2018/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1051/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2015 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 173/2021 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
Legislator headnote
AI generated2018/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις οι κλήσεις για συζήτηση και τα αποδεικτικά της επίδοσης συντάσσονται ατελώς. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2018 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2018/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. χήρας Δ. Π., το γένος Γ. Κ., 2) Β. Π. του Δ., 3) Σ. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλάχο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζύγου Θ. Π., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1051/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2015 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 173/2021 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 26-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις οι κλήσεις για συζήτηση και τα αποδεικτικά της επίδοσης συντάσσονται ατελώς. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, δυνάμει της 173/2021 πράξης του Προέδρου του Γ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την αδυναμία έκδοσης αποφάσεως επ' αυτής, συζητηθείσας, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον του παραπάνω Πολιτικού Τμήματος κατά τη δικάσιμο της 12.5.2021, λόγω παραιτήσεως της προεδρεύουσας του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη.
Όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Μ. Κ., το οποίο υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω πράξης του ως άνω Προέδρου με κλήση για να παραστεί κατά την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε, στις 25-11-2021, στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Δημήτριο Μπακρατσά, δικηγόρο του Δ.Σ.
Χαλκιδικής, η οποία, όμως, κατά την εκφώνηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, εφόσον η επαναλαμβανόμενη αυτή συζήτηση, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί νέα, αλλά συνέχεια της αρχικής, η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε παραστεί νομίμως και είχε καταθέσει έγγραφες προτάσεις κατά τη συζήτηση της αίτησης στη δικάσιμο της 12/5/2021, πρέπει να δικαστεί ως παρούσα.
Με την κρινόμενη από 15-9-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1051/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την 91/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αρνητική της κυριότητας στην οποία είχε σωρευθεί και αναγνωριστική του δικαιώματος αυτού, αγωγή της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων - αναιρεσειόντων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 ΑΚ).
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή, όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών της κυριότητας επί του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος του πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο, την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι τη διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος και μη κάτοχος κατά του μη κυρίου νομέα ή κατόχου. Προϋπόθεση δηλαδή της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος και η νομή ή κατοχή του εναγομένου και αίτημά της η απόδοση του πράγματος (ΟλΑΠ 4/2016, ΑΠ 1544/2018, ΑΠ 1239/2013).
Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.
ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1316/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 11-9-2009 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή εξέθετε ότι είναι κυρία ενός διαιρετού τμήματος, εμβαδού 302,50 τ.μ.(του μείζονος οικοπέδου έχοντος έκταση 605 τ.μ.), που βρίσκεται στο …° Ο.Τ. του Δ.Δ Ν. ...
του νομού ... και ότι κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως έχει αναγνωρισθεί αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 96/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής. Εξέθετε επίσης ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία είναι κυρία του ετέρου διαιρετού τμήματος του ίδιου ακινήτου, εμβαδού 302,50 τ.μ, καθώς και οι λοιποί εναγόμενοι ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνοικούν με αυτήν στην διώροφη οικοδομή την οποία ανήγειραν επί του οικοπέδου τους, κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2009, επένδυσαν με πέτρα τη δυτική πλευρά της οικοδομής τους, η οποία εφάπτεται με την ανατολική πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να εισέλθουν κατά 10 εκατοστά στο ακίνητο της, σε μήκος 18 μέτρων και κατασκεύασαν σκεπή στην ως άνω οικοδομή τους, η οποία στη δυτική πλευρά της εξέχει παράνομα προς το οικόπεδο της (ενάγουσας) κατά πλάτος 15 εκατοστών και σε όλη τη δυτική πλευρά της οικοδομής, επί μήκους 18 μέτρων.
