Legislator Case Law & Legislation
2019/2009 AI generated

Appeal allowed partially; court found appeal admissible regarding unjust enrichment claim but dismissed procedural defect argument.

Case Number 2019/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in finding a legal cause of action for moral damages, while the respondent contended the appellant voluntarily fulfilled insurance obligations. The court held that the lower court incorrectly applied civil liability statutes by treating a contractual duty as a tort, thus allowing the appeal on that specific ground. However, the court rejected the claim that the lower court improperly accepted an indeterminate claim, noting the appellant had voluntarily assumed the obligation. Consequently, the judgment was annulled in part and remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331, 332 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; Articles 914 and 932 of the Civil Code: The Supreme Court reviews substantive law errors regarding the existence of a legal cause of action for moral damages when contractual obligations are conflated with tort liability, but does not err in accepting an indeterminate claim if the party voluntarily assumes the underlying obligation.

Keywords

AI generated
res judicata requirements moral damages claim contractual vs tort liability indeterminate claim acceptance civil liability statutes appeal admissibility voluntary assumption of debt

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324, 331, 332 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2019 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2019/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαϊωάννου και Δημητρίου Κοντογιάννη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Συνίτο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4340/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4894/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τελευταίου λόγου αναίρεσης κατά ένα μέρος και την απόρριψη των λοιπών. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζομένης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325 έως 329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας, προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚπολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 1693/1997 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, απορρίφθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των και ήδη διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 5177/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 26-10-1994 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου.

Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο την ρηθεισών αποφάσεων, η δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκαν αυτές, αφορούσε υπόλοιπο αμοιβής του αναιρεσείοντος για την εκ μέρους του εκτέλεση προσθέτων εργασιών σε δύο ημιτελή διαμερίσματα του αναιρεσιβλήτου, κατόπιν εντολής δοθείσας σ' αυτόν από την εργολήπτρια εταιρεία, η οποία, κατόπιν συμφωνίας με τον αναιρεσίβλητο, είχε αναλάβει την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί ακινήτου του με το σύστημα της αντιπαροχής και η οποία είχε δηλώσει αδυναμία συνεχίσεως του αναληφθέντος έργου.

Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται συναφώς δεδικασμένο, αφού η δίκη εκείνη δεν ταυτίζεται, ως προς την ιστορική και νομική της αιτία, με την κρίσιμη δίκη, που αφορά παράβαση της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων ανέλαβε απέναντι στον αναιρεσίβλητο, ως εγγυητής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, την ευθύνη καταβολής των προς το ΙΚΑ οφειλών μέχρι την αποπεράτωση της πολυκατοικίας, υποχρέωση που, κατά τη συνδέουσα τον αναιρεσίβλητο και την εργολήπτρια εταιρεία εργολαβική σύμβαση, βάρυνε την τελευταία.

Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, είναι απαράδεκτος, διότι οι κανόνες του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι περί δεδικασμένου διατάξεις, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό αυτού σφάλμα.

Είναι προφανές ότι τα στοιχεία αυτά, σε περίπτωση που φέρονται ως παραβιασθέντες περισσότεροι κανόνες δικαίου, πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθέναν από αυτούς. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει πλην άλλων, τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και να εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλόμενη ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ενδεχόμενες πλημμέλειες στην αιτιολογία της απόφασης, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου της διατάξεις των άρθρων 173, 200, 138, 159, 166, 369, 178, 179, 180, 181, 182, 713, 721, 722 , 847, 147, 388, 288 και 866ΑΚ, καθό μέρος 1)απέρριψε τους ισχυρισμούς του α)περί του ότι αναφερόμενη στην αγωγή ως καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου σύμβαση εγγυήσεως ήταν εικονική, υποκρύπτουσα εντολή, β)περί εξαπατήσεως και εκμεταλλεύσεως του από τον αναιρεσίβλητο και γ)περί απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών και 2)αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της εγγυητικής του ευθύνης, έκρινε ότι εκτείνεται μέχρι την τελική εξόφληση των οφειλών.

Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, αφενός, διότι υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων και, αφετέρου, διότι ενέχει αοριστία, αφού στο αναιρετήριο εκτίθεται το κατά την άποψή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, χωρίς όμως να προσδιορίζεται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, ήτοι τα ελλείποντα για την επάρκεια της αιτιολογίας περιστατικά, ποιες είναι οι (ως αντιφατικές φερόμενες) πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, ως διδάγματα κοινής πείρας, που, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ απορρέοντα τρίτο λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να μη δεχθεί πως ο αναιρεσείων ανέλαβε κατόπιν εντολής του αναιρεσιβλήτου οικοπεδούχου την αποπεράτωση της οικοδομής, την ανέγερση της οποίας είχε αναλάβει εργολαβικά η μη ούσα διάδικος εν προκειμένω εργολήπτρια εταιρεία, η οποία και την εγκατέλειψε ημιτελή, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι "στις περιπτώσεις που ο εργολάβος εξαφανίζεται και εγκαταλείπεται το έργο ημιτελές με οφειλές σε τρίτους και ΙΚΑ, η εργολαβική σύμβαση καταγγέλλεται και αναλαμβάνει το έργο νέος εργολάβος με συμφωνία μεταξύ αυτού και των εργοδοτών ιδιοκτητών, οι οποίοι (εργοδότες-συνιδιοκτήτες) δεν αποκλείεται να αναλάβουν και οι ίδιοι το ρόλο του εργολάβου για λογαριασμό των ιδιοκτησιών τους".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν υφίσταται δίδαγμα της κοινής πείρας υπό την προεκτεθείσα έννοια, με αυτό το περιεχόμενο.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος, με την πρώτη από αυτές, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια, αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη δεύτερη από τις άνω διατάξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 7-4-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού και του από 8-4-1992 παραρτήματος αυτού, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με το να δεχθεί ότι η έννομη σχέση που απορρέει από αυτά είναι εκείνη της εγγυήσεως, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 6 του πρώτου εκ των ανωτέρω συμφωνητικών, το οποίο παρέλειψε να αναγνώσει το Εφετείο, προκύπτει ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ήταν αμφοτεροβαρής, δημιουργούσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τους δύο συμβληθέντες.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, (δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των άνω εγγράφων και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το Εφετείο), είναι απαράδεκτος, εφόσον η αποδιδόμενη παραμόρφωση συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτεθείσα έννοια αλλά αποκλειστικά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου τους, αναφορικά με την παραδοχή ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση, όπως προέκυπτε από τα ανωτέρω συμφωνητικά, ήταν εκείνη της εγγυήσεως.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι δεν προτάθηκαν ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση, η απορρέουσα από το από 7-4-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι εκείνη της εγγυήσεως, δέχθηκε τους μη προβληθέντες από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμούς, ότι "ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ...

συνυπέγραψε το συμφωνητικό αυτό" και ότι η εγγυητική ευθύνη του αναιρεσείοντος διαρκούσε μέχρι την τελική εξόφληση των προς το ΙΚΑ οφειλών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι άνω παραδοχές του Εφετείου, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα, αντίστοιχα του Εφετείου, συναχθέντα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι βάσιμος.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προκείμενος λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, η ανάγκη δε επικλήσεως ισχύει και για την ομολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ απορρέοντα έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα α)την κατάθεση του δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου ..., περιεχόμενη στην υπ' αριθμ. 48402/97 απόφαση, β)την από 29-9-1995 προανακριτική κατάθεση του ίδιου ως άνω δικηγόρου, γ)τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου επί της από 26-10-1994 αγωγής του αναιρεσείοντος κατ' αυτού, δ)τα υπ' αριθμ. 4340/2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε)τις από 25-9-1995 προτάσεις της εργολήπτριας εταιρείας και του ..., στ) την από 8-4-1992 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου ...

