2018/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Tης αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Αρετάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-02-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Legislator headnote
AI generated2018/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 του νόμου 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ (MiFID), που αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018, όπως ορίζει το άρθρο 98 αυτού, "1.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2018 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2018/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και με τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ" που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσιμπανούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-02-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Tης αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Αρετάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-02-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-02-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων πιστωτικός συνεταιρισμός με την από 30-09-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 30/9/2021 (αριθμ. Καταθ. 27/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 52/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού, όπως προκύπτει από με αριθμό ...-2021 επίδοση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Μ.
Μ., η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα την 1-9-2021 και η κατάθεσή της αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 30-9-2021 ήτοι εντός τριάντα ημερών (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης / ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης / προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη ( ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1007/2019).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωσης αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2019).
Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015), όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιοσδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του.
Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1565/2023, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 237/2016). Οι ανωτέρω διατάξεις, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. του Νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των νόμων 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού (ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 529/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 314/2024).
Περαιτέρω στο ν. 1667/1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις", όπως η παρ.7 του άρθρου 2 συμπληρώθηκε με την παρ.2α του άρθρου 28 Ν. 4141/2013, και η παρ.9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις παρ.1 άρθρου 17 Ν.3156/2003, άρθρο 6 Ν. 3483/2006 και παρ. 2 β άρθρου 28 ν. 4141/2013, και πριν την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με το άρθρο 76 παρ.1 Ν.4583/2018, ορίζονταν τα εξής:
Άρθρο 2 "παρ. 1. Μέλη του συνεταιρισμού μπορούν να γίνουν ενήλικοι εφ' όσον δεν τελούν υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη και συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του καταστατικού... παρ. 4. Για να γίνει κάποιος μέλος του συνεταιρισμού μετά τη σύσταση που απαιτείται να υποβάλει, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού, γραπτή αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο που αποφασίζει για την αποδοχή της στην πρώτη του συνεδρίαση.
Η εγγραφή των νέων μελών εγκρίνεται από την επόμενη γενική συνέλευση. Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο παρ.7. Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης.
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στο συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους...
παρ.9. Στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό, αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία γίνεται η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός. Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 (Α' 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.
Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2.".
Επίσης, στο άρθρο 27 παρ. 5 του προϊσχύσαντος Ν. 3601/2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΕΠΕΥ και λοιπές διατάξεις" με τον οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία 2006/48/ΕΚ, όπως η παράγραφος αυτή είχε προστεθεί με την παρ.3 του άρθρου 169 του Ν. 4099/2012, και πριν την κατάργηση του ως άνω Ν. 3601/2007 με το άρθρο 166 παρ.1 και 2 του Ν.4261/2014, οριζόταν ότι : "Για την εξασφάλιση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού", ενώ και στο άρθρο 149 του μεταγενέστερου, και ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο, Ν.4261/2014 με τίτλο "Εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων", και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 23 περ.3 Ν.4701/2020, ορίζονταν ότι "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού.". Από τον συνεταιρισμό όλων των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων δεν νοείται ει μη μόνον σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1667/1986.
Έτσι επί δικαιοπραξίας με αντικείμενο την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων-οι οποίες εκδίδονται από τον συνεταιρισμό και διατίθενται στον συνεταίρο, ο οποίος τις αποκτά πρωτοτύπως, κατόπιν αιτήσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1667/1986- εφαρμόζονται, όπως και στη σύμβαση ανάληψης μετοχών και, γενικώς, εταιρικών μεριδίων, οι ειδικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου.
Εφόσον δε, η ανάληψη μετοχών ανώνυμης εταιρείας-είτε κατά την ίδρυση είτε, μεταγενεστέρως, κατά την αύξηση του κεφαλαίου της-αποτελεί ιδιότυπη σύμβαση, που εμφανίζει: α) αφενός μεν στοιχεία εταιρικής σύμβασης, αφού δημιουργεί την εταιρική/ μετοχική, κατά περίπτωση, σχέση, δηλαδή ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εταιρικού δικαίου, β) αφετέρου δε στοιχεία κοινής, του αστικού δικαίου, αμφοτεροβαρούς σύμβασης, στο βαθμό που ο εταίρος/ μέτοχος έχει υποχρέωση να καταβάλει την εισφορά του στην εταιρία και αυτή να τον εγκαθιδρύσει στα (διοικητικής και περιουσιακής φύσεως) δικαιώματα της εταιρικής σχέσης, το οποίο επιτυγχάνεται, προκειμένου περί συνεταιρισμού, με το να εγγράφει ο συνεταιρισμός το συνεταίρο στο μητρώο μελών για τις μερίδες που αποκτά, προκειμένου δε περί εταιρείας, με το να παραδώσει η εταιρεία στον εταίρο/μέτοχο τους αντίστοιχους τίτλους ή να τον εγγράφει στο οικείο βιβλίο μετοχών και μετόχων/εταίρων, οι χρηματικές καταβολές που διενεργούνται από τον εταίρο/συνεταίρο προς απόκτηση πρωτογενώς εταιρικών/συνεταιριστικών του μερίδων, οι οποίες εκδίδονται από τον συνεταιρισμό και διατίθενται σε αυτόν πρωτοτύπως, πρέπει να κρίνονται εντός του πλαισίου της εταιρικής σύμβασης, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου εταιρικού νομοθετήματος (στην προκειμένη υπό κρίση περίπτωση του Ν. 1667/1986), και υπ' αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιολογούνται.
Επομένως, δεν νοείται πρωτότυπη απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων από συνεταίρο, και συναφώς καταβολή από αυτόν στον συνεταιρισμό του τιμήματος απόκτησής τους, μη υπαγόμενη στις διατάξεις του Ν. 1667/1986. Αποκτώντας δε τις συνεταιριστικές του μερίδες ο συνεταίρος αποκτά τα διοικητικής και περιουσιακής φύσεως δικαιώματα που απορρέουν από αυτές, και τα οποία παρέχει ο Ν. 1667/1986, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος προς ρευστοποίηση των συνεταιριστικών αυτών μερίδων, το οποίο διέπεται από τις προεκτεθείσες, αναγκαστικού δικαίου, χάριν του δημοσίου συμφέροντος τεθείσες, διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 9 του ως άνω Ν. 1667/1986, υπό τους περιορισμούς του ίδιου νόμου (στο άρθρο 2 παρ. 7) και της τραπεζικής νομοθεσίας (άρθρο 149 Ν. 4261/2014, που αντικατέστησε το ταυτόσημο άρθρο 27 παρ. 5 του Ν. 3601/2007).
Το δικαίωμα κάθε συνεταίρου να ζητήσει τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών του μερίδων είναι σύμφυτο της αρχής της ελεύθερης συμμετοχής στο συνεταιρισμό, που σημαίνει νομική και πραγματική δυνατότητα κτήσης και λήξης της ιδιότητας του συνεταίρου κατά την επιλογή του, δηλαδή δυνατότητα ελεύθερης εισόδου και ελεύθερης εξόδου των συνεταίρων από το συνεταιρισμό.
Η συνεταιριστική συμμετοχή μπορεί να λυθεί και στη διάρκεια της παραγωγικής λειτουργίας του συνεταιρισμού, μεμονωμένα για κάποιο συνεταίρο, μεταξύ άλλων, λόγω οικειοθελούς αποχώρησής του. Στο συνεταίρο δε, που αποχωρεί από συνεταιριστική τράπεζα αποδίδεται η αξία της συνεταιριστικής μερίδας που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο ισολογισμό της τελευταίας χρήσης ( ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1397/2010).
Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, που αναφέρεται στο καταστατικό του συνεταιρισμού, ενώ οι προεκτεθείσες διατάξεις με τους ενισχυμένους κανόνες για τον περιορισμό του δικαιώματος ρευστοποίησης, επιβλήθηκαν από λόγους δημοσίου συμφέροντος, για την ενίσχυση δηλαδή της ευστάθειας και σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας.
Το γεγονός πως η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού, δεν παρέχει βεβαίως στο συνεταιρισμό δικαίωμα να ασκήσει αυθαίρετα τη "διακριτική ευχέρεια" για την άρνηση ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων. Αντίθετα, είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την απόφασή του να αρνηθεί τη ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων, βάσει των αρχών της καλής πίστης και της ισότιμης μεταχείρισης των συνεταίρων.
Η διακριτική ευχέρεια, επομένως, που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986, συνδεόμενη και με την αποδοχή ή μη της σχετικής αίτησης ρευστοποίησης, συρρικνούται κατ' ουσίαν και δύναται να ασκηθεί, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος, δηλαδή α) να μη θίγονται με τη ρευστοποίηση οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού, που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και β)να έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων του συνεταιρισμού, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (σχετ.
ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 του νόμου 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ (MiFID), που αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018, όπως ορίζει το άρθρο 98 αυτού, "1.
Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ [Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών], στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους.... 2.
Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: ... (γ) τα άρθρα 25 έως 30...", κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ' αυτών, (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης, (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ).", κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν: (α) Οι κινητές αξίες, (β) Τα μέσα χρηματαγοράς " και κατά το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ιδίου νόμου, "1.
Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.
Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.
3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις.
4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας).
5. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι' αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...".
Επίσης, κατά την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ...-2002 "Ενημέρωση των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (Φ.Ε.Κ. 277 Α72002), τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν κατ' ελάχιστον, ως προς τις λοιπές (πλην καταθέσεων και χορηγήσεων) πάσης φύσεως εργασίες τους, αναλυτικές πληροφορίες για το ύψος των προμηθειών και να ανακοινώνουν αναλυτικά το ύψος των αμοιβών τους και εξόδων υπέρ τρίτων για παροχή υπηρεσιών, ώστε οι συναλλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, ειδικότερα δε καθ' όσον αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσόμενων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων.
Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης.
Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης.
Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (Α.Π. 931/2019, Α.Π. 244/2016, Α.Π. 1028/2015, Α.Π. 1738/2013). Οι ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ.
του νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, αφού η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των ν. 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και της Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού (Α.Π. 1651/2024, Α.Π. 1160/2024, ΑΠ 529/2024, Α.Π. 484/2024, Α.Π. 314/2024).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της 'απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ((ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 21.2.2017 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλούμενη μηδενική επενδυτική εμπειρία, εξέθετε, ότι παραπλανηθείσα από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων του ήδη αναιρεσείοντος πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία " ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", περί ασφαλούς και επωφελούς τοποθέτησης του κεφαλαίου της εντάχθηκε στις 14-6-2013 στο επενδυτικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", πεισθείσα ότι πρόκειται περί είδους προθεσμιακής χρηματικής κατάθεσης με εγγυημένο κεφάλαιο, άμεση απόδοση και ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του προγράμματος άμα τη αιτήσει αυτών.
