2019/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2019/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν είναι πράγματα ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη ή γενικά άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης δεν είναι πράγματα τα αποδεικτικά στοιχεία η μη λήψη των υπόψη ελέγχεται αναιρετικά, κατά τα ανωτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 35/2007).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2019 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2019/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..........(........), η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δημητρίου. Του αναιρεσιβλήτου: ............., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1901/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2810/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 2-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .........., προκύπτει ότι, κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, ή δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ., ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Αντίθετα δεν είναι πράγματα ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη ή γενικά άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης δεν είναι πράγματα τα αποδεικτικά στοιχεία η μη λήψη των υπόψη ελέγχεται αναιρετικά, κατά τα ανωτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 35/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 1-3-1995 μέχρι 1-12-1999, δεν είχε καταρτιστεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι αυτή παρείχε οικειοθελώς τις υπηρεσίες της κατά το χρόνο αυτό στην επιχείρηση του τελευταίου ως σύντροφος και στη συνέχεια ως σύζυγος του και ότι στην κρίση του αυτή κατέληξε χωρίς να λάβει υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτήν αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε ομολογία του εναγομένου για την ύπαρξη της σχέσης εξαρτημένης εργασίας της, ήτοι:
α) την 4-6-2004 αγωγή διαζυγίου του κατ' αυτής στην οποία αναφέρει ότι την προσέλαβε στην επιχείρηση του, β) την από 2-8-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου εναντίον της στην οποία επαναλαμβάνει τα ίδια και γ) την από 17-9-2004 κατάθεση της μάρτυρος ........ που δόθηκε επί αγωγής αποδόσεως μισθίου της ίδιας κατά του αναιρεσιβλήτου και ότι δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να απασχολείται κάποιος στην επιχείρηση άλλου επί έτη, οικειοθελώς, εσφαλμένα δε εκτίμησε το υπ' αριθμ. 1901/2005 πρακτικό ότι δήθεν "ήταν αφεντικό" ή "δεν διεκδίκησε χρήματα".
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα έγγραφα από τη διαβεβαίωση αυτή του Εφετείου δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με βάση τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα στο ίδιο λόγο, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ., αφού όλες οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττουν το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε μετά τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, και αφορούν γεγονότα που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει τo στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου, τούτο δε συμβαίνει και στην περίπτωση της παροχής εργασίας από εργαζόμενο που δεν έχει τα απαιτούμενα κατά νόμο για τη συγκεκριμένη περίπτωση προσόντα.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ.
τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης της αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα αυτής, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (Ολ.
ΑΠ 22/2003). Εξάλλου, η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ισχυρίζεται ότι συνδεόταν με τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από την σύμβαση αυτή εργασίας ο αναιρεσίβλητος εργοδότης της οφείλει σ' αυτήν, για δεδουλευμένους μισθούς και δώρα εορτών το συνολικό ποσό των 34.802,07 ευρώ, το οποίο ζητεί με βάση την επικαλούμενη σύμβαση και όλως επικουρικώς κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι αόριστη, αφού παράλληλα δεν ισχυρίζεται ότι λείπουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής από την επικαλούμενη από την ίδια σύμβαση, ούτε γίνεται σ' αυτήν, έστω και απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, στην οποία στηρίζει την κύρια βάση της αγωγής.
Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 αφού η αγωγή κατά την επικουρική βάση της, ήταν πράγματι απαράδεκτη ως αόριστη και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, καθώς και με το τελευταίο σκέλος του τρίτου λόγου υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, αληθώς όμως, από το άρθρο 559 αρ. 14 είναι αβάσιμα και απορριπτέοι είναι οι λόγοι αυτοί.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997, Ολ ΑΠ 30/1997). Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ.333/1998 ΝΟΒ 1999. 945).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα η οποία είναι Ισπανικής καταγωγής, προσλήφθηκε την 1-6-1992 από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση πώλησης ειδών χρυσοχοϊας και τουριστικών ειδών στην οδό ........ στην ....., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια στην παραπάνω επιχείρηση.