Επίσης ότι, κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2009, οι εναγόμενοι τοποθέτησαν κατά μήκος της στέγης της δυτικής πλευράς της οικοδομής τους πλαστική υδρορροή των ομβρίων υδάτων της σκεπής τους καθ' ολοκληρίαν στο οικόπεδο της (ενάγουσας), καθώς και σωλήνα υδραγωγού, ο οποίος διέρχεται ολόκληρος σε πλάτος 15 εκατοστών μέσα από το οικόπεδο της και παραπλεύρως του εξωτερικού τοίχου της άνω οικοδομής τους και εισέρχεται σ' αυτήν από οπή που ανοίχθηκε στον τοίχο αυτόν, κατασκεύασαν οκτώ μικρά παράθυρα και μία πόρτα στη δυτική πλευρά της οικοδομής τους, πλάτους 1,20 μ.
και ύψους 2,17 μ. που εφάπτεται με το κοινό όριο του οικοπέδου της (ενάγουσας), τοποθέτησαν δε εξωτερικά της δυτικής τοιχοποιίας της οικοδομής τους δύο συσκευές κλιματισμού, οι οποίες εισέρχονται στο οικόπεδο της κατά 30 εκατοστά περίπου και τέλος ότι κατασκεύασαν ένα τσιμεντένιο τοιχίο, πάχους 20 εκατοστών, ύψους 40 εκατοστών και σε μήκος 20,18 μ., όλο μέσα στο οικόπεδό της (ενάγουσας), πλάτους 1,19 μ.
από τη δυτική τοιχοποιία της οικοδομής τους και προς την ανατολική πλευρά του οικοπέδου της και έτσι κατάλαβαν τμήμα αυτού, εμβαδού 23, 60 τ.μ. Ζήτησε δε, επικαλούμενη αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητάς της επί του ως άνω ακινήτου της, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν την διατάραξη της κυριότητάς της επ' αυτού, με την καθαίρεση των διαταρακτικών κατασκευασμάτων και σε περίπτωση άρνησής τους, να επιτραπεί τούτο στην ίδια με δαπάνες τους και να παραλείψουν κάθε μελλοντική προσβολή της κυριότητάς της, με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, το αίτημα της αγωγής που αφορούσε στη διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας λόγω των ανοιγμάτων- παραθύρων που οι εναγόμενοι κατασκεύασαν στη δυτική πλευρά της οικοδομής τους, κατά τα λοιπά, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1973 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομαρχίας Χαλκιδικής, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν.
Μουδανιών Χαλκιδικής στον τόμο ... με αριθμό ..., παραχωρήθηκε, στα πλαίσια της οριστικής διανομής ετών 1967- 1969 της εποικισθείσας περιοχής του συνοικισμού Ν. ... νομού …, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 18738/18-7-1969 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, νομίμως δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 631/30-9-1969 και στο από 18-7-1969 επίσημο σχεδιάγραμμα της Διεύθυνσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Μ.
Χ. του Κ. ως οικοπεδικός κλήρος, το με αριθ. … οικόπεδο, εμβαδού 605 τ.μ., που κείται στο … Οικοδομικό Τετράγωνο της άνω περιοχής. Ο ανωτέρω παραχωρησιούχος απεβίωσε στις …-…-1951 και με την υπ' αριθ. …/…-...- 1951 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Ν. Ζ., νομίμως δημοσιευθείσα με τα υπ' αριθ.
…/6-4-1955 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εγκατέστησε κληρονόμο του τη θυγατέρα του Α. σύζυγο Κ. Π., η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά, στην οποία περιλαμβανόταν ανωτέρω οικόπεδο, με την υπ' αριθ. .../1974 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κασσανδρείας Α.
Σ., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών στον τόμο ... με αριθμό ... . Ακολούθως, η ανωτέρω Α. σύζυγος Κ. Π. πώλησε, σ' εκτέλεση του υπ' αριθ. .../1956 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Βάλτας Δ. Τ., προς τον Γ. Κ. του Ε. το προαναφερόμενο με αριθμό … οικόπεδο, δυνάμει του υπ' αριθ.
…/…-…-1974 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κασσανδρείας Α. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... με αριθμό .... Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. .../…-…-1977 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Ι. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου, ο Γ. Κ. του Ε. το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του άνω οικοπέδου δώρησε προς τη θυγατέρα του Ζ.
