκαν από την προσκομιδή εγγράφων στοιχείων και γι' αυτό δεν δύναται να γίνουν πειστικά.
Η κρινόμενη έφεση πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και μάλιστα περίπου επτά χρόνια μετά την έκδοση της εκκαλούμενης, ενώ ο κατηγορούμενος - εκκαλών επί τόσα χρόνια γνώριζε την σχετική εκκρεμότητα του με το ΙΚΑ και τα ποινικά δικαστήρια, αφού ως προκύπτει από την δικογραφία είχε και άλλες υποθέσεις και θα έπρεπε να τις παρακολουθεί και βεβαίως να είχε ενημερώσει το ΙΚΑ και την Εισαγγελία Αθηνών περί της νέας του διευθύνσεως, αφού αυτά γνώριζαν μόνο την ..., όπου ο εκκαλών διατηρούσε κατάστημα.
Τέλος, η υπ' αριθμ. 5468/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μαζί με το από 3-3-2010 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου περί του αμετακλήτου της και η οποία σε άλλη υπόθεση του κατηγορουμένου δέχθηκε ως ουσία βάσιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δεν είναι δεσμευτική για το παρόν δικαστήριο που έχει την δυνατότητα να κρίνει διαφορετικά".
Από την έκθεση εφέσεως η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών ζήτησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Βλάχου, την παραδοχή της εφέσεώς του και την εξαφάνιση της προσβληθείσας με αυτήν αποφάσεως με την εξής αιτιολογία για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως "διότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου ...".
Ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν αναφέρεται πια ήταν η γνωστή του αναιρεσείοντος κατοικία κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκληθείσης αποφάσεως και αν την κατοικία αυτή την είχε γνωστοποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της ως άνω αποφάσεως, πράγμα που δεν ανέφερε και ενώπιον του Εφετείου (Τριμ.
Πλημ/κείο) όταν, κατά την εξέταση του εμπροθέσμου της εφέσεως του αυτός δια του συνηγόρου του περιορίστηκε να εκθέσει τα πιο πάνω αναφερόμενα. Για πρώτη φορά δε γίνεται αναφορά ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο κατηγορούμενος είχε γνωστή κατοικία στην οδό ..., κατά την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρας συζύγου του Β.
Π.. Προσθέτως και αν θεωρηθεί ότι ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) προέβαλε με την έφεση ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν λόγους ανώτερης βίας που δικαιολογούν την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 41048/2000 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 14-3-2001, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα του Α.Τ.
Συντάγματος ..., που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως (23-5-2008), ο οποίος είναι μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως αποφάσεως του δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει περαιτέρω το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως.
Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση του, ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υποχρεούτο το δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που η μαρτυράς του ανέφερε (και όχι ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, στην έκθεση εφέσεως) η οποία (μάρτυρας) εκ περισσού εξετάστηκε στο ακροατήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό.
Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη από 17-6-2010 αίτηση του Κ. Ζ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21196/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υπό την ίδια ως άνω ημερομηνία αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