Ότι κατά τον πρώτο χρόνο δεν είχε υποστεί καμία ζημία, με αποτέλεσμα να ισχυροποιηθεί η εμπιστοσύνη της προς τον εναγόμενο και να πιστέψει εύλογα ότι τα χρήματά της ήταν εξασφαλισμένα και άμεσα διαθέσιμα, σ' αυτό δε συνετέλεσαν αφενός η πάγια πρακτική του εναγόμενου να ρευστοποιεί άμεσα και στο σύνολό τους τις μερίδες που είχαν εκδοθεί με το άνω πρόγραμμα, όσο και οι ρητές αναφορές περί τούτου στα διάφορα φυλλάδια προώθησης του άνω προγράμματος.
Ότι το Δεκέμβριο του έτους 2013, ειδοποιήθηκε να μεταβεί στην Τράπεζα στην οποία της ανήγγειλαν την απόφαση της τελευταίας να διακοπεί το ως άνω πρόγραμμα και να αντικατασταθεί από το πρόγραμμα "Αποδίδω" αφήνοντας να εννοηθεί ότι αποτελεί συνέχεια του καταθετικού λογαριασμού. Ότι ακολούθως στις 28-3-2014 τα μέρη έλυσαν τη σύμβαση αυτή και συνήψαν νέα σύμβαση ειδικού λογαριασμού με τίτλο "αποδίδω", προσθέτοντας μάλιστα στην αξία επιπλέον 12 συνεταιριστικές μερίδες, χωρίς να την ενημερώσουν για τους όρους της λύσης και της νέας σύμβασης, ούτε να μπορεί αυτή με ανάγνωσή τους να κατανοήσει τι σχεδίαζε ο εναγόμενος.
Ότι κατά τη σύναψη της άνω σύμβασης οι υπάλληλοι του εναγόμενου της παρείχαν επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να λάβουν υπόψη το επενδυτικό της προφίλ, ώστε να προβούν στον απαραίτητο έλεγχο καταλληλόλητας. Ότι όταν στις αρχές Μαΐου 2015, λόγω της αβεβαιότητας που είχε προκληθεί στις τραπεζικές συναλλαγές από την σοβούσα στην ημεδαπή οικονομική κρίση, προκειμένου να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ρευστότητα της επένδυσής της, μετέβη στο υποκατάστημα Χανίων του εναγόμενου και ζήτησε να αναλάβει τα χρήματά της, οι αρμόδιοι υπάλληλοι αυτού (εναγόμενου) επίμονα προσπαθούσαν να την αποτρέψουν από τη ρευστοποίηση της επένδυσης, τονίζοντας πάλι ότι τα χρήματά της είναι εξασφαλισμένα.
Ότι μετά την παύση της τραπεζικής αργίας και με την επαναλειτουργία των τραπεζών, στις 20.07.2015, ζήτησε από τον εναγόμενο τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και την ανάληψη του επενδυθέντος σε αυτές κεφαλαίου της, εν τούτοις ο εναγόμενος αρνείται τούτο παράνομα και υπαίτια μέχρι σήμερα, προκαλώντας σε αυτήν θετική ζημία, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 37.330 ευρώ (1038 μερίδες Χ 35 ευρώ/μερίδα), καθώς και ηθική βλάβη, από την σε βάρος της αδικοπραξία.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου, καθότι ευθύνεται από την υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεών του που απέρρεε από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών-συμβουλευτικών υπηρεσιών που είχαν συνάψει, καθώς και από τον Κώδικα Δεοντολογίας των εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ) και επιπρόσθετα από τις διατάξεις του νόμου για την προστασία του καταναλωτή και κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ζητούσε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 37.330 ευρώ για τη θετική της ζημία και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη , με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 21.07.2016, οπότε όχλησε τον εναγόμενο εγγράφως να ρευστοποιήσει τις μερίδες της, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 4/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 36.330 ευρώ για αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί εφέσεως του εναγομένου εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 52/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εξαφάνισε στο σύνολό της την απόφαση και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 21.496 ευρώ για αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 1000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε τα εξής : "...Ο εναγόμενος ιδρύθηκε μετά την από 18 Αυγούστου 1993 απόφαση της ιδρυτικής συνέλευσης των μελών του με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, οπότε εγκρίθηκε το με την ίδια ημερομηνία καταστατικό του, που καταχωρήθηκε στις 20 Αυγούστου 1993 στο τηρούμενο στο Ειρηνοδικείο Χανίων Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών, με αριθμό μητρώου .../1993.
Δυνάμει της υπ' αριθ. ....1995 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος" ο εναγόμενος έλαβε άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα και έκτοτε λειτουργεί ως τράπεζα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των μελών του Συνεταιρισμού επήλθαν τροποποιήσεις στο καταστατικό του, που εγκρίθηκαν με πράξεις του Ειρηνοδίκη Χανίων καθώς και από την Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος".
Η ενάγουσα, γεννηθείσα το έτος 1974, είναι απόφοιτος σχολής τουριστικών επαγγελμάτων, εργαζόμενη παλαιότερα ως γραμματέας στον ασφαλιστικό όμιλο Allianz και κατά το κρίσιμο χρόνο στην παρούσα υπόθεση, άνεργη, ( περιοριζόταν δε να αποταμιεύει τις όποιες οικονομίες της σε προθεσμιακές ή απλές καταθέσεις, αφού ως άτομο ήταν συντηρητικό στις επενδυτικές του επιλογές, δεν επεδίωκε το αυξημένο κέρδος υπό συνθήκες κινδύνου, αλλά αρκούνταν σε ασφαλέστερες επιλογές με ανύπαρκτο κατά το δυνατόν κίνδυνο, ακόμα και αν αυτές της απέφεραν μειωμένο όφελος.
Η ενάγουσα, το θέρος του έτους 2013 έδειξε ενδιαφέρον για ένα πρόγραμμα τοποθέτησης κεφαλαίου του εναγόμενου με το όνομα "Χρυσή Επένδυση", το οποίο ο εναγόμενος διαχειριζόταν ήδη από το έτος 2003, με στόχευση την επιβράβευση των συνεταιριστών και το οποίο προωθούσε στους πελάτες του. Ειδικότερα, ο εναγόμενος είχε διαμορφώσει το πρόγραμμά "Χρυσή Επένδυση", το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, ένα κατεξοχήν καταθετικό σκέλος και ένα επενδυτικό διανομής μερίσματος συνεταιριστικών μερίδων, τα οποία συνδυάζονταν όσον αφορά την καταβολή των αποδόσεων.
Το καταθετικό σκέλος προσέφερε προνομιακά επιτόκια, αλλά με τον όρο της παράλληλης ένταξης στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων. Λειτουργούσε δε το εν λόγω σκέλος, όπως όλοι οι καταθετικοί λογαριασμοί, με δυνατότητα για όλες τις τραπεζικές εργασίες, όπως ελεύθερες και απεριόριστες αναλήψεις. Κατά το επενδυτικό σκέλος, ο ενδιαφερόμενος ενέτασε στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες που είτε είχε αποκτήσει οποιαδήποτε στιγμή, είτε, συνηθέστερα, τις αγόραζε προ της ένταξης στο πρόγραμμα.
Συγκεκριμένα, ο συμμετέχων συμφωνούσε στο συνολικό ποσό της επένδυσής του και στη συνέχεια, το 90% του τοποθετούμενου κεφαλαίου θα ήταν μερίδες του εναγόμενου, τις οποίες ο συμμετέχων είτε κατείχε είτε αγόραζε προ της εντάξεώς του στο πρόγραμμα. Στη συνέχεια, ενέτασσε στο πρόγραμμα τις μερίδες ίσης αξίας με το 90% της ονομαστικής αξίας του προγράμματος και ακολούθως για το υπόλοιπο 10% έως την ονομαστική αξία του προγράμματος κατέθετε χρήματα στο ύψος αυτό.
Η αναλογία 90/10 ήταν σταθερή, οπότε ο κάθε ενδιαφερόμενος, αν επιθυμούσε να έχει μεγαλύτερο ποσό τοποθετούμενο σε καταθέσεις και αυξημένες επιδόσεις από το επιτόκιο καταθέσεων, θα έπρεπε αντιστοίχως να αυξάνει και το ποσό μερίδων που ενέτασσε (και προαγόραζε), ούτως ώστε να μπορεί να αυξήσει και το ποσό στον προνομιακό λογαριασμό.
Περαιτέρω δε, βάσει του προγράμματος, ο εναγόμενος αναλάμβανε έναντι του πελάτη την υποχρέωση ως προς την συνολική απόδοση του προϊόντος. Υπόσχονταν δηλαδή ότι η απόδοση του εν λόγω προγράμματος (που αποτελούταν από μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων, που δικαιούταν ο συνέταιρος, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξης του στο πρόγραμμα και έως την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) θα είναι ίση προς το εκάστοτε προσφερόμενο από τη τράπεζα επιτόκιο, σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της, για τις προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος.
Με το ανωτέρω πρόγραμμα ο εναγόμενος ουδόλως υπόσχονταν εγγυημένο κεφάλαιο, αλλά μόνο ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, η δε υποχρέωση του εναγόμενου συνίστατο σε συμβατικό όρο ότι σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, όπως αυτή προσδιοριζόταν στην ίδια σύμβαση, ο εναγόμενος αναλάμβανε να καταβάλει στο συνέταιρο την διαφορά.
Το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" προέβλεπε ότι μετά την πάροδο ελάχιστης διάρκειας 90 ημερών, ο συνεταίρος μπορεί, με έγγραφη αίτησή του, να ζητήσει οποτεδήποτε το κλείσιμο του προγράμματος ή να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, τη αποδέσμευση αριθμού μερίδων τέτοιου ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης- μερίδων [2.1.
και 2.2.όροι της σύμβασης. Από τους ανωτέρω όρους προκύπτει η δυνατότητα ρευστοποίησης των εταιρικών μερίδων σε πρώτη ζήτηση, παράλληλα με την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης υπό τα λεπτομερώς, οριζόμενα στην σύμβαση.
Εξάλλου, την επίμαχη περίοδο υπογραφής της κατωτέρω αναφερόμενης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, οι συνεταιριστικές μερίδες ήταν ευχερώς ρευστοποιήσιμες και σύμφωνα με το νόμο 1667/1986 και το καταστατικό του εναγόμενου. Και τούτο διότι, εκείνο το χρονικό διάστημα, για τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων δεν απαιτείτο να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού, που συναρτώνται και με το ύψος των ίδιων κεφαλαίων του, ούτε να έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, για την περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, συνεπαγόμενη μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, καθόσον οι προϋποθέσεις αυτές τέθηκαν με το άρθρο 149 ν. 4261/2014, που ισχύει από 1-1-2014.
Επισημαίνεται ότι το επιτόκιο υπολογίζονταν επί όλου του κεφαλαίου αλλά επειδή στον καταθετικό λογαριασμό εντάσσονταν το 10%, στις αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμού αναφερόταν επιτόκιο δεκαπλάσια αυτού που αντιστοιχούσε στο ποσό της κατάθεσης ώστε έμμεσα να αποδοθούν στον πελάτη τόκοι για το σύνολο του κεφαλαίου της επένδυσης.