σύζυγο Δ. Π., πρώτη εναγόμενη και αμφότεροι οι κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατάρτισαν στη συνέχεια την υπ' αριθ. .../1977 πράξη σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του ν.δ. 1024/1971 του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένη, κατά τρόπον ώστε η πρώτη εναγόμενη να έχει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και ανοικοδόμησης στο ανατολικό διακριτό τμήμα, εμβαδού 302,50 τ.μ., του υπόψη με αριθμό … οικοπέδου, όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στην άνω συμβολαιογραφική πράξη τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα 1:200, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Π.
Κ., υπό τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Δ-Δ-Α, συνορευόμενο ανατολικώς με κοινοτική οδό επί πλευράς 24,06 γ.μ., δυτικώς επί πλευράς 24,18 γ.μ. με το έτερο διακριτό τμήμα του εν λόγω οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσης και δικαιώματος οικοδόμησης του Γ. Κ. του Ε., βορείως με κοινοτική οδό επί πλευράς 12,46 γ.μ. και νοτίως με οικόπεδο ιδιοκτησίας Γ.
Κ. επί πλευράς 12,61 γ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε οτι το δυτικό διακριτό τμήμα του άνω οικοπέδου, εμβαδού 302,50 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικώς με το τμήμα της αποκλειστικής χρήσης της πρώτης εναγομένης, δυτικώς με το υπ' αριθ. … οικόπεδο, βορείως με κοινοτικό δρόμο και νοτίως με οικόπεδο ιδιοκτησίας Γ. Κ., δώρησε ατύπως ο τελευταίος στη θυγατέρα του Π.
σύζυγο Θ. Π., ενάγουσα, στις 14-12-1975, η οποία έκτοτε το νέμεται συνεχώς και ανενοχλήτως, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου, όπως ήδη έχει κριθεί με την υπ' αριθ. 96/2000 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, με την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα κυριότητάς της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί του τμήματος αυτού, το οποίο ήδη κατέστη διαιρετό, όπως εξάλλου και το τμήμα κυριότητας της πρώτης εναγομένης.
Από της αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου διαιρετού τμήματος με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών στον τόμο 581 με αριθμό 38, δεν παρήλθε ο απαιτούμενος από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ χρόνος προς κτήση κυριότητας επ' αυτού από τρίτον με πρωτότυπο τρόπο, επομένως δεν μπορεί ν' αντιταχθεί κτητική και αποσβεστική παραγραφή κατ' αυτής.
Εξάλλου, στο διαιρετό τμήμα κυριότητας της πρώτης εναγομένης ανηγέρθη από αυτήν, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1977 οικοδομικής αδείας της Νομαρχίας Χαλκιδικής, διώροφη οικοδομή, επί της οποίας, δυνάμει της υπ' αριθ. …/2006 άδειας οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Ν. Μουδανιών, προέβη σε προσθήκη κεραμοσκεπής και ισογείου χώρου στάθμευσης.
Πέραν όμως των προβλεπομένων από τις εν λόγω άδειες, η πρώτη εναγόμενη καθώς και τα τέκνα της λοιποί εναγόμενοι προέβησαν κατά το μήνα Μάρτιο έτους 2009 σε αυθαίρετες κατασκευές και πλέον συγκεκριμένα : α) στην επικάλυψη με πέτρα όλης της δυτικής πλευράς της διώροφης οικοδομής, η οποία εφάπτεται με το οικόπεδο της ενάγουσας, κατά τρόπον ώστε να εισέρχεται κατά δέκα (10) εκατοστά εντός του οικοπέδου της ενάγουσας επί μήκους δεκαοκτώ (18) μέτρων και β) στην κατασκευή σκεπής στην οικοδομή τους, η οποία στη δυτική πλευρά της εξέχει κατά δεκαπέντε (15) εκατοστά εντός του οικοπέδου της ενάγουσας επί μήκους δεκαοκτώ (18) μέτρων.
