Legislator Case Law & Legislation
2019/2006 AI generated

2019/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2019/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2019/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά του πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2019 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2019/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος:....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-11-2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσίβλητου - καθού η κλήση: Δήμου Ιωαννίνων, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γιωτόπουλο.

Των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του Δήμου Ιωαννιτών:1)....., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ομοδίκου του και ήδη αποβιώσασας την 3-4-2005 μητέρας του ....., 2)....., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ομοδίκου του και ήδη αποβιώσασας την 3-4-2005 μητέρας του ....., 3)....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ομοδίκου του και ήδη αποβιώσασας την 3-4-2005 μητέρας του ....., 4)....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας την 3-4-2005 μητέρας της ..... αρχικής διαδίκου και 5)....., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από 26-2-1991 πρόσθετη παρέμβαση των ανωτέρω παρεμβάντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:459/1991 του ίδιου Δικαστηρίου,283/1992,211/1996 προδικαστικές, 248/1998 οριστική Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της οριστικής αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-9-1998 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1581/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ιωαννίνων. Το Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε τις 278/2001 προδικαστική και 146/2003 οριστική αποφάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας οριστικής αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13-6-2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 870/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 12-12-2005 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 7-2-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 5094/1-6-2006, 5095/1-6-2006, 5096/1-6-2006, 5097/1-6-2006 και 5100/5-6-2006 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ....., ακριβές επικυρωμένος αντίγραφο του δικογράφου της από κλήσης του αναιρεσείοντος, προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αυτού για αναίρεση της 146/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, μαζί με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καθένα από τους 1) ....., 2) ....., 3) ....., 4) .....

και 5)....., στους τρείς πρώτους ατομικώς, ως παρεμβάντες υπέρ του αναιρεσιβλήτου στη δίκη στο Εφετείο και ως κληρονόμους της επίσης παρεμβάσας υπέρ του αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο ....., που εν τω μεταξύ πέθανε και στη θέση της συνεχίζουν αυτοί τη δίκη, στην τέταρτη ως κληρονόμο της ίδια παρεμβαίνουσας, που επίσης συνεχίζει στη θέση εκείνης τη δίκη, στο όνομά της και στον πέμπτο ατομικώς, ως παρεμβάντα υπέρ του αναιρεσιβλήτου στη δίκη στο Εφετείο.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά του πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄ του ΚΠολΔ λόγο, διότι δηλαδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε, εάν το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄του ΚΠολΔ και όχι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ.

λόγος. Περαιτέρω, όταν η απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, οπότε κατά το μέρος κατά το οποίο δεν αναιρέθηκε παράγει δεδικασμένο, εάν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και το κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Αν, όμως, ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δε διαφέρει από την προηγούμενη απόφαση, οπότε κατ' αποτέλεσμα έγινε σεβαστό το δεδικασμένο κατά τη θετική του λειτουργία, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς επίκληση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, παρότι παραβιάσθηκε η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου.

Εξάλλου, όταν γίνει δεκτή αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου και απορριφθεί ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, η απόφαση παράγει δεδικασμένο, το οποίο καλύπτει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 324 και 330 του ΚΠολΔ, όχι μόνο την ύπαρξη του δικαιώματος της κυριότητας του ενάγοντος, που κτήθηκε με τον τρόπο στον οποίο θεμελιώνεται η αγωγή, η οποία κρίθηκε βάσιμη, αλλά και την μη ύπαρξη βάσιμης ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού, έστω και αν η ένσταση αυτή προβλήθηκε μεν αλλά απορρίφθηκε ως αόριστη, οπότε θεωρείται σαν να μην είχε προβληθεί, ενώ μπορούσε να προταθεί.

Εάν αναιρεθεί τέτοια απόφαση, για οποιοδήποτε λόγο, μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο που αφορά την ύπαρξη του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και η υπόθεση μπορεί να ερευνηθεί από το δικαστήριο της παραπομπής μόνο ως προς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, η οποία προϋποθέτει ότι υφίσταται πράγματι το δικαίωμα αυτό, η άσκηση του οποίου παρακωλύεται εφόσον κριθεί βάσιμη η ένσταση αυτή.

Εάν παρά ταύτα το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου το ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος, όπως η κτήση του θεμελιώνεται στην αγωγή και η απόφασή του δε διαφέρει ως προς το ζήτημα αυτό από την προηγούμενη απόφαση, ο προβαλλόμενος κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του διαδίκου να τον προβάλει.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Ιωαννιτών άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 10-10-1990 διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, με την οποία ισχυρίζεται ότι το διεκδικούμενο με αυτήν ακίνητο ήταν τμήμα προϋφιστάμενης της έναρξης της ισχύος του ν.δ/τος από 17-7-1923 κοινόχρηστης δημοτικής οδού, που είχε ανέκαθεν αφεθεί στην κοινή χρήση των δημοτών του.