προς τον αναιρεσείοντα και ζ)την από 9-7-1991 επιστολή της εργολήπτριας εταιρείας προς τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., την ανώμοτη κατάθεση του αναιρεσείοντος και από όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις σκέψεις που περιέχει η προσβαλλόμενη για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η έλλειψη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης ορισμένων από τα ανωτέρω έγγραφα, δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου σχετικά με τον ισχυρισμό του ίδιου (αναιρεσείοντος) περί ανυπαρξίας εγγυήσεως και εικονικότητας αυτής, περιεχόμενη στην από 1-3-2004 έφεση εκείνου και στις από 7-2-2006 προτάσεις του προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσείοντος, παραβιάζοντας συγχρόνως τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου (άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού στο αναιρετήριο δεν γίνεται αναφορά ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε την ομολογία αυτή ενώπιον του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Εξ άλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚπολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμο βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 12-1-2001 αγωγή του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ισχυρίσθηκε ότι με το 3774/1988 εργολαβικό προσύμφωνο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Βαϊμάκη ανέθεσε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΡΓΟΣΥΡΟΣ Ε.Π.Ε" την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί ακινήτου ιδιοκτησίας του με το σύστημα της αντιπαροχής, ότι η εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε, πλην άλλων, την υποχρέωση καταβολής προς το ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών που αφορούσαν το κατασκευαστέο έργο, ότι με την από 7-4-1992 σύμβαση εγγυήσεως που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτού και του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ο τελευταίος εγγυήθηκε ως πρωτοφειλέτης υπέρ της ανωτέρω εργολήπτριας εταιρείας, πλην άλλων, ότι θα καταβάλει ο ίδιος κάθε ποσό που οφείλετο μέχρι τότε και θα οφείλετο μέχρι την ολοσχερή αποπεράτωση του έργου, ότι στις 12-5-1999 κοινοποιήθηκαν στον ίδιο (αναιρεσίβλητο) από το ΙΚΑ πράξεις επιβολής εισφορών και ακολούθως έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ενός ακινήτου του, ενόψει δε του απειλούμενου πλειστηριασμού αυτού και της αδιαφορίας και αρνήσεως του αναιρεσείοντος προς εκπλήρωση της εκ της προαναφερθείσης συμβάσεως υποχρεώσεώς του, κατέβαλε ο ίδιος στο ΙΚΑ το συνολικά καταλογισθέν σ' αυτόν ποσό, ύψους 4.505.607 δραχμών.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε την καταψήφιση του αναιρεσείοντος στην καταβολή του ποσού αυτού και επιπλέον του ποσού των 500.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, συνιστάμενη, ειδικότερα, στην "παράλειψή του να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωσή του προς το ΙΚΑ και στη γνώση του ότι η παράλειψή του αυτή (θα) επέφερε κατάσχεση της περιουσίας του με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ύποπτος ή αφερέγγυος οικονομικά".

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή, κατά το κύριο αίτημά της, είναι ορισμένη, περιέχουσα όλα τα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Σε σχέση όμως με το αγωγικό αίτημα της καταβολής ποσού ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, είναι νομικά αβάσιμη, διότι η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα υπαίτια συμπεριφορά, με την οποία αυτός φέρεται ότι παραβίασε τη συμβατική του υποχρέωση, καταβολής στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών, διαπράχθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης εγγύησης και δεν θα ήταν παράνομη αν δεν υπήρχε η συμβατική σχέση, από την οποία απορρέει η εν λόγω υποχρέωση, αφού στην περίπτωση αυτή (της ανυπαρξίας δηλαδή συμβατικής, μεταξύ των διαδίκων, σχέσης) δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για συμπεριφορά που αντίκειται στο γενικό κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον, γεγονός το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία.

Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε αντιθέτως και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει το αίτημα αυτό ως νόμω αβάσιμο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 500 Ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Έτσι, είναι βάσιμος ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Αντίθετα, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη στην ειρημένη αγωγή, στην οποία δεν αναφέρεται ότι η πρωτοφειλέτρια δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση, είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα ο αναιρεσείων ανέλαβε και ως αυτοφειλέτης την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρεώσεως.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθό μέρος επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα, κατανεμόμενα ανάλογα με την έκταση της μερικής νίκης και μερικής ήττας καθενός από τους διαδίκους, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4894/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