Κατά το μήνα Μάιο έτους 2009 οι εναγόμενοι προέβησαν στις παρακάτω αυθαίρετες κατασκευές : α) στην τοποθέτηση, κατά μήκος της στέγης της δυτικής πλευράς της οικοδομής τους, πλαστικής υδρορροής των όμβριων υδάτων της σκεπής τους, η οποία εισέρχεται καθ' ολοκληρίαν εντός του οικοπέδου της ενάγουσας, β) στην τοποθέτηση σωλήνα υδραγωγού, ο οποίος ξεκινά από την πρασιά της οικοδομής τους, διέρχεται ολόκληρος σε πλάτος δεκαπέντε (15) εκατοστών εντός του οικοπέδου της ενάγουσας και παραπλεύρως του εξωτερικού τοίχου της οικοδομής τους και-εισέρχεται εντός αυτής από οπή που ανοίχθηκε σ' αυτόν (τοίχο), γ) στη διάνοιξη στην ίδια δυτική πλευρά της οικοδομής και τοποθέτηση πόρτας, διαστάσεων 1,20 μ.
πλάτους και 2,17 μ. ύψους, δ) στην τοποθέτηση εξωτερικά της δυτικής πλευράς της οικοδομής δύο μονάδων air condition, που εισέρχονται κατά τριάντα (30) εκατοστά εντός του οικοπέδου της ενάγουσας και ε) στην κατασκευή ενός τσιμεντένιου τοιχίου πάχους είκοσι (20) εκατοστών, ύψους σαράντα (40) εκατοστών και μήκους είκοσι μέτρων και δεκαοκτώ εκατοστών (20,18 μ.), εντός του οικοπέδου της ενάγουσας, καταλαμβάνοντας εδαφολωρίδα του τελευταίου, εμβαδού 23,60 μ., που συνορεύει ανατολικώς επί πλευράς 20,18 γ.μ.
με το οικόπεδο της πρώτης εναγομένης, δυτικώς επί πλευράς 20,18 γ.μ. με υπόλοιπο οικόπεδο της ενάγουσας, βορείως επί πλευράς 1,09 γ.μ. με υπόλοιπο οικόπεδο της ενάγουσας και νοτίως επί πλευράς 1,19 γ.μ. με υπόλοιπο οικόπεδο της ενάγουσας. Οι παραπάνω αυθαίρετες κατασκευές διαταράσσουν την κυριότητα της ενάγουσας, η οποία εκτείνεται και στον υπέρ το έδαφος χώρο, αφού οι μεν επιχειρούνται σε τέτοιο ύψος ώστε από την απαγόρευση να εξαρτά συμφέρον η ενάγουσα, οι δε καταλαμβάνουν τμήμα του ακινήτου της μειώνοντας έτσι την έκταση αυτού, με συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα επί του ακινήτου αυτού.
Ειδικότερα για την κατασκευή της πόρτας επί του εξωτερικού τοίχου της δυτικής πλευράς της οικοδομής θα πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν περιορίζονται οι εναγόμενοι μόνο στη διάνοιξη του τοίχου και τοποθέτηση της πόρτας, δεν αντιμετωπίζεται δηλαδή το κατασκεύασμα αυτό ως απλό άνοιγμα, αλλά, σύμφωνα και με τους κανόνες της λογικής συνοδεύεται από τη διέλευση των εναγομένων από το οικόπεδο της ενάγουσας προκειμένου να εισέλθουν στην οικοδομή τους από τη συγκεκριμένη πόρτα, διαταράσσοντας έτσι την κυριότητα της τελευταίας.
Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε οτι η ενάγουσα αμέσως μόλις έλαβε γνώση εντός του έτους 2009 των παραπάνω αυθαιρεσιών των εναγομένων, για τις οποίες, εξάλλου, επιβλήθηκε εις βάρος τους πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης από το Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών Ν. Μουδανιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής (βλ.