Το πρόγραμμα αυτό παρουσιαζόταν επωφελές για τους πελάτες του εναγόμενου, καθώς απολάμβαναν πιο υψηλές αποδόσεις (σε σχέση με μια απλή προθεσμιακή κατάθεση) αλλά και εξασφάλιζαν την διαθεσιμότητα των κεφαλαίων τους, οποιαδήποτε χρονική στιγμή επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, χωρίς ποινές πρόωρης ανάληψης που προβλέπονταν κατά την πρόωρη εξόφληση μιας απλής προθεσμιακής κατάθεσης.
Αποδείχθηκε, παράλληλα, ότι η ενάγουσα, της οποίας ο σύζυγος είχε επίσης επενδύσει σε προγενέστερο διάστημα στο επίμαχο προαναφερόμενο πρόγραμμα με συνδικαιούχο την ενάγουσα, λαμβάνοντας γνώση της ύπαρξης του ανωτέρω προγράμματος με το διακριτικό τίτλο "χρυσή επένδυση" και διερευνώντας τις δυνατότητες επωφελέστερης τοποθέτησης του διαθέσιμου κεφαλαίου της, ζήτησε ενημέρωση από τον υπάλληλο του καταστήματος Ε.
Κ. Ο εν λόγω υπάλληλος, όπως και οι λοιποί υπάλληλοι του εναγόμενου, παρουσίαζαν το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" ως απολύτως ασφαλές προϊόν, παρόμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, αλλά με καλύτερη απόδοση επιτοκίου, παρέπεμπαν δε τους υποψήφιους επενδυτές για περισσότερη ενημέρωση στην ιστοσελίδα της τράπεζας, προκειμένου να ενημερωθούν για τις λεπτομέρειες του προϊόντος.
Εκεί, το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν παρουσιαζόταν ως κατάθεση, με πλήρη εξασφάλιση και χωρίς κίνδυνο. Ειδικότερα, στην ιστοσελίδα της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων, το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 έως και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013 ακριβώς κάτω από τον τίτλο "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", αναγραφόταν: "Είστε επενδυτής - αποταμιευτής, που δεν επιθυμείτε επενδυτικό κίνδυνο αλλά προτιμάτε την τοποθέτηση του κεφαλαίου σας σε καταθέσεις με εγγυημένο επιτόκιο;
Η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων δημιούργησε για σας τη "Χρυσή Επένδυση". Τη νέα ευέλικτη επενδυτική πρόταση, που δίνει αξία στις αποταμιεύσεις σας. Η πιο δυνατή επένδυση με αποδόσεις έως 45% υψηλότερες από αυτές των Προθεσμιακών σας καταθέσεων". Το κείμενο αυτό ήταν εξόχως παραπλανητικό, αφού ο μέσος καταναλωτής και πελάτης του εναγομένου, που δεν είχε εξειδίκευση σε χρηματοπιστωτικούς όρους (όπως και η ενάγουσα), εστίαζε "στην έλλειψη επενδυτικού κινδύνου", "στην ασφαλή κατάθεση" και "στην υψηλή απόδοση".
Εξάλλου, με τον όρο "ελάχιστη εγγυημένη απόδοση", που αναγραφόταν στην ιστοσελίδα, η τράπεζα και οι έχοντες χρηματοοικονομικές γνώσεις αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο για το ποσό που απέδιδε το κεφάλαιο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, δηλαδή για τους τόκους και τα μερίσματα, και όχι για το ίδιο το κεφάλαιο, για το μέσο όμως καταθέτη, όπως ήταν η ενάγουσα, αυτό εύκολα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως εγγύηση του κατατεθέντος κεφαλαίου, καθόσον, τόσο στο ενημερωτικό φυλλάδιο, όσο και στην ιστοσελίδα, τονίζονταν τα πλεονεκτήματα του προϊόντος ("ελάχιστη εγγυημένη απόδοση"), ενώ ο κίνδυνος απομείωσης του επενδυμένου σε συνεταιριστικά μερίδια κεφαλαίου δεν αναφερόταν οπουδήποτε.
Ακόμη, και σε άλλο σημείο της ιστοσελίδας (σελ.3, 1η σειρά), αναφερόταν ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα λειτουργεί "χωρίς επενδυτικό κίνδυνο", ενώ στην κεντρική σελίδα της τράπεζας, κάτω από την επικεφαλίδα "καταθέσεις", εμφανιζόταν, ως καταθετικό προϊόν με υψηλές αποδόσεις, το προϊόν "Χρυσή Επένδυση". Και αυτό, παρόλο που, κατά τα χρονικά σημεία που υπογράφηκαν οι συμβάσεις που θα αναφερθούν, είχε ήδη ξεκινήσει και στην Ελλάδα η οικονομική κρίση, που επηρέαζε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και ο κίνδυνος μείωσης της τρέχουσας - αγοραίας αξίας των συνεταιριστικών μεριδίων, ήταν ορατός.
Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου, αναφέρονταν γενικά και αόριστα για την τράπεζα, όχι όμως σε σχέση με το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν. Αλλά και οι ίδιοι οι υπάλληλοι του εναγόμενου, ενεργώντας κατ' εντολή και με τις οδηγίες της τράπεζας, κατά τα κοινώς γνωστά, υποβίβαζαν τον επενδυτικό κίνδυνο και υπερτόνιζαν τα πλεονεκτήματα του ανωτέρω τραπεζικού προϊόντος, όπως το ιδιαίτερα δελεαστικό επιτόκιο 25%, το οποίο, παρότι αφορούσε μόνο το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό "χρυσή κατάθεση", ήτοι το 1/10 της συνολικής επένδυσης, για το μέσο καταθέτη ήταν παραπλανητικό, αφού δύσκολα γινόταν αντιληπτό ότι, εν τέλει, το πραγματικό επιτόκιο ήταν λιγότερο από 2,5% για όλο το κεφάλαιο.
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση του ως άνω υπαλλήλου Ε. Κ. σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα ενημερώθηκε πλήρως για τις συνεταιριστικές μερίδες (όπως για την φύση τους, την διαδικασία απόκτησης και τους κινδύνους μείωσης της αξίας τους, κλπ). Και τούτο, αφενός μεν διότι η βεβαίωση αυτή (όπως και η ένορκη βεβαίωση του επίσης υπαλλήλου του εναγόμενου, Ν.
Κ.) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (ιστοσελίδες και έντυπα του εναγομένου σχετικά με τα επίδικα προϊόντα, κλπ), αφετέρου δε, διότι οι ενόρκως βεβαιώσαντες υπάλληλοι, είναι αυτοί τους οποίους μέμφεται η ενάγουσα για τις παραπλανητικές οδηγίες και συμβουλές, ως προστηθέντες του εναγόμενου, τα συμφέροντα του οποίου αυτοί έχουν κάθε λόγο να υποστηρίξουν.
Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα υπέβαλε στον εναγόμενο την από 14-6-2013 αίτησή της για την εγγραφή της ως συνεταίρου, ώστε να αποκτήσει 1157 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας εκάστης 35 ευρώ, ενώ κατέβαλε συνολικά 45.000 ευρώ. Η αίτησή της έγινε δεκτή και η ενάγουσα ενεγράφη στο μητρώο μελών του εναγομένου και έλαβε αριθμό μητρώου μελών ...
Ακολούθως, την ίδια ημέρα η ενάγουσα και ο εναγόμενος, εκπροσωπούμενος από δύο υπαλλήλους του, υπέγραψαν την υπ' αριθ. .../2013 "σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα" και δη στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση". Σύμφωνα με όρους της σύμβασης (κατά το μέρος που εν προκειμένω ενδιαφέρει: "1. Ο συνεταίρος τοποθετεί σήμερα στο επενδυτικό πρόγραμμα κεφάλαιο ύψους 45.000 ευρώ, του οποίου, κατά προσέγγιση, το 90% αντιστοιχεί στην τρέχουσα τιμή διάθεσης από την Τράπεζα των συνεταιριστικών μερίδων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και το 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, όπως περιγράφεται κατωτέρω.
Συγκεκριμένα: 1.1. Ο συνεταίρος εντάσσει στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα 1157 συνεταιριστικές μερίδες της Τράπεζας τις οποίες έχει στο όνομά του και οφείλει να διατηρήσει στο όνομά του καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της παρούσας σύμβασης, εκτός αν ασκήσει το δικαίωμα που περιγράφεται στην παράγραφο 2.2 της παρούσας. 1.2.
Ο συνέταιρος οφείλει πριν ή συγχρόνως με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης να καταθέσει σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα με τον τίτλο "Χρυσή Κατάθεση" και αριθμό ... το ποσό των 4.505 ευρώ. Η κατάθεση αυτή θα αποκαλείται στη συνέχεια "χρυσή κατάθεση". [...] Το επιτόκιο της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος. [...] Ο εκτοκισμός της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα γίνεται δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12). 1.3.
Συμφωνείται ότι οι τόκοι της ως άνω χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκύψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων, αν αυτές ρευστοποιηθούν, θα πιστώνονται από την Τράπεζα στον με αριθμό ... λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. ...
λογαριασμό του συνεταίρου σ' αυτή.
2.1. [.. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την Τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών.
Η Τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος.
2.2. Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας. Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. [...]
3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του, που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: (ί) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους, θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών, που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλεισμένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.
Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11).
4. Η Τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε 45.000 ευρώ, θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το αρ. 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης), τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την Τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της ...) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος. [...]
5. Η Τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά. [...]".
Περαιτέρω, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, η έναρξη ισχύος του οποίου ορίστηκε για την 1η Ιανουάριου 2014.
- Σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Τίτλο που επιγράφεται "στοιχεία ιδίων κεφαλαίων", "το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας του ιδρύματος" (άρθρο 25) και "τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας των ιδρυμάτων αποτελούνται από [...] κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή κατά περίπτωση στο άρθρο 29" (άρθρο 26 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 27 "τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο, που εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) το ίδρυμα ανήκει σε τύπο ιδρύματος, που ορίζεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως: i) αλληλασφαλιστική ένωση, ii) συνεταιριστική εταιρία, iii) ταμιευτήριο, ίν) παρόμοιο ίδρυμα, ν) πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία ιδρύματος που αναφέρεται στα σημεία i) έως ίν) και έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να κάνει χρήση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον και για όσον καιρό το 100% των κοινών μετοχών που εκδίδει το πιστωτικό ίδρυμα ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε ίδρυμα που αναφέρεται στα εν λόγω σημεία, β) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 ή κατά περίπτωση του άρθρου 29".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 "1. Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...] στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων:
ι) εκκαθάριση του ιδρύματος, ii) προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του κεφαλαίου [...], η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές: ί) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, [...], ν) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, νi) η καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος [...]".