Με την 248/1998 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η αγωγή αυτή, αφού απορρίφθηκε, ως αόριστη, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενάγοντος να διεκδικήσει το εν λόγω ακίνητο. Η απόφαση αυτή του Εφετείου αναιρέθηκε με την 1581/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄του ΚΠολΔ, διότι κρίθηκε ότι το Εφετείο Ιωαννίνων, που απέρριψε ως αόριστη την εν λόγω ένσταση, δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που είχε προτείνει προς θεμελίωσή της ο εναγόμενος, τα οποία καθιστούσαν ορισμένη την ένσταση αυτή, δηλαδή, αναιρέθηκε η απόφαση εκείνη μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την ένσταση αυτή, όχι δε και ως προς το κεφάλαιο της απόκτησης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τον ενάγοντα με τον τρόπο στον οποίο θεμελιώνεται η αγωγή, ως προς το οποίο δεν ασχολήθηκε ο Άρειος Πάγος.

Το ίδιο Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την αναίρεση, για περαιτέρω συζήτηση, η υπόθεση, με την προσβαλλόμενη 146/2003 απόφασή του, ερεύνησε όχι μόνο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, αλλά και το κεφάλαιο της απόκτησης κυριότητας του ενάγοντος στο ακίνητο αυτό.

Ωστόσο, και ως προς το ζήτημα αυτό, η απόφαση αυτή του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, δε διαφέρει από την προηγούμενη απόφασή του, αφού και με αυτήν έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στον ενάγοντα Δήμο, ως τμήμα κοινόχρηστης οδού προϋφιστάμενης της ισχύος του ν.δ/τος από 17-7-1923, ότι δηλαδή περιήλθε στην ενάγοντα με τον τρόπο στον οποίο θεμελιώνεται η αγωγή, η οποία και έγινε εκ νέου δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν , αφού απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, σε σχέση με την οποία μόνο είχε αναιρεθεί η προηγούμενη απόφαση.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με το να ερευνήσει εκ νέου το ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Επίσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να τον προτείνει, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να ερευνήσει εκ νέου το ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη 248/1998 απόφασή του, η οποία δεν είχε αναιρεθεί ως προς το σχετικό κεφάλαιο.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο : α) ποιος ήταν ο ουσιώδης ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, β) ποια είναι η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το βάρος της απόδειξης και γ) ποιο είναι το θέμα της απόδειξης που έχει επιβάλει το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, τάσσοντας θέμα απόδειξης μόνο σε αυτόν όχι δε και στον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε ποιος ήταν ο ουσιώδης ισχυρισμός ως προς τον οποίο εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ούτε ποιο είναι το θέμα της απόδειξης που εσφαλμένα επέβαλε το δικαστήριο στον αναιρεσείοντα και δεν επέβαλε στον αναιρεσίβλητο.- Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων339, 393, 394 και 395 του ΚΠολΔ, όταν επιτράπηκε η εξέταση με μάρτυρες, επιτρέπεται η απόδειξη κα με δικαστικά τεκμήρια.

Ως δικαστικό δε τεκμήριο μπορεί να χρησιμεύσει και ή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάχθηκε από το ίδιο ή άλλο δικαστήριο σχετικά με την απόδειξη άλλου θέματος, ως προς το οποίο δεν είχε διαταχθεί η διεξαγωγή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 870/2005 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, με αυτήν τάχθηκαν αποδείξεις και με μάρτυρες, ως προς το θέμα της απόδειξης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο.

Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την από 30-8-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού ....., η διεξαγωγή της οποίας είχε διαταχθεί σε σχέση με το ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και αν ακόμη θεωρηθεί ότι δεν την έλαβε υπόψη μόνο για το θέμα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, το οποίο αυτό εκ νέου ερεύνησε, αλλά και για συνεκτίμηση με τις λοιπές αποδείξεις ως προς το θέμα της καταχρηστικότητας, αφού ως προς το τελευταίο είχε επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες και συνεπώς μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο και η έκθεση αυτή πραγματογνωμοσύνης.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη για την απόδειξη της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δε επιτρέπει.

Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος, είναι ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο μαρτυρική κατάθεση και ένορκες βεβαιώσεις, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι για το σχηματισμό της κρίσης του το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν, δηλαδή, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αλλ' ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακολούθων εγγράφων : α) των υπ' αριθμ. ..., ... και ... αδειών του Γραφείου Πολεοδομίας του Νομού Ιωαννίνων, β) των υπ' αριθμ. 24/1982 πρακτικών συζητήσεως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων, γ) της υπ' αριθμ. 19629.5536/22-12-1978 απόφασης του Νομάρχη Ιωαννίνων και δ) του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου αγοράς. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, το οποίο συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα έγγραφα αυτά, δε στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα σε αυτά. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-6-2003 αίτηση του ..... για αναίρεση της 146/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δήμου Ιωαννιτών, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