Περί τα τέλη 1992 δημιουργήθηκε μεταξύ τους αισθηματικός δεσμός, εξαιτίας του οποίου ο εναγόμενος ο οποίος ήταν ήδη παντρεμένος, έλυσε το γάμο του και άρχισε πλέον να συζεί με την ενάγουσα η οποία ήταν επίσης παντρεμένη, αλλά σε διάσταση. Τελικά ο αισθηματικός αυτός δεσμός κατέληξε σε γάμο που τελέστηκε στις 11-12-1999.
Η ως άνω εργασιακή σχέση της ενάγουσας, λύθηκε την 1-6-1994 και για το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1995, αυτή εργάστηκε σε άλλη επιχείρηση. Στη συνέχεια, άρχισε και πάλι να απασχολείται στην ως άνω επιχείρηση του εναγομένου. Ουδόλως όμως αποδείχτηκε, ότι η ενάγουσα επαναπροσλήφθηκε από τον εναγόμενο με νέα ρητή ή σιωπηρή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρηση του ως πωλήτρια.
Αντίθετα αποδείχτηκε, ότι η ενάγουσα ενόψει της ανωτέρω συμβιώσεως της με τον εναγόμενο παρείχε τις υπηρεσίες της στην ως άνω επιχείρηση του τελευταίου, οικειοθελώς, όχι ως υπάλληλος αυτού, αλλά ως σύντροφος και μέλλουσα σύζυγος του, με διάθεση εξυπηρετήσεως αυτού και των κοινών συμφερόντων τους, χωρίς να ακολουθεί πλήρες ωράριο εργασίας, δεδομένου ότι η απασχόληση της εξαρτάτο αποκλειστικά από τη βούληση της και χωρίς να υποβάλλεται σε κάποια νομική εξάρτηση από τον εναγόμενο, αφού αυτός ουδέποτε άσκησε επ' αυτής έλεγχο ή εποπτεία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών της.
Ακριβώς δε, λόγω της κατά τον ως άνω τρόπο παροχής των υπηρεσιών της (δηλαδή ως συντρόφου και όχι ως υπαλλήλου του εναγομένου), η ενάγουσα ουδέποτε αξίωσε μισθό καθόλο το χρονικό διάστημα από 1-3-1995 έως 1-12-1999. Άλλωστε, δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος προέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο απαίτηση να εργάζεται η ενάγουσα στο κατάστημα του, αφού αυτός δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες της, δεδομένου ότι διέθετε το απαιτούμενο για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης του υπαλληλικό προσωπικό.
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1995 έως 1-12-1999 η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Αλλά ούτε και με βάση απλή σχέση εργασίας παρείχε αυτή τις υπηρεσίες της στην εν λόγω επιχείρηση, αφού η παροχή τους (υπό τις άνω συνθήκες και σχέσεις) δεν ενείχε πρόθεση αυτής για παροχή εργασίας και λήψη αμοιβής, ως ανταλλάγματος της εργασίας της, ούτε και ο εναγόμενος αποδεχόταν τις υπηρεσίες της ως παρεχόμενες με τέτοιο αντάλλαγμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο για απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, κατά το μέρος που αφορούσε την καταβολή αξιώσεων κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1995 έως 1-12-1999 ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, όσο και για την απόρριψη αυτής κατά το μέρος της που αφορούσε αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1-8-1993 μέχρι 31-12-1993, λόγω παραγραφής των αξιώσεων της λόγω συμπληρώσεως πενταετίας και μη αναστολής της παραγραφής τους, ορθά δε στη συνέχεια επεδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 1.913,49 ευρώ που αφορούσε διαφορές των αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-5-1994 για το οποίο δέχτηκε ότι δεν είχε επέλθει η πενταετής παραγραφή, λόγω αναστολής αυτής.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) κατά μεν το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται αιτιολογιών και ότι υπάρχει αντίφαση σ΄ αυτές (αιτιολογίες) είναι αβάσιμος, ενώ κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττεται η ίδια απόφαση για λανθασμένη εκτίμηση της προαναφερόμενης ανόμωτης κατάθεσης της ενάγουσας είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, απαράδεκτοι είναι οι, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ, 19 του Κ.Πολ.Δ. κατά το σκέλος αυτών με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 903 ΑΚ, αφού το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την βάση αυτής της αγωγής και δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της αυτής προϋπόθεση απαραίτητη για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2006 αίτηση αναιρέσεως της......... (.........), κατά της υπ' αριθμ. 2810/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