Ενόψει των ρυθμίσεων του ως άνω Κανονισμού 575/2013 η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στους συνεταίρους (εγγυημένη) απόδοση για κεφαλαιακή επένδυση, ανεξάρτητα μάλιστα από την ύπαρξη ή όχι κερδών, συνιστούσε πρόβλεψη για προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών και ερχόταν σε αντίθεση με τα οριζόμενα σε αυτόν, με αποτέλεσμα οι ενταχθείσες στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" συνεταιριστικές μερίδες να μην πληρούν τις προϋποθέσεις, να χαρακτηρισθούν ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.
Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος δεν πληρούσε την ως άνω με στοιχείο στ' προϋπόθεση, ήτοι της μη δυνατότητας μείωσης ή εξόφλησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αφού, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων σε πρώτη ζήτηση και χωρίς μνεία περιορισμών.
Ως εκ τούτου, ο , εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα τέλη του μήνα Ιουνίου του έτους 2013 ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που είχαν εκδοθεί έως τότε από αυτόν στο πλαίσιο του προγενέστερου τραπεζικού προϊόντος "Χρυσή Επένδυση" δεν θα μπορούσαν, από 1-1-2014 και εφεξής, να συνυπολογιστούν στα εποπτικά κεφάλαιά του, καθόσον οι συμβατικές του υποχρεώσεις, αναφορικά με τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση της τρέχουσας αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, παρέμεναν ενεργές.
Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος, προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε εκροή κεφαλαίων από το ταμείο του, ώστε να αποφύγει την κεφαλαιακή του ανεπάρκεια, αλλά και για να μην καταστεί αφερέγγυος απέναντι στους συνεταίρους του, αποφάσισε να καταργήσει το προγενέστερο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και να προωθήσει στους επενδυτές του το νέο τραπεζικό προϊόν "Αποδίδω".
Κατά τους όρους του προϊόντος "Αποδίδω", ο συνεταίρος είχε δικαίωμα να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης χρηματικό ποσό, το συνολικό ύψος του οποίου δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του. Το προϊόν αυτό ο εναγόμενος το προώθησε σε αντικατάσταση του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", παρόλο που με αυτό ρυθμιζόταν μόνο το σκέλος του καταθετικού λογαριασμού, δηλαδή της "Χρυσής Κατάθεσης", χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε προνόμιο για το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης, που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες αποσυνδέονταν, πλέον, πλήρως από τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης, αλλά και από την εγγύηση της μέχρι τότε απόδοσης μερίσματος ή τόκων, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των λοιπών συνεταιριστικών μερίδων, οι οποίες δεν είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση".
Πλέον, δηλαδή, ο συνεταίρος που θα εντασσόταν στο πρόγραμμα "Αποδίδω", παραιτούμενος από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", θα μπορούσε να απαιτήσει από το συνεταιρισμό μόνο την απόδοση του κατατεθειμένου κεφαλαίου και των νόμιμων τόκων που αναλογούσαν σε αυτό (άρθρα 806 επ. ΑΚ), αλλά καμία άλλη παροχή, σχετικά με το 90% του κεφαλαίου του που είχε χρησιμοποιηθεί για την αγορά των συνεταιριστικών μεριδίων, όπως θα συνέβαινε αν δεν είχε καταργηθεί η "Χρυσή Επένδυση", ενώ παράλληλα, τυχόν ζητήματα ρευστοποίησης των μεριδίων θα ρυθμίζονταν αποκλειστικά από τον νόμο και το καταστατικό, χωρίς καμία μνεία στην σύμβαση.
Προς το σκοπό της ενημέρωσης των πελατών του και συμμετεχόντων στο παλαιό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", ο εναγόμενος απέστειλε σχετικές επιστολές. Στα πλαίσια αυτά, η ενάγουσα στις 28-3- 2014 μετά των προστηθέντων του εναγομένου υπέγραψαν την με ημερομηνία 28-3-2014 "Διακοπή επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" - λύση σύμβασης", σύμφωνα με την οποία: "[...] συμφώνησαν, συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν τα επόμενα.
Με την από 14-6-2013 σύμβαση με αριθμό ... είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η συμμετοχή του συνεταίρου στο εκεί προβλεπόμενο επενδυτικό πρόγραμμα της Τράπεζας, με τους εκεί προβλεπόμενους όρους και συμφωνίες. Ήδη τα μέρη, σύμφωνα με τον οικείο όρο της εν λόγω σύμβασης, συμφωνούν ότι λύεται κοινή συναινέσει η σύμβαση αυτή, στο πλαίσιο κλεισίματος του εν λόγω επενδυτικού προγράμματος και ότι το ποσό της κατάθεσης μετά των αναλογούντων δεδουλευμένων τόκων αυτής μεταφέρεται στο λογαριασμό που έχει υποδείξει ο συνεταίρος στην Τράπεζα, κλεισμένου οριστικά του ειδικού λογαριασμού αυτής.
Κατά συνέπεια, μετά την ως άνω μεταφορά, το υπόλοιπο του λογαριασμού από το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα είναι μηδενικό, δεδομένου δε ότι έχουν καταβληθεί στο συνεταίρο όλες οι συμφωνημένες αποδόσεις του προγράμματος, ουδεμία απαίτηση υφίσταται μεταξύ των μερών από τη σχετική σύμβαση, που λύεται με το παρόν κοινή συναινέσει. [...]".
Εκ της συμφωνίας αυτής καθίσταται σαφές ότι έπαυσε να ισχύει η σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" στο σύνολό της, τόσο ως προς το επενδυτικό σκέλος της όσο και ως προς το καταθετικό σκέλος αυτής, ενώ η ενάγουσα συνέχισε να κατέχει τις συνεταιριστικές της μερίδες, το καθεστώς ρευστοποίησης των οποίων πλέον ρυθμιζόταν αποκλειστικά από το καταστατικό του εναγομένου και το νόμο.
Ο ισχυρισμός, επομένως της ενάγουσας περί του ότι η σύμβαση του επενδυτικού προγράμματος " χρυσή επένδυση" παρέμεινε σε ισχύ είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Επίσης, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, έγινε εκκαθάριση της απόδοσης του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και υπολογίστηκε ότι τόκοι επί του κεφαλαίου ανέρχονταν σε 745,15 ευρώ, η καθαρή εγγυημένη με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση απόδοση ανερχόταν σε 1595,59 ευρώ και έτσι της καταβλήθηκε η διαφορά ύψους 850,44 ευρώ.Την ίδια και πάλι ημέρα η ενάγουσα συνήψε με τον εναγόμενο νέα σύμβαση για την αξιοποίηση των χρημάτων του, τα οποία ενέταξε στον καταθετικό λογαριασμό "αποδίδω".
Έτσι, κατόπιν της υπ' αριθ. ... αιτήσεώς της, υπέγραψε η ενάγουσα τη με την ημερομηνία αυτή (28-3- 2014)"σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω"", σύμφωνα με την οποία (κατά το μέρος της που εδώ ενδιαφέρει) οι συμβληθέντες συμφώνησαν τα εξής: "[...] 2. Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "αποδίδω'', αποτελεί ή εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3.
Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων ''αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου. Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες, [...] 4.
Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας ...), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία ανοίγματος εκάστου ειδικού λογαριασμού "αποδίδω" και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτού.
Το κατ' αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8.
Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί.
Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου, -κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. [...] Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται ' υπόλοιπο- θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην 'Τράπεζα".
Επίσης, την ίδια ημέρα η ενάγουσα, πληροφορηθείσα τη δυνατότητα να τοποθετεί περισσότερα χρήματα στον καταθετικό λογαριασμό κατόπιν κατοχής περισσότερων μεριδίων του εναγόμενου αιτήθηκε και απέκτησε ακόμα 12 συνεταιριστικές μερίδες. Και είναι μεν αληθές ότι το νέο πρόγραμμα "Αποδίδω" αποτελούσε απλώς μια τραπεζική κατάθεση, για την οποία δεν απαιτούνταν εξειδικευμένες γνώσεις, καθόσον δεν περιείχε οποιαδήποτε υπόσχεση για θέματα συνεταιριστικών μερίδων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.
Όμως, η λύση της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", σαφώς και επηρέαζε την τύχη των συνεταιριστικών μερίδων που είχε ήδη αποκτήσει ο ενάγων, εντασσόμενος στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και τις οποίες εξακολουθούσε να κατέχει. Εκεί ακριβώς συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στα δύο προϊόντα, ήτοι στα προνόμια της "Χρυσής Επένδυσης" ως προς την άμεση ή μη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ως προς την εγγύηση ελάχιστης απόδοσης (ήτοι τόκων ή μερισμάτων) και όχι ως προς τη διακινδύνευση ή μη του κεφαλαίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, με τον σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προώθηση του ως άνω προγράμματος του εναγόμενου στην ενάγουσα, δια του προστηθέντος Ν. Κ. του ως συνέχεια του προηγούμενου, με όμοια χαρακτηριστικά και κατάλληλο για αυτήν, ήτοι ως απόλυτα ασφαλές προϊόν, αποσιωπώντας τεχνηέντως την πλήρη αποδέσμευση των συνεταιριστικών μερίδων από την προστασία και τους ευνοϊκούς όρους της "Χρυσής Επένδυσης" έγινε κατά παράβαση των υποχρεώσεων του υπαλλήλου του εναγομένου για ακριβή και πλήρη ενημέρωση, λόγω και της ήδη υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σχέση εμπιστοσύνης, που απέρρεε από τη μέχρι τότε συνεργασία τους, αφού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην συναλλακτική του σχέση με την ενάγουσα, ως προστηθείς του εναγόμενου, όπως τα καθήκοντα αυτά απορρέουν από την ΑΚ 288, δεν διαφώτισε την ενάγουσα, ως όφειλε, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο, καθώς δεν προέβλεπε ούτε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων (ήτοι μερίσματα ή τόκους), ούτε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης αυτών και την ώθησε να παραιτηθεί από αυτό, διατηρώντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν παραιτείται από τα δικαιώματά της, ως προς το μεγαλύτερο μέρος του επενδυθέντος κεφαλαίου της.
Αντιθέτως, ο εναγόμενος έδινε έμφαση στα πλεονεκτήματα του προωθούμενου τραπεζικού προϊόντος ("αποδίδω"), καθώς επεσήμανε μόνο την ασφάλεια του καταθετικού λογαριασμού και την εγγυημένη απόδοση του 10% του επενδυμένου κεφαλαίου του ενάγοντας.
Επιπρόσθετα, ο ως άνω υπάλληλος του εναγομένου, αν και γνώριζε ότι η ενάγουσα ήταν ιδιαίτερα συντηρητική επενδύτρια, η οποία ήθελε να εξασφαλίσει το κεφάλαιό της χωρίς κίνδυνο και χωρίς στόχο να καταστεί συνεταίρος του εναγόμενου με την αγορά μεγάλου αριθμού μερίδων, πολύ δε περισσότερο να δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της σε συνεταιριστικές μερίδες, τις οποίες να μην μπορεί ελεύθερα να ρευστοποιήσει ή να διαθέσει, ουδόλως έλαβε υπόψη τις ανάγκες της και την έπεισε να παραιτηθεί από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και να προσχωρήσει στο προϊόν "Αποδίδω".