την υπ' αριθ. πρωτ. …/…/…-…-… έκθεση αυτοψίας και υπολογισμού προστίμου), διαμαρτυρήθηκε έντονα. Επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η επικαλούμενη από τους εναγομένους δημιουργία εύλογης πεποίθησης σ' αυτούς ότι η ενάγουσα δεν θ' ασκήσει τα απορρέοντα από την κυριότητα δικαιώματά της επί του επίδικου ακινήτου.
Δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί συγκεκριμένη κατάσταση με τις ενέργειες και τις παραλείψεις της ενάγουσας, η οποία ακολούθως επιχείρησε να την ανατρέψει με τη μεταβολή της στάσης της και την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ούτε αποδείχθηκε ότι είχε προκληθεί στους εναγομένους δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη ότι η διαμορφωθείσα κατάσταση δεν θα μεταβληθεί, την οποία διέψευσε η ενάγουσα, με αποτέλεσμα να επέλθουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα αυτών, και να καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καταχρηστική.
Τουναντίον, αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι επιδιώκουν, πέραν των άλλων διαταρακτικών της κυριότητας της ενάγουσας ενεργειών τους, παρανόμως ν' αποκόψουν και οικειοποιηθούν εδαφικό τμήμα του οικοπέδου της, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό το καθιστούν μόνον κατά παρέκκλιση· άρτιο και οικοδομήσιμο, συνεπώς μη ευχερώς και απολύτως αξιοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι παραδεκτά ασκήθηκε η αγωγή και κατά των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί τμήματος, εμβαδού 61,69 τ.μ., του οικοπέδου της ενάγουσας, περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, περί παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή και τη σωρευόμενη αρνητική κυριότητας ακινήτου αγωγή κατά τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις διατάραξης, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή των προεκτεθεισών στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεων και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως όλως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής τους και τους προσθέτους λόγους αυτής, οι οποίοι πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περί την εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων κρίνοντας ορισμένη, όπως προεκτέθηκε, την αρνητική αγωγή κατά το σκέλος της που αφορά στη διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας λόγω των ανοιγμάτων - παραθύρων, που, κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή, φέρονται τοποθετηθέντα στη δυτική πλευρά της οικοδομής των εναγομένων, που εφάπτεται με το κοινό όριο του οικοπέδου της ενάγουσας, και στο συναφές αίτημα άρσης αυτών, και δεχόμενο αυτό ακολούθως ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, δεκτού γενομένου ως βασίμου του λόγου της έφεσης γενικώς περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, αλλά και μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο του παραδεκτού της αγωγής κατά το ως άνω μερικότερο σκέλος αυτής, έστω και χωρίς προβολή ειδικού περί τούτου παραπόνου, εφόσον με την έφεση προβάλλεται λόγος αναγόμενος και στην ουσία να γίνει δεκτή η έφεση".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στο σύνολο της, για το ενιαίο της εκτέλεσης και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ήτοι ότι οι ως άνω ενέργειες των εναγομένων-αναιρεσειόντων, συνιστούν προσβολή της κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε εκείνη του άρθρου 1094 ΑΚ, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, αποτελεί διαταρακτική ενέργεια η κατασκευή από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες των προαναφερθέντων κατασκευασμάτων, η διατήρηση των οποίων συνεπάγεται όχι αφαίρεση και κατακράτηση του τμήματος του ακινήτου επί του οποίου βρίσκονται αυτά, αλλά διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης στην άσκηση της νομής της επί του επιδίκου ακινήτου.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα (σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες αγωγικές επικλήσεις), τα οποία συνιστούν και συγκροτούν ολική προσβολή του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί του ακινήτου της εντός του οποίου υφίστανται όλες οι επικαλούμενες κατασκευές, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της οποίας συνέτρεχαν εν προκειμένω, αλλά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διατάραξης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης από τούς αναιρεσείοντες, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1108 ΑΚ.
