Legislator Case Law & Legislation
2018/2017 AI generated

2018/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2018/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2018 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2018/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2018 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
flood protection project administrative deadline compliance thermal installation approval insufficient road access duty to report changes timely submission
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2018 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2018/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2013 προσφυγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.

Εκδόθηκε η απόφαση 284/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 7-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 14-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του Ν.1418/1984 (ΦΕΚ Α’ 23), όπως η § 2 αντικαταστάθηκε με την § 17 του άρθρου 2 του Ν.2229/1994 (ΦΕΚ Α 138), που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση ως εκ του χρόνου ισχύος τους: "1. Μετά τη βεβαίωση περάτωσης των εργασιών το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά και οριστικά. Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες ποσοτικά και ποιοτικά. Η οριστική παραλαβή γίνεται μετά την προσωρινή και την πάροδο του χρόνου υποχρεωτικής από τον ανάδοχο συντήρησης. Κατά την οριστική παραλαβή ελέγχεται πάλι η καλή κατάσταση των εργασιών (...). 2. Οι παραλαβές, προσωρινή και οριστική, γίνονται υποχρεωτικά μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Σε περίπτωση που οι προθεσμίες αυτές, που προσδιοριζονται με προεδρικό διάταγμα, περάσουν άπρακτες, οι παραλαβές θεωρούνται ότι συντελέστηκαν αυτοδικαίως και ύστερα από σχετική έγγραφη όχληση του αναδόχου, και επιβάλλονται στα υπαίτια όργανα του φορέα κατασκευής του έργου οι προβλεπόμενες στην § 8 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου πειθαρχικές ποινές. Οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου και εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, όπως ειδικότερα ορίζεται με προεδρικό διάταγμα". Εξ άλλου στο άρθρο 52 του π.δ/τος 609/1985 (ΦΕΚ Α’ 223) ορίζεται: "1. Όταν λήξει η προθεσμία περάτωσης του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων αναφέρει στη Διευθύνουσα υπηρεσία αν τα έργα έχουν περατωθεί και έχουν υποστεί ικανοποιητικά τις δοκιμασίες που προβλέπονται στη σύμβαση ή αν τα έργα δεν έχουν περατωθεί, οπότε αναφέρει συγκεκριμένα τις εργασίες που απομένουν για εκτέλεση. Αν οι εργασίες έχουν περατωθεί ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει βεβαίωση για το χρόνο περάτωσης των εργασιών (βεβαίωση περάτωσης των εργασιών). Η βεβαίωση αυτή δεν αναπληρώνει την παραλαβή των έργων, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του διατάγματος αυτού. Την έκδοση της βεβαίωσης μπορεί να ζητήσει ο ανάδοχος και πριν από τη λήξη των προθεσμιών αν έχει περατώσει τα έργα. 2. Αν στις εργασίες που έχουν περατωθεί διαπιστωθούν επουσιώδεις μόνον ελλείψεις που δεν επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του έργου, ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας γνωστοποιεί με διαταγή του προς τον ανάδοχο τις ελλείψεις που έχουν επισημανθεί και τάσσει εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους. Στην περίπτωση αυτή η βεβαίωση περάτωσης εκδίδεται μετά την εμπρόθεσμη αποκατάσταση των ελλείψεων και αναφέρει το χρόνο που περατώθηκε το έργο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αποκατάστασης. 3. Αν οι εργασίες δεν έχουν περατωθεί ή οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δεν είναι επουσιώδεις ή αν δεν περατώθηκαν από τον ανάδοχο εμπρόθεσμα οι εργασίες αποκατάστασης επουσιωδών ελλείψεων, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47". Περαιτέρω, το προαναφερθέν π.δ/γμα 609/1985 ορίζει στο άρθρο 53 § 4 ότι "Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου, εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης. Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο, η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε από την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες, η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργεια της". Στο επόμενο άρθρο 54 § 1 ορίζεται ότι "Ο χρόνος εγγύησης, κατά τον οποίο ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρησή του ... και μετά την πάροδο του οποίου ενεργείται η οριστική παραλαβή, ορίζεται γενικά σε δεκαπέντε μήνες. ...