Παρόμοια δε με την ενάγουσα, έπραξαν πολλοί μικροεπενδυτές - συνεταίροι, καθώς έδειξαν εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του εναγόμενου, ότι πρόκειται για το ίδιο ακριβώς προϊόν και μάλιστα απόλυτα ασφαλές, οπότε προέβησαν στη διακοπή του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και ταυτόχρονα στη σύναψη σύμβασης του ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω".
Η ενάγουσα όμως δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει τους κινδύνους από την κατά τις προτροπές του εναγόμενου, λύση της πρώτης σύμβασης και σύναψης της δεύτερης, με αντικείμενο το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν καθώς και από την οποιαδήποτε επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, διότι η αντίληψη και κατανόηση αυτών προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες δεν διέθετε.
Το αποδεικτικό αυτό συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το Καταστατικό του εναγόμενου ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα του, ούτε από τους όρους των ως άνω συμβάσεων και τις πληροφορίες που παρείχαν τα ενημερωτικά φυλλάδια του εναγόμενου για τα παραπάνω προϊόντα του, αφού από την ανάγνωσή τους δεν προέκυπτε με σαφήνεια ότι η αξία στην οποία θα αγοραζόταν από τον εναγόμενο κάθε συνεταιριστική μερίδα που κατείχε η ενάγουσα, κατά την υποβολή αιτήματος από την τελευταία για τη ρευστοποίησή τους, θα ήταν μεταβλητή, συναρτώμενη από εξωσυμβατικούς παράγοντες και όχι σταθερή, δεδομένων και των διαβεβαιώσεων του υπαλλήλου του εναγόμενου, για τις οποίες έγινε μνεία, ότι το κεφάλαιό του ήταν ασφαλές.
Επιπλέον, στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, αλλά και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και ως εκ τούτου η ενάγουσα αγνοούσε πλήρως ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό νέο, διαφορετικό και ιδιόμορφο καθεστώς και είχε δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι, ως προς αυτές, εξακολουθούσαν να ισχύουν οι ίδιοι όροι.
Και τούτο διότι, και από το περιεχόμενο του σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου, εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγόμενου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθόσον στο φυλλάδιο αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίηση μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν:
α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού.
Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να έχει και πράγματι δεν είχε γνώση των ως άνω κινδύνων ενισχύεται και από το ότι στην ιστοσελίδα του εναγομένου, στο ενημερωτικό κείμενο που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, περιλαμβανόταν έως τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2015 απάντηση στην ερώτηση εάν μπορεί να γίνει ρευστοποίηση μερίδων, ότι οι προαιρετικές μερίδες ρευστοποιούνται άμεσα, με συμπλήρωση της αντίστοιχης αίτησης διαγραφής μερίδων στο κατάστημα εξυπηρέτησης του πελάτη, η οποία (απάντηση) έπειτα απαλείφθηκε.
Εξάλλου, αν η ενάγουσα είχε ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω προϊόντος καθώς και τους κινδύνους που επιφύλασσαν, δεν θα εντασσόταν σε ένα πρόγραμμα που εγγυόταν ελάχιστο επιτόκιο μόνο για το 10% του κεφαλαίου του, χωρίς καμία περαιτέρω εγγύηση για το υπόλοιπο ποσό (που αντιστοιχούσε στο 90% του κεφαλαίου), με την επιβολή μάλιστα περιορισμών στη δυνατότητα ρευστοποίησης του συνόλου των μερίδων, που τέθηκαν αρχικά με το άρθρο 28 του ν. 4141/2013 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και, κατ' επέκταση, δεν θα επέλεγε να προβεί στην τοποθέτηση των χρημάτων της σε αυτά, αλλά θα προέβαινε στην ασφαλή τοποθέτησή τους σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως έπραττε μέχρι τότε.
Και είναι μεν αληθές ότι την περίοδο των ετών 2012 - 2015 υπήρξε μια διατάραξη της Ελληνικής οικονομίας, που οδήγησε πολλούς καταθέτες να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις Τράπεζες, προκειμένου να αποφύγουν τυχόν "κούρεμα" αυτών, όπως φημολογούνταν, πλην όμως, και πάλι η ενάγουσα δεν θα άφηνε το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της ακόμα πιο εκτεθειμένο σε συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, εάν γνώριζε ότι πλέον αυτές δεν έχουν την ίδια εξασφάλιση, ως προς την άμεση ρευστοποίηση αυτών και ως προς την ελάχιστη εγγυημένη απόδοση.
Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι εάν η ενάγουσα, έχοντας λάβει επαρκή ενημέρωση από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου, γνώριζε τις συνέπειες από την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, ουδέποτε θα προέβαινε στην αγορά ή την διατήρηση αυτών, αφού ουδόλως αποδείχθηκε βούληση αυτής να τις αποκτήσει ως μορφή επένδυσης, ήτοι ασχέτως του επίδικου καταθετικού προγράμματος.
Έτσι, η ενάγουσα, δεδομένου ότι ήταν ικανοποιημένη από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" που αποσύρθηκε, καθώς μέχρι εκείνο το χρονικό διάστημα απολάμβανε τους καρπούς της απόδοσης χωρίς να εμφανισθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος, επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις του ανωτέρω υπαλλήλου του εναγόμενου, αφενός συνέπραξε στην λύση της σύμβασης της χρυσής επένδυσης, αφετέρου υπέγραψε σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", χωρίς ωστόσο να αντιληφθεί τον κίνδυνο που αναλάμβανε με τη συνέχιση του νέου προγράμματος.
Με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα παραιτήθηκε πλήρως από την εξασφάλιση και τα πλεονεκτήματα που της παρείχε μέχρι τότε η "Χρυσή Επένδυση", χωρίς να έχουν τεθεί υπ' όψιν της όλα τα νέα δεδομένα, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι, με την παραίτησή της από τη "Χρυσή Επένδυση" και τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα "Αποδίδω", έχανε όλα τα πλεονεκτήματα της άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς και της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης αυτών.
Επομένως, η υποχρέωση του εναγομένου για πληροφόρηση της ενάγουσας συνίσταται στην απώλεια των ως άνω πλεονεκτημάτων και όχι στην πληροφόρηση εξυπηρέτησης του νέου προγράμματος αποκλειστικά για τα συμφέροντα του ιδίου, όπως ο εναγόμενος αβάσιμα ισχυρίζεται με τον σχετικό λόγο της έφεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ύστερα από την παραίτηση μεγάλης μερίδας συνεταίρων - μικροεπενδυτών από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και την προσχώρησή τους στον λογαριασμό "Αποδίδω", με την από 30-6-13 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ.4α του καταστατικού του, με το οποίο οριζόταν πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του Συνεταιρισμού και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και, σε κάθε περίπτωση, τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ.7 και 9 του άρθρου 2 ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ.2α και 2β του άρθρου 28 ν. 4141/2013 και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού, που συναρτώνται με το ύψος των ίδιων κεφαλαίων του.
Αν όμως η ενάγουσα και οι υπόλοιποι μικροεπενδυτές γνώριζαν τα παραπάνω, δεν θα παραιτούνταν από τις συμβατικές τους αξιώσεις από τη "Χρυσή Επένδυση" αλλά, αντιθέτως, θα επέμεναν να απαιτήσουν την επιστροφή των κεφαλαίων τους. Με τον τρόπο που ενήργησε ο εναγόμενος, δια του ως άνω υπαλλήλου του, παραβίασε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του κατά τα προσυμβατικό στάδιο, όπως το περιεχόμενό τόυς προσδιορίζέται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που επιτάσσουν την ευθύτητα και εντιμότητα στις συναλλαγές, η δε επιδειχθείσα εν προκειμένω αμελής συμπεριφορά πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, καθώς και των σχετικών διατάξεων του ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών (του οποίου ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας), καθόσον συνιστά υπαίτια και παράνομη πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, που συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη.
Ακολούθως, το έτος 2015 ο τραπεζικός κλάδος ήρθε αντιμέτωπος με πρωτοφανή απώλεια εμπιστοσύνης των καταθετών προς αυτόν. Ειδικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2015 λόγω κυρίως της σημαντικής εκροής των καταθέσεων και της αύξησης της καθυστέρησης των απαιτήσεων από χορηγήσεις, αυξήθηκε υπέρμετρα ο κίνδυνος ρευστότητας για ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο στην Ελλάδα, ο οποίος επηρεάστηκε αρνητικά το σύνολό του.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες και συγκεκριμένα ο εναγόμενος να έχουν στραφεί ξανά στον Έκτακτο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας (ELA) για την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών χρηματοδότησης (βλ. μεταξύ των άλλων την έκθεση ορκωτού που έλεγξε τον εναγόμενο και την οποία αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται).Η ενάγουσα, στο πλαίσιο του κλίματος αυτού της γενικότερης ανασφάλειας, με την από 27-5-2015 αίτησή της, αιτήθηκε τη διαγραφή μέρους των συνεταιριστικών μερίδων που είχε στην κατοχή της και ανάληψη μέρους του ποσού του καταθετικού λογαριασμού, ο δε εναγόμενος της απέδωσε στις ...-2015 το ποσό των 4.000 ευρώ [ 364 ευρώ από τον καταθετικό λογαριασμό και 3640 ευρώ από ρευστοποίηση μερίδων].
Στη συνέχεια με την από 16-6-2015 αίτησή της, η ενάγουσα ζήτησε την διαγραφή του συνόλου των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα αποδίδω, διατηρώντας μόνο την μια υποχρεωτική μερίδα, αίτηση στην οποία ο εναγόμενος καθυστέρησε να ανταποκριθεί επικαλούμενος συστημική αδυναμία λόγω πολλαπλών παρόμοιων αιτήσεων.
Στη συνέχεια, το ΔΣ του εναγομένου δυνάμει της από 27 Ιουνίου 2015 απόφασής του αποφάσισε την προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων και την προσωρινή ανάκληση των μέχρι σήμερα εγκρίσεων των οργάνων του, για ρευστοποίηση και εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων που δεν έχουν υλοποιηθεί ολικά ή μερικά μέχρι τότε και συγκεκριμένα μέχρι την ομαλοποίηση των εκτάκτων οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά και κατεξοχήν στον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας και σε κάθε περίπτωση το αργότερο μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης του εναγομένου, ούτως ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια του εναγομένου και συνακόλουθα, των κατόχων μερίδων του εναγομένου, οι οποίοι διαφορετικά θα κινδύνευσαν με οριστική απώλεια των μερίδων τους και την αδυναμία είσπραξης οιουδήποτε ποσού όπως τούτο προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ.1 του καταστατικού του καθώς και στο άρθρο 2 παρ.9 του ν. 1667/1986.