Ειδικότερα είναι αβάσιμος ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη από την 14-12-1975 που απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της το επίδικο ακίνητο, νεμόταν συνεχώς ανενόχλητα αυτό, ενεργώντας με διάνοια κυρίου όλες τις υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, στη συνέχεια δέχεται ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες διαταράσσουν την κυριότητά της σ' αυτό, αφού δεν είναι λογικά και νομικά δυνατό να συντρέχει ταυτόχρονα, αφ' ενός μεν ανενόχλητη νομή και χρήση του επιδίκου από την ενάγουσα και αφ'ετέρου διατάραξη της κυριότητάς της.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με
τις ως άνω παραδοχές η ενάγουσα νεμόταν συνεχώς και ανενόχλητα το επίδικο ακίνητο κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρόνο, μέχρι την διατάραξή της από τους εναγομένους, είχε δε αποκτήσει το σχετικό δικαίωμα, του οποίου ζήτησε την προστασία και δέχθηκε το δικαστήριο.
Σε περίπτωση που τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 1516/2017, ΑΠ 590/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι προκύπτουσες από το περιεχόμενο της πλημμέλειες, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των Ν.3741/1929, ΝΔ 1024/1971 και του άρθρου 1045 ΑΚ, δεχόμενη ως νόμω βάσιμη την αγωγή, καθώς τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και αποδείχθηκαν κατ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) δεν ήταν σε θέση να στηρίξουν το αγωγικό αίτημα της αναγνώρισης δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας σε διαιρετό τμήμα του κοινού οικοπέδου επί του οποίου είχε συσταθεί οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία.
Επίσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι παραβίασε ευθέως και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 953, 954, 1002 και 1117 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 και 4 του Ν. 3741/1929, 1 και 2 του ΝΔ 1024/1971, δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας σε διαιρετό τμήμα, ήτοι το δυτικό τμήμα, εμβαδού 302,50 τ.μ, του αναφερομένου σ' αυτήν οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 605 τ.μ, στο οποίο είχε προηγουμένως συσταθεί οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία από τον φερόμενο δικαιοπάροχο της Γ.
Κ., με την υπ' αριθ. .../1977 πράξη του συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής Ι. Τ. και όχι δικαίωμα συγκυριότητας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του όλου κοινού οικοπέδου, ενώ στερείται νόμιμης βάσης, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι της ύπαρξης ή μη δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας της αναιρεσίβλητης σε διαιρετό τμήμα του επίδικου ακινήτου ή της ύπαρξης δικαιώματος συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και ανοικοδόμησης σε διαιρετό τμήμα αυτού.
Ειδικότερα δε οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες καθώς δεν προκύπτει ο νόμιμος τρόπος κατάργησης της υφισταμένης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας στο αναφερόμενο σ' αυτήν κοινό ακίνητο και ο τρόπος δημιουργίας των δύο διαιρετών οικοπέδων, έτσι ώστε να δικαιολογείται η αναγνώριση δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας στο διαιρετό τμήμα του επίδικου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός, κατά την πρώτη αιτίαση, που αφορά το νόμω βάσιμο της αγωγής, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης που προεκτέθηκε, στην οποία ουδεμία αναφορά υπάρχει για σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας στο κοινό ακίνητο, αυτή είναι νόμω βάσιμη, όπως κρίθηκε ορθά και από το Εφετείο, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις των άρθρων 1108, 1045 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, ενώ, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Τούτο δε διότι το Εφετείο για το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο διαιρετό τμήμα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, στήριξε την κρίση του στην υπ' αριθ. 96/2000 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής και η αναφορά του στη σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, που δεν στηρίζει ο διατακτικό της απόφασης, τέθηκε δε προς ενίσχυση του ως άνω αναφερομένου τρόπου κτήσεως της κυριότητας από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2015 αίτηση των Ζ. χήρας Δ. Π., Β. Π. και Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1051/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