Ο χρόνος εγγύησης αρχίζει από τη βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών αν μέσα σε δύο μήνες απ’ αυτή υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, άλλως από την ημερομηνία που υποβλήθηκε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο συντάχθηκε η τελική επιμέτρηση" και στο άρθρο 55 § 2 ότι "Η οριστική παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε δύο μήνες από τότε που λήγει ο χρόνος εγγύησης σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. Αν η οριστική παραλαβή δεν διενεργηθεί μέσα σ’ αυτή την προθεσμία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργεια της. ...". Επίσης, στο άρθρο 27 του ως άνω π.δ/τος, όπως η § 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Π.Δ.368/1994 (ΦΕΚ Α 201) και η § 2 με το άρθρο 15 του ΠΔ 218/1999 (ΦΕΚ Α 187), ορίζεται ότι " 1. Κατά την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος καταθέτει εγγύηση καλής εκτέλεσης ίση με το 5% του προϋπολογισμού της Υπηρεσίας. Στις περιπτώσεις ειδικών ή σημαντικών έργων ή αν ο χρόνος κατασκευής έχει ιδιαίτερη σημασία η διακήρυξη μπορεί να ορίζει μεγαλύτερο ποσοστό εγγύησης, όχι όμως πέρα από το 10% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας. Το ίδιο εφαρμόζεται ανάλογα και σε περίπτωση ανάθεσης χωρίς διαγωνισμό, όταν επιτρέπεται η ανάθεση αυτή. 2. Συμπληρωματική εγγύηση ίδιου, όπως στην παρ.1, ποσοστού κατατίθεται και για κάθε συμπληρωματική σύμβαση. Αν δεν κατατεθεί σχετική εγγυητική επιστολή για τη συμπληρωματική σύμβαση γίνεται παρακράτηση του αντίστοιχου ποσού μέχρι την κατάθεση της εγγυητικής επιστολής. Αν εγκριθεί μείωση των συμβατικών ποσών γίνεται ανάλογη μείωση των εγγυήσεων που έχουν προσδιορισθεί με βάση τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας. Η μείωση γίνεται, ύστερα από αίτηση του αναδόχου, με απόφαση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. 3. Η εγγύηση καλής εκτέλεσης συμπληρώνεται με τις κρατήσεις που γίνονται σε κάθε πληρωμή προς τον ανάδοχο. Οι κρατήσεις αυτές ορίζονται σε 5% στην πιστοποιούμενη αξία των εργασιών και σε 10% στην αξία των υλικών που τυχόν περιλαμβάνονται προσωρινά στην πιστοποίηση μέχρις ότου αυτά ενσωματωθούν στις εργασίες. Οι κρατήσεις αυτές μπορεί οποτεδήποτε να αντικατασταθούν από τον ανάδοχο, μερικά ή ολικά, με εγγυητικές επιστολές. 4. Οι εγγυήσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους καλύπτουν στο σύνολό τους και χωρίς καμιά διάκριση την πιστή εφαρμογή από μέρους του αναδόχου όλων των όρων της σύμβασης και κάθε απαίτηση του κυρίου του έργου κατά του αναδόχου που προκύπτει ένεκα του έργου. 5. Οι εγγυήσεις των παραγράφων 1 - 3 του άρθρου αυτού περιορίζονται κατά ποσοστό 5% επί της αξίας των εργασιών που περιλαμβάνονται στις εγκεκριμένες από την υπηρεσία επιμετρήσεις (άρθρο 38, παρ. 2). Η πιο πάνω μείωση γίνεται με απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας, ύστερα από αίτηση του αναδόχου που υποβάλλει για το σκοπό αυτό ειδικό απολογισμό των εργασιών των οποίων έχουν εγκριθεί οι επιμετρήσεις. Μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής οι εγγυήσεις περιορίζονται στο 40% του κατά την παρ. 1 ποσοστού. Το τελευταίο μέρος των εγγυήσεων αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού....". Εξ άλλου, εν όψει της αδιαστίκτου διατυπώσεως των ανωτέρω συνδυαστικώς ερμηνευομένων διατάξεων, η αυτοδικαίως συντελουμένη προσωρινή και οριστική παραλαβή αφορά σε όλο το έργο αδιακρίτως, ήτοι σε όλες τις εργασίες που έχουν εκτελεστεί, αδιαφόρως αν αυτές είναι συμβατικές ή υπερσυμβατικές (ΣτΕ 2959/1997 7μ., ΣτΕ 3594/1999, ΣτΕ 1208/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχτηκε τα εξής: "Η καθής η προσφυγή (δηλ. η αναιρεσείουσα Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης -Αποχέτευσης Μείζονος ...) προκήρυξε δημόσιο ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "...", συνολικού προϋπολογισμού € 13.000.000 (χωρίς Φ.Π.Α. και αναθεώρηση)..... Ανάδοχος του έργου ανακηρύχθηκε νομίμως η προσφεύγουσα (αναιρεσίβλητη). Έτσι, την 7.3.2005 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων το σχετικό εργολαβικό συμφωνητικό, με το οποίο ανατέθηκε στην προσφεύγουσα η εκτέλεση του ανωτέρω έργου ποσού € 8.969.537,88 (χωρίς Φ.Π.Α. και αναθεώρηση). Το έργο, το τεχνικό αντικείμενο του οποίου συνίστατο στην τοποθέτηση 190.930 μ. νέων αγωγών ύδρευσης από πολυαιθυλένιο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Βόλου και της Ν. Ιωνίας για την επέκταση και βελτίωση του υφισταμένου δικτύου έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 7.3.2007. Η εκτέλεση του έργου προχώρησε κανονικά και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα συμβατικά τεύχη, ολοκληρώθηκε δε στις 7.9.2007, διότι μεσολάβησε έγκριση παρατάσεως του χρόνου παραδόσεως μέχρι τις 7.9.2007 με την υπ’ .../2007 απόφαση του Δ.Σ. της καθής, η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../20.4.2007 απόφαση της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Ακολούθως, στις 14.9.2007 εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της διευθύνουσας υπηρεσίας της καθής η προβλεπόμενη από το άρθρ. 52§ 1 του Π.Δ. 609/1985 Βεβαίωση Περαίωσης Εργασιών, με την οποία βεβαιώνεται η εμπρόθεσμη και σύμφωνη με τους όρους της σύμβασης και τις οδηγίες της Υπηρεσίας ολοκλήρωση των εργασιών του έργου. Κατά την διάρκεια του έργου συντάσσονταν από την προσφεύγουσα επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις, οι οποίες υποβάλλονταν προς έλεγχο και έγκριση στη διευθύνουσα υπηρεσία της καθής. Στις 29.10.2007 η προσφεύγουσα υπέβαλε, με τα υπ’ αρ. πρωτ. .../29.10.2007 έγγραφά της, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρο 38 παρ. 4 του ΠΔ 609/1985, τις τελευταίες επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις και στις 2.11.2007, υπέβαλε, με το υπ’ αρ. πρωτ. ... έγγραφό της την από 31.10.2007 Τελική Επιμέτρηση και τον Τελικό Συνοπτικό Επιμετρητικό Πίνακα του Έργου. Η Τελική Επιμέτρηση, συντεταγμένη κατά το άρθρο 38 του ΠΔ 609/1985, περιλάμβανε αφ’ ενός τις εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών, που είχαν προηγουμένως περιληφθεί στις επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις και είχαν οριστικοποιηθεί με την έγκριση (ρητή ή αυτοδίκαιη) των επιμετρήσεων αυτών, αφ’ ετέρου τις εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών των από 29.10.2007 υποβληθεισών επιμέρους αναλυτικών επιμετρήσεων των εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής άφησε και παρήλθε άπρακτη η τιθέμενη από τη διάταξη του άρθρου 38 § 4 του π.δ. 609/1985 δίμηνη προθεσμία για τον έλεγχο και την κοινοποίηση της τυχόν διορθωμένης τελικής επιμετρήσεως στον ανάδοχο και έτσι απώλεσε την προθεσμία αυτή, η οποία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είναι, εν όψει της ανάγκης ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, αποκλειστική (Ολ. ΑΠ 8/2014).

Συνεπώς, παρερχομένου του διμήνου από της υποβολής (2.11.2007) της Τελικής Επιμετρήσεως στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, χωρίς η τελευταία να έχει προβεί στον έλεγχο αυτής και την κοινοποίηση της (ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη) στην ανάδοχο, η ανωτέρω Τελική Επιμέτρηση, θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένη, όπως υποβλήθηκε, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν είχε πλέον (μετά την εκπνοή του διμήνου στις 3.1.2008) αρμοδιότητα να επιφέρει τροποποιήσεις σ’ αυτήν. Παρά ταύτα, όπως προέκυψε από: 1) το έγγραφο με αρ. πρωτ. .../29.9.2008 της διευθύνουσας Υπηρεσίας, 2) το 2ο ΑΠΕ που είχε υποβάλει προς έγκριση στη διαχειριστική αρχή η ... και την αιτιολογική έκθεσή του, 3) δύο "Τελικές Επιμετρήσεις" και 4) ένα πίνακα αναθεωρήσεων, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής, παρότι είχε υποχρέωση, δεν είχε αποστείλει στη Διαχειριστική Αρχή την προαναφερόμενη - οριστικοποιημένη και αυτοδικαίως εγκεκριμένη- από 3.1.2008 Τελική Επιμέτρηση, αλλά δύο άλλες "Τελικές Επιμετρήσεις". Η μία είχε συνταχθεί και υπογραφεί στις 29.9.2008 από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία ερήμην του αναδόχου και η άλλη αφορούσε αυθαίρετες και βλαπτικές -για την ανάδοχο -διορθώσεις, στις οποίες είχε προβεί επίσης μονομερώς ο επιβλέπων μηχανικός της καθής στις 29.9.2008, δηλαδή 8 μήνες και 26 ημέρες μετά την αυτοδίκαιη έγκριση (3.1.2008) της προαναφερόμενης Τελικής Επιμέτρησης του έργου και την οριστικοποίηση των ποσοτήτων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Τα έγγραφα αυτά ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα. Με αυτά η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής εμφάνιζε τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν κατά πολύ μικρότερες από εκείνες που αναφέρονταν στην από 3.1.2008 εγκεκριμένη Τελική Επιμέτρηση του έργου. Όμως, εφόσον η δίμηνη προθεσμία από την υποβολή της Τελικής επιμέτρησης από την προσφεύγουσα παρήλθε άπρακτη στις 3.1.2008, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής δεν είχε πλέον αρμοδιότητα να επιφέρει τροποποιήσεις σ’ αυτήν και γι’ αυτό παρά το νόμο προέβη στη σύνταξη των δύο ανωτέρω εγγράφων, που ουσιαστικά συνιστούν βλαπτικές για την προσφεύγουσα περικοπές και τροποποιήσεις. Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την υπ’ αριθμ. 510/2011 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η προσφεύγουσα, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ’ αυτής η καθής η προσφυγή, με την υπ’ αριθμ. 8/2014 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η καθής, όμως, μολονότι το έργο περατώθηκε νόμιμα και εγκρίθηκε αυτοδικαίως η τελική επιμέτρηση, κατά τα προαναφερόμενα, εν τούτοις δεν προχώρησε στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 53, 54 και 55 του ΠΔ 609/1985, μετά τη βεβαίωση περαίωσης και την εμπρόθεσμη υποβολή (εντός διμήνου από την περαίωση του έργου) από την ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης του έργου, εκκινούν, από το βεβαιωμένο χρόνο περαίωσης του έργου: α) η εξάμηνη προθεσμία για την προσωρινή παραλαβή του έργου, β) η δεκαπεντάμηνη προθεσμία του χρόνου εγγύησης του έργου και γ) η προθεσμία για την οριστική παραλαβή του έργου (εντός δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου εγγύησης). Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις 7.9.2007 εκκίνησαν όλες οι προθεσμίες Οριστικής και Προσωρινής Παραλαβής. Η καθής όφειλε εντός εξαμήνου από τις 7.9.2007, δηλαδή έως τις 7.3.2008, το αργότερο, να παραλάβει το έργο προσωρινά και να επιστρέψει το 60% των εγγυητικών επιστολών που είχε στα χέρια της. Όφειλε, επίσης, εντός διμήνου από την εκπνοή του δεκαπεντάμηνου χρόνου εγγύησης του έργου, να διενεργήσει την οριστική παραλαβή του έργου (να συστήσει δηλαδή επιτροπή παραλαβής, να συνταχθεί πρωτόκολλο παραλαβής και να εγκρίνει το Δ.Σ. της καθής το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής του έργου). Ακολούθως, να επιστρέψει το υπόλοιπο μέρος των εγγυητικών επιστολών. Ο χρόνος εγγύησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα εξέπνευσε στις 7.12.2008 και συνεπώς, η οριστική παραλαβή του έργου, έπρεπε να διενεργηθεί το αργότερο έως τις 7.2.2009. Η καθής όμως σε καμία ενέργεια δεν προέβη. Έτσι στις 17.3.2009, η προσφεύγουσα υπέβαλε προς τη διευθύνουσα υπηρεσία της καθής την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../2009 έγγραφη όχλησή της, με την οποία επισήμαινε στην καθής τις διατάξεις του νόμου για την προσωρινή και οριστική παραλαβή, ζήτησε τη διενέργειά τους και όχλησε για την αυτοδίκαιη συντέλεσή της. Η τριακονθήμερη προθεσμία, εντός της οποίας μπορούσε η διευθύνουσα υπηρεσία να προβεί σε παραλαβή του έργου, παρήλθε στις 16.4.2009. Στις 21.4.2009, η καθής απέστειλε με φαξ το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16.4.2009 έγγραφο του διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών, με το οποίο δήλωνε προς την προσφεύγουσα ότι απορρίπτεται το αίτημά της για παραλαβή του έργου. Κατά της παραπάνω εκπρόθεσμης και μη νόμιμης, κατά τα ανωτέρω, πράξης της καθής, η προσφεύγουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30.4.2009 ένστασή της, η οποία όμως απορρίφθηκε σιωπηρά από την καθής. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 17.9.2009 αίτηση θεραπείας, η οποία επιδόθηκε στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ στις 23.9.2009 και κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα στο Δ.Σ. της καθής, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της καθής και την ίδια την καθής (ως κυρία του έργου - αντισυμβαλλόμενη), όπως τούτο προέκυπτε από τις εκθέσεις επιδόσεως α) υπ’ αριθμ. .../23.9.2009 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Μ., β] υπ’ αριθμ. ...23.9.2009, .../23.9.2009 και .../23.9.2009 του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Βόλου Δ. Ν.. Στη συνέχεια και σε εφαρμογή του άρθρου 57 § 7 του Π.Δ. 609/1985 η προσφεύγουσα επέδωσε, με την από 30.9.2009 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., αντίγραφο