Εξάλλου, με το άρθρο 149 του ν. 4261/2014, οριζόταν πλέον ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δεν χορηγούσε τέτοια έγκριση (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος που προσκομίζει ο εναγόμενος). Ακολούθως, την 28η-6-2015, ημέρα Κυριακή, δυνάμει της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με τίτλο "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) κηρύχθηκε τραπεζική αργία για περιορισμένο αρχικά διάστημα και ακολούθως αυτή η αργία επεκτάθηκε χρονικά. Ο εναγόμενος, κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων απέστειλε στην ενάγουσα την με αριθμ. πρωτ. ....2015 επιστολή του σε απάντηση της από 16-6-2015 αίτησής της με την οποία τον ενημέρωσε για την νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης και την αδυναμία ρευστοποίησης εξαιτίας της απουσίας σχετικής έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι με την από 24-11-15 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης προκειμένου να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 8%, και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, ο τελευταίος προέβη στην αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 €, ενώ μετά και την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου και την κάλυψη του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που είχε θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Δ.Σ. του εναγόμενου, με την υπ' αριθμ. ...-2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 €, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 4α και 11 του καταστατικού του, με αποτέλεσμα να μειωθεί αντίστοιχα και το κεφάλαιο που επένδυσε η ενάγουσα για την απόκτηση των προαναφερόμενων συνεταιριστικών μερίδων. Ακολούθως, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ' αριθμ. ...-2017 απόφασή του καθόρισε την πραγματική αξία και την τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 € με ισχύ από τις 21-8-2017.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται εν προκειμένω, ότι απώλεσε στο σύνολό τους τα χρήματα που κατέβαλε για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς αυτές δεν είναι πια δυνατό να ρευστοποιηθούν. Στηρίζει δε την αξίωσή της αρχικώς σε ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, επικαλούμενη τη συμβατική του υποχρέωση "να ρευστοποιήσει τις επίδικες 1038 συνεταιριστικές μερίδες" και να της αποδώσει το από αυτή καταβληθέν για την απόκτησή τους ποσό των 36.330 ευρώ, αφετέρου σε αδικοπρακτική συμπεριφορά, καθώς ενήργησε κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ζημιώνοντάς την κατά το ανωτέρω ποσό.
Αναφορικά με την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου λεκτέα είναι τα εξής: όπως προαναφέρθηκε, αφενός η πρώτη σύμβαση "χρυσή επένδυση" είχε λυθεί και ουδόλως δέσμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα μέρη, αφετέρου με την σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω" δεν υπήρξε εκ μέρους του εναγομένου ανάληψη οποιοσδήποτε συμβατικής υποχρέωσης περί ρευστοποίησης μερίδων σε πρώτη ζήτηση, ενώ το θέμα της ρευστοποίησης των μερίδων που είχε αποκτήσει η ενάγουσα ρυθμιζόταν πλέον τότε αποκλειστικά και ευθέως από το διέπον τους αστικούς συνεταιρισμούς δίκαιο (ν. 1667/1985) και το καταστατικό του εναγομένου, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014.
Επίσης, η απόφαση του εναγόμενου περί προσωρινής αναστολής ρευστοποίησης ήταν σύννομη και ασκήθηκε στο πλαίσιο της σχετικής ευχέρειας του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας που προβλέπεται από: α) το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, που προστέθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 28 του ν. 4141/2013, κατά το οποίο η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους και β) σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, κατά το οποίο η απόδοση στον συνεταίρο της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας.
Επομένως, η βάση της αγωγής που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα αποδίδει επίσης στον εναγόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη στο ότι δεν προέβη στο σχηματισμό του επενδυτικού της προφίλ, όπως υποχρεούτο με βάση τις διατάξεις του ν. 3606/2007, ώστε να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για συντηρητικό επενδυτή, που επιθυμούσε να έχει το κεφάλαιό της εξασφαλισμένο και εγγυημένο.
Εν προκειμένω, ούτε ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιρισμός έχει την ιδιότητα ΕΠΕΥ ή ΑΕΠΕΥ, ούτε όμως και η απόκτηση από την ενάγουσα συνεταιριστικών μερίδων αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού. Χαρακτηριστικό είναι και το υπ' αριθ. πρωτ. 3581/21.09.2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το οποίο "οι υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007", ομοίως δε "και οι προαιρετικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες" για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν είναι εισηγμένος σε οργανωμένη αγορά υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 10 του ίδιου νόμου, καταλήγει δε με βάση αυτά στο συμπέρασμα ότι "η διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων (από τον εναγόμενο] δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του ν. 3606/2007".
Συνεπώς, δεν είχε ο εναγόμενος υποχρέωση εκ του νόμου να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους της ενάγουσας συνεταιριστικών μερίδων, με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά της ενάγουσας ως επενδυτή, ώστε δεν τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του. Ωστόσο ήδη από το έτος 2013 οπότε ο εναγόμενος πρότεινε στην ενάγουσα να ενταχθεί στο προαναφερόμενο επενδυτικό πρόγραμμα αποδίδω, επέδειξε αμελή συμπεριφορά ως προς την πληροφόρησή της, εφόσον δεν της παρείχε την ειδική πληροφόρηση που απαιτούνταν από τα συναλλακτικά ήθη, προκειμένου η τελευταία να αντιληφθεί και να κατανοήσει τους πραγματικούς κινδύνους που επρόκειτο να αναλάβει, λόγω της πιθανής απομείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, αλλά αντιθέτως, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ο εναγόμενος τόσο δια των υπαλλήλων του, όσο και με έντυπα φυλλάδια, αλλά και μέσω της ιστοσελίδας του, έδινε έμφαση στα πλεονεκτήματα των προωθούμενων επενδυτικών προγραμμάτων, επισημαίνοντας την ασφάλεια και την εγγυημένη απόδοση (ήτοι τους τόκους, που θα επέφερε το κεφάλαιό τους).
Επιπλέον, ο προαναφερόμενος υπάλληλος- προστηθείς του εναγόμενου, παρέβλεψε το γεγονός ότι η ενάγουσα ήταν ιδιαίτερα συντηρητική επενδύτρια, η οποία επιθυμούσε τη σίγουρη και χωρίς οποιοδήποτε επιχειρηματικό κίνδυνο τοποθέτηση του κεφαλαίου της, όπως έπραττε και κατά τα παρελθόντα έτη, ενώ ουδόλως επιθυμούσε να καταστεί συνεταίρος της τράπεζας και συνυπόχρεος με αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.6, 7 του καταστατικού της, μέχρι την αξία των συνεταιριστικών μερίδων της.
Κυρίως, όμως, η ενάγουσα δεν επιθυμούσε τη δέσμευση του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου της και δη του συντριπτικού ποσοστού 90% αυτού, σε μερίδες, τις οποίες δεν μπορούσε να ρευστοποιήσει ελεύθερα, ώστε να επανεισπράξει το ποσό της κατάθεσής τους. Ιδίως όμως, ο εναγόμενος δια των προστηθέντων του, όπως προαναφέρθηκε, δεν παρείχε την κατάλληλη ενημέρωση στην ενάγουσα κατά το χρόνο λύσεως της πρώτης σύμβασης και ένταξής της στην δεύτερη σύμβαση, δηλαδή από την κατάργηση του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και την εμφάνιση του προϊόντος "Αποδίδω", καθόσον, όπως ελέχθη τα τραπεζικά αυτά προϊόντα διέφεραν ουσιωδώς μεταξύ τους, όπως επίσης, ουσιωδώς είχε μεταβληθεί το νομικό πλαίσιο ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, για το οποίο ουδόλως ενημερώθηκε η ενάγουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της δεύτερης σύμβασης.
Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν υπέχει ευθύνη για τα τυχηρά, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται και η ανώτερη βία, οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός, εντελώς εξαιρετικής φύσης το οποίο δυνατόν να προβλεφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εξωτερικό ή όχι (ΑΠ 513/2016, τράπεζα νομικών πληροφοριών "Νόμος"), όπως το capital control, που επιβλήθηκε στα τέλη του μήνα Ιουνίου του έτους 2015, πλην όμως εν προκειμένω, ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα μέσα του προηγούμενου έτους 2014 ότι δεν θα μπορεί να ρευστοποιήσει άμεσα, με μόνη την αίτηση των συνεταίρων, τις συνεταιριστικές τους μερίδες, λόγω της κατά τα παραπάνω νομοθετικής αλλαγής.
Όφειλε, επομένως, ο εναγόμενος να ενημερώσει με σαφήνεια τους επενδυτές περί της νέας διαμορφωθείσας κατάστασης, πριν την παραίτησή τους από το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" και τη συμμετοχή τους στο νέο πρόγραμμα "αποδίδω". Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο εναγόμενος δια των προστηθέντων υπαλλήλων του, παραβίασε τις συναλλακτικές του υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, αφού δεν κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, σύμφωνα με τα παραπάνω, η δε αμελής συμπεριφορά των υπαλλήλων του, ως προς την παροχή τραπεζικών συμβουλών και προϊόντων, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και των διατάξεων του ν. .2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, η οποία συνδέεται με το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας της ενάγουσας που, κατά το χρόνο της συζήτησης ανερχόταν στη διαφορά μεταξύ της πραγματικής - τρέχουσας αξίας της κάθε συνεταιριστικής μερίδας κατά το χρόνο της αγοράς της (35 €) και της αξίας αυτής κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (14,30 €), δηλαδή σε 20,70 € (35 € -14,30 €) για κάθε μερίδα που κατέχει.
Και είναι μεν αληθές ότι η ενάγουσα δεν επιθυμούσε την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων, τις οποίες μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ρευστοποιήσει και η αξία τους είναι αμφίβολη, πλην όμως σήμερα, εξακολουθεί να κατέχει τις παραπάνω μερίδες. Επομένως, η άμεση περιουσιακή ζημία που η τελευταία έχει υποστεί, ανέρχεται σε 21.496 € (1038 μερίδες επί 35 € = 36.330 ευρώ) μείον του ποσού των 14.843 € (1038 μερίδες επί 14,30 €) που αποτελεί το κέρδος της, δηλαδή στο συνολικό ποσό των 21.496 €.
Ενόψει των ανωτέρω, εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και υπολόγισε το συνολικό ύψος της ζημίας της ενάγουσας στο ποσό των 36.330 € (1038 μερίδες επί 35 € = 36.330 ευρώ), χωρίς να αφαιρέσει το συνολικό ποσό των 14.843 € που αποτελεί το κέρδος της τελευταίας, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την σχετική ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (άρθρα 297 και 300 ΑΚ) που προέβαλε ο εναγόμενος, η οποία έπρεπε να γίνει δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη.
Ακολούθως, εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδίκασε το σύνολο του προαναφερόμενου ποσού των 36.330 € στην ενάγουσα.
Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός που πρόβαλλε η ενάγουσα το πρώτον στο παρόν δικαστήριο αιτούμενη την πλήρη αποζημίωσή της, περί ταυτόχρονης παράδοσης και μεταβίβασης στον εναγόμενο των 741 συνεταιριστικών μερίδων που κατείχε δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι η διαδικασία μεταβίβασης - διαγραφής συνεταιριστικών μερίδων ρυθμίζεται αποκλειστικά από το νόμο 1667/1986 (άρθρα 2, 3 και 6) σε συνδυασμό με το καταστατικό του εναγόμενου.
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εναγόμενος - εκκαλών παραπονείται τόσο για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και για τον εσφαλμένο υπολογισμό της αποζημίωσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας, που να συνετέλεσε στην επέλευση και στην έκταση της ζημίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού στο σύνολο των εγγράφων που διάβασε ή υπέγραψε η ενάγουσα, δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στην έννοια και την φύση των συνεταιριστικών μερίδων, ούτε, άλλωστε, λόγω της, κατά τα ανωτέρω, μη υπαγωγής της αγοράς των συνεταιριστικών μερίδων στις διατάξεις του ν. 3606/2007, ο εναγόμενος είχε λάβει μέτρα προς ενημέρωση αυτών που αποκτούσαν συνεταιριστικές μερίδες, ενώ ουδέποτε ο ως άνω υπάλληλος του εναγόμενου υπέδειξε στην ενάγουσα να μελετήσει έγγραφα που να αφορούν την ιδιότητα αυτής, ως συνεταίρου.
Εξάλλου, η ενάγουσα, δεν είχε ούτε τις απαραίτητες γνώσεις, ώστε να αντιληφθεί τους κινδύνους που επεφύλασσαν τα επενδυτικά προϊόντα στα οποία εντάχθηκε, αλλά ούτε και την εμπειρία, σχετικά με παρόμοια προϊόντα, αφού μέχρι τότε επένδυε τις αποταμιεύσεις της κυρίως σε προθεσμιακούς καταθετικούς λογαριασμούς. Το δε συντηρητικό επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας καταδεικνύεται ιδίως από το ιστορικό των τραπεζικών συναλλαγών της, οι οποίες μέχρι τότε περιορίζονταν σε ασφαλείς τοποθετήσεις του κεφαλαίου του σε καταθέσεις αποταμίευσης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή προθεσμίας ολιγόμηνης διάρκειας. Επομένως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιολογημένα αγνοούσε πλήρως το νομικό καθεστώς που ρύθμιζε τότε τις επενδυτικές συμβάσεις και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση ακόμη και να υποψιαστεί ότι όλες σχεδόν οι επενδύσεις ενέχουν οικονομικό κίνδυνο. Τα Ενημερωτικά δε φυλλάδια, τα οποία είχε θέσει στη διάθεσή του ο ανωτέρω υπάλληλος του εναγόμενου, δεν περιείχαν οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία.
Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο ανωτέρω υπάλληλος υπέδειξε ή χορήγησε στην ενάγουσα να μελετήσει όλα τα έγγραφα που αφορούν τη φύση και τις συνέπειες της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων του εναγομένου, όπως το καταστατικό του εναγομένου και τους προηγουμένους ισολογισμούς αυτού, η ενάγουσα, εν όψει του γνωστικού της επιπέδου και της απειρίας της σε τραπεζικές και επενδυτικές συναλλαγές, ήταν αδύνατον να κατανοήσει και, ακολούθως, να προβεί σε αξιολογική κρίση ως προς το περιεχόμενο αυτών, το οποίο απευθύνεται σε άτομα με εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις νομικών και επενδυτικών θεμάτων.
Επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, περί συντρέχοντας πταίσματος και συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στη ζημία του, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, η ενάγουσα, εξαιτίας της προεκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου του εναγόμενου, έχει υποστεί ηθική βλάβη, η οποία, λαμβανομένων υπόψη όλων των κατά νόμο προσδιοριστικών στοιχείων (άρθρο 932 ΑΚ) και, ενδεικτικώς:
α) των συνθηκών που προμνημονεύθηκαν, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία του εναγομένου, β) του είδους και της έκτασης της ζημίας της ενάγουσας καθώς και της έλλειψης συντρέχοντας πταίσματος στο πρόσωπό του, γ) της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου και του βαθμού του πταίσματος (άμεσος δόλος) του προστηθέντος υπαλλήλου του, που εκμεταλλεύθηκε την απειρία της ενάγουσας στις σχετικές συναλλαγές και την εμπιστοσύνη που αυτή επεδείκνυε στο πρόσωπό του και στο πρόσωπο του εναγομένου, που ως πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προασπίζει τα συμφέροντα των συναλλασσόμενων με αυτό και της έλλειψης οποιοσδήποτε συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση ή στην έκταση της ζημίας της, δ) του βαθμού της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε η ενάγουσα από τη μείωση του κεφαλαίου της και από την αδυναμία ρευστοποίησης των μεριδίων που κατέχει και ε) της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση να οριστεί στο ποσό των 1.000 ευρώ , όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως , ο σχετικός λόγος της έφεσης με αριθμ. ΕΦ40/2019 της εκκαλούσας - ενάγουσας, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό που της επιδικάστηκε για την ανωτέρω αιτία είναι μειωμένο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερόμενο συνολικό χρηματικό ποσό των 37.330 ευρώ, ενώ έπρεπε να υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.496 € (ποσό 21.496 € ως αποζημίωση και ποσό 1.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από την επομένη της υποβολής της από 16.6.2015 αιτήσεως της ενάγουσας προς τον εναγόμενο για ρευστοποίηση των μερίδων της, καθόσον η τελευταία αυτή ημερομηνία δεν αποτελεί όχληση κατά τους όρους της ΑΚ 340 για την αξίωση της ενάγουσας σε βάρος του εναγόμενου από αδικοπραξία, δεδομένου ότι, η εν λόγω αίτηση της ενάγουσας δεν είχε το απαιτούμενο ακριβές, σαφές και ορισμένο περιεχόμενο σχετικά με την παροχή που έπρεπε να εκπληρώσει ο οφειλέτης, η οποία έπρεπε να είναι προσδιορισμένη κατ'είδος και ταυτότητα (ΑΠ 1110/2020, ΝΟΜΟΣ), καθώς ουδόλως ζητούσε με αυτήν αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, απορριπτόμενου και του σχετικού πρώτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας ενάγουσας...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατά τη σύναψη των δύο επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη η τελευταία , με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 914, 922 και 932 Α.Κ., 2 του ν.1667/1986 και 8 του ν.2251/1994. Οι αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται στα εξής: Το Εφετείο δέχεται ότι με τους όρους 2.1. και 2.2 της συμβάσεως "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι " 2.1. [.. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την Τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών.
Η Τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος.
2.2. Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας. Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής ..].
[...] 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του, που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει τα ακόλουθα κονδύλια: (ί) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους, θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών, που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλεισμένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.
Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11)..". Στη συνέχεια όμως το Εφετείο αντιφατικά προς τους όρους της "χρυσής σύμβασης" που παραθέτει , δέχεται ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων σε πρώτη ζήτηση και χωρίς μνεία περιορισμών, ενώ οι ως άνω όροι της σύμβασης που παραθέτει δεν αναφέρονται σε άμεση ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων.
Έτσι με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων προκύπτει από τους παρατεθειμένους στην προσβαλλομένη όρους της σύμβασης "χρυσή επένδυση", χωρίς όμως να προκύπτει από αυτούς η δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων με τη σύμβαση "χρυσή επένδυση" , αντικείμενο της οποίας όπως προκύπτει από τον όρο 1 της σύμβασης που περιέχεται στην προσβαλλομένη είναι η ένταξη συνεταιριστικών μερίδων που είχε ήδη στην κυριότητά του ο συνέταιρος.
Ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα υπέβαλε στον εναγόμενο αναιρεσείοντα την από 14-6-2013 αίτησή της για την εγγραφή της ως συνεταίρου, ώστε να αποκτήσει 1157 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας εκάστης 35 ευρώ, κατέβαλε συνολικά 45.000 ευρώ, η αίτησή της έγινε δεκτή και η ενάγουσα ενεγράφη στο μητρώο μελών του εναγομένου και έλαβε αριθμό μητρώου μελών ..., δεν αναφέρει όμως η προσβαλλομένη τα δικαιώματα που απέκτησε από αυτές τις δικαιοπραξίες σύμφωνα με το ν. 1667/1986, ήτοι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα δικαιώματα που προκύπτουν σύμφωνα με το νόμο από αυτές τις αυτοτελείς δικαιοπραξίες και κυρίως για το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος της ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων.
Ειδικότερα, ενώ οι ως άνω δικαιοπραξίες ήταν η νόμιμη αιτία έκδοσης των συνεταιριστικών μερίδων που ρυθμίζονται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν.1667/1986 η προσβαλλομένη με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται με τις ως άνω αντιφατικές αιτιολογίες ότι το δικαίωμα της ρευστοποίησης αρυόταν από την σύμβαση "χρυσή επένδυση" με τους παρατεθειμένους σε αυτή όρους, ότι κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης "χρυσή επένδυση" ήταν ευχερώς ρευστοποιήσιμες και ότι "οι περιορισμοί εκείνο το χρονικό διάστημα, για τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων δεν απαιτείτο να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού, που συναρτώνται και με το ύψος των ίδιων κεφαλαίων του, ούτε να έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, για την περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, συνεπαγόμενη μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, καθόσον οι προϋποθέσεις αυτές τέθηκαν με το άρθρο 149 ν. 4261/2014, που ισχύει από 1-1-2014..".
Όμως, οι ως άνω περιορισμοί προϋπήρχαν της σύναψης της σύμβασης "χρυσής επένδυσης" που έλαβε χώρα στις 14-6-2013 και είχαν τεθεί με τον ν.4099/2012. Το Εφετείο δέχεται με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι από τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγόμενου, οι οποίοι ζήτησαν από την ενάγουσα να συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μια τυπική αλλαγή του ονόματος της "Χρυσής Κατάθεσης" και αποσιωπώντας δολίως τους κινδύνους μειώσεως της αξίας και αδυναμίας ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών μερίδων του που αναλάμβανε με αυτή, η ενάγουσα παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, πιστεύοντας ότι οι όροι του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" μεταξύ των οποίων και η άμεση ρευστοποίηση εξακολουθούν να ισχύουν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να απωλέσει το δικαίωμα της άμεσης ρευστοποίησης, της συνεταιριστικής μερίδας χωρίς δε από τους παρατειθέμενους στην προσβαλλόμενη όρους της σύμβασης "αποδίδω" να προκύπτει ότι ανέλαβε τέτοιους κινδύνους.
Περαιτέρω δέχεται ότι όταν ζήτησε τη διαγραφή των συνεταιριστικών μερίδων και την ρευστοποίησή τους στις 16-6-2025 ο εναγόμενος καθυστέρησε να ανταποκριθεί επικαλούμενος συστημική αδυναμία λόγων πολλαπλών αιτήσεων και ακολούθησε η τραπεζική αργία στις 28-6-2015 δηλαδή το capital control, που επιβλήθηκε στα τέλη του μήνα Ιουνίου του έτους 2015 οπότε και αρνήθηκε να προβεί στην ρευστοποίηση.
Συγκεκριμένα, παρατίθενται επιλεκτικώς κάποιοι όροι της σύμβασης " αποδίδω", που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφορούν στο επιτόκιο, στη δυνατότητα ανάληψης μετρητών και στο κλείσιμο του καταθετικού λογαριασμού πολύ περισσότερο αφού γίνεται δεκτό (χωρίς όμως παράθεση των κατ' ιδίαν όρων) ότι η σύμβαση "αποδίδω" αφορούσε αποκλειστικά σε ένα έντοκο καταθετικό λογαριασμό, με προνομιακό επιτόκιο συναφές προς αυτό των προθεσμιακών καταθέσεων, και δυνατότητα του καταθέτη να προβαίνει σε αναλήψεις οποτεδήποτε, άνευ ποινής.
Έτσι με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν καθίσταται σαφής η διάγνωση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ζημίας της αναιρεσίβλητης ,λόγω των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το δικαίωμα της άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και την απώλεια αυτού με τη λύση της σύμβασης "χρυσή επένδυση" και τη σύναψη της σύμβασης "αποδίδω".
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη όλως αντιφατικώς διαλαμβάνονται οι παραδοχές ότι η αναιρεσίβλητη, αφενός προέβη σε νέα αγορά 12 συνεταιριστικών μερίδων στις 28-3-2014 κατά την σύναψη της σύμβασης "αποδίδω" και την κατάργηση της σύμβασης "χρυσή επένδυση" αφετέρου δε αυτή προέβη στις ...-2015 σε ρευστοποίηση μέρους των συνεταιριστικών μερίδων της αρχικής σύμβασης, συνεπώς παράγουσας νόμιμα αποτελέσματα παρά την "εξαπάτηση" της αναιρεσίβλητης στη σύναψή της, δηλαδή μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την κατάργηση της σύμβασης "χρυσή επένδυση", χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή βάσει ποιας εννόμου σχέσεως, - ενόψει της παραδοχής ότι η κτήση μερίδων ή η ρευστοποίηση ήταν συνέπεια της υπαγωγής στην παραπάνω επένδυση, - ούτε εξ άλλου αιτιολογείται η επιλογή του Εφετείου να προβεί σε υπολογισμό της επιδικασθείσας με την προσβαλλομένη αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης, ύψους 21.496 ευρώ.
Επίσης διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, " περί προστασίας καταναλωτών" για την εφαρμογή του οποίου απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες, με την έννοια της ΑΚ 914 στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς καταναλωτή με την έννοια του Ν.2251/1994, καθόσον αντιφατικά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλομένη δέχεται ότι δεν ενημέρωσαν οι υπάλληλοι του εναγόμενου την αναιρεσίβλητη για την απώλεια της ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων μετά την λύση της "χρυσής επένδυσης" καθώς και ότι ανέλαβε επενδυτικό κίνδυνο με την σύμβαση "χρυσή επένδυση" κατά τα ως άνω αναφερόμενα και ενώ η αναιρεσίβλητη απέκτησε την ιδιότητα του συνέταιρου, στο πρόσωπο όμως του οποίου δεν πληρούνται τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για τον ορισμό ενός προσώπου ως "καταναλωτή".
Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι υπάλληλοι του εναγόμενου από το έτος 2013 συνέστησαν στην αναιρεσίβλητη το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", διαβεβαιώνοντάς την ότι αποτελούσε αποταμιευτική επιλογή συμβατή με το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ της, που περιλάμβανε τοποθέτηση των χρημάτων της σε ασφαλή κατάθεση χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου και με σταθερή απόδοση ανώτερη των προθεσμιακών καταθέσεων, (κατά τη σύναψη της σύμβασης "αποδίδω" και την κατάργηση της σύμβασης "χρυσή επένδυση") διαβεβαίωση που περιλαμβανόταν και στο έντυπο προωθητικό υλικό της τράπεζας για το πρόγραμμα αυτό, και αποκρύπτοντας τον κίνδυνο μείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων λόγω των διεθνών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων και των επιπτώσεων εγχώριας δημοσιοοικονομικής κρίσης, που ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε αδυναμία εξεύρεσης επαρκών κεφαλαίων κατά τον χρόνο της ρευστοποίησης των μερίδων, και ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης "Αποδίδω" η τράπεζα απέκρυψε τους ανωτέρω κινδύνους του προϊόντος, καθιστώντας έτσι ασαφές αν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου αναιρεσείοντος έγκειται, ή όχι, και σε παράβαση των υποχρεώσεών της από τις διατάξεις του ν. 3606/2007, που επιβάλλουν την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούνται με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους, και την παροχή σαφών, ακριβών και μη παραπλανητικών πληροφοριών, ώστε ο πελάτης να κατανοεί τους κινδύνους της προσφερόμενης υπηρεσίας και να λαμβάνει αποφάσεις βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης, οι οποίες (διατάξεις) όμως δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων, όπως άλλωστε δέχεται το Εφετείο σε άλλο μέρος της απόφασής του.
Είναι βάσιμοι, επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το οικείο σκέλος του και ο τρίτος λόγος αυτής , με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 288, 914, 922 και 932 Α.Κ., 2 του ν.1667/1986 και 8 του ν.2251/1994, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παράβολου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος , που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 234 Σ.Ε.Κ.), "το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο....".
Η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου αυτού αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του θεσπιζόμενου από τις Συνθήκες δικαιοδοτικού συστήματος, καθιερώνοντας διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαστηρίων των κρατών μελών με σκοπό τη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και διασφαλίζοντας έτσι τη συνοχή, πλήρη αποτελεσματικότητα και αυτονομία του ενωσιακού δικαίου.
Εφόσον κατά της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ' αρχήν, όταν ανακύπτει ενώπιον του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, να το παραπέμψει στο Δ.Ε.Ε. δυνάμει του άρθρου 267 Σ.Λ.Ε.Ε., υποχρέωση που αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχόμενου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης.
Τα εθνικά δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνο εφόσον διαπιστώσουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι κρίσιμο ή ότι έχει ήδη ερμηνευτεί από το Δ.Ε.Ε. ή ότι η ορθή ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για εύλογη αμφιβολία (απόφαση Δ.Ε.Ε.
της 15-10-2024, Kubera κατά Σλοβενίας, C-144/23, σκέψεις 33 ως 36).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της υποβάλλει αίτημα περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί του αν, κατά την έννοια της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (MiFID) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, της Οδηγίας 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και της Οδηγίας 2005/29 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, που ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με τους ν. 3606/2007 και 2251/1994, όπως ο δεύτερος τροποποιήθηκε με το ν.3587/2007, εφαρμόζονται, ή όχι, στην περίπτωση των συνεταιρισμών που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, μόνο στην περίπτωση της παροχής από αυτούς υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στο πλαίσιο της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ή και στην περίπτωση της απόκτησης από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του συνεταιρισμού με την καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας.
Το αίτημα είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι η ερμηνεία επί του ζητήματος αυτού των ανωτέρω Οδηγιών, όπως έχουν ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο, έχει δοθεί ομόφωνα από την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι διατάξεις τους δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της απόκτησης εκ μέρους τρίτου συνεταιριστικών μερίδων από συνεταιρισμό που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα, είναι τόσο προφανής, ώστε δεν καταλείπεται περιθώριο αμφιβολίας.
Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Ο Άρειος Πάγος, για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή, είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 § 3 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (Α.Π. 166/2024).
Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου (Α.Π. 845/2019, Α.Π. 1654/2018). Όταν όμως η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης, που δεν επικυρώθηκε από το εφετείο με την αναιρεθείσα απόφαση του, η αίτηση επαναφοράς δεν είναι παραδεκτή, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της απόφασης που εκτελέστηκε και εκείνης που αναιρέθηκε (Α.Π. 315/2017, Α.Π. 415/2014, Α.Π. 127/2011).
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο αυτό ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος κατ' άρθρο 340 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 11/2007, Α.Π. 845/2019, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 980/2015).
Ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτηση αυτή τα καταβληθέντα έξοδα, που αφορούν την εκτέλεση της απόφασης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, των οποίων η παροχή διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, επομένως όχι των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, όπως είναι τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της διενεργηθείσας κατάσχεσης, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της αναιρεθείσας απόφασης, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (Α.Π. 17/2021, Α.Π. 1075/2020, Α.Π. 1453/2019, Α.Π. 177/2019, Α.Π. 666/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τις συμπληρωματικές προτάσεις που κατέθεσε την 21-2-2025, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, αναφέρει ότι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη α) 20.000 ευρώ σε συμμόρφωση με προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης 4/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, και β) 6.411,48 ευρώ σε συμμόρφωση με διάταξη της προσβαλλόμενης 52/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, ζητεί δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της επιστρέφει τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από τον χρόνο της καταβολής τους, άλλως από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.
Η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς, είναι νόμιμη μόνο για το ποσό των 6.411,48 ευρώ, που καταβλήθηκε δυνάμει της 52/2021 εφετειακής απόφασης και απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα α) της καταβολής του ποσού των 20.000 ευρώ, που καταβλήθηκε βάσει προσωρινά εκτελεστής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης, αφού με την εφετειακή απόφαση δεν επικυρώθηκε, αλλά εξαφανίστηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη και δικάστηκε εξαρχής η αγωγή, επομένως δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της απόφασης που εκτελέστηκε και εκείνης που αναιρέθηκε, όπως απαιτείται, προκειμένου να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και β) του αιτήματος περί καταβολής νομίμων τόκων από την καταβολή του ποσού στην αναιρεσίβλητη, αφού τέτοιοι τόκοι μπορούν να ζητηθούν μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.
Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.
Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι την 7-9-2021 ο αναιρεσείων κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, σε εκούσια συμμόρφωση με την 52/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το ποσό των 6.411,48 ευρώ, που αφορά, όπως αναφέρεται στη σχετική από 7-9-2021 εξοφλητική απόδειξη της αναιρεσίβλητης, α) μέρος του κεφαλαίου, που επιδικάστηκε με αυτήν (το υπόλοιπο είχε καταβληθεί σε συμμόρφωση με προσωρινά εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης), β) τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου, που επιδικάστηκαν με την 52/2021 απόφαση. Το ανωτέρω ποσό πρέπει να υποχρεωθεί να επιστρέψει η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σε αυτήν της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 52/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των έξι χιλιάδων τετρακοσίων έντεκα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (6.411,48) , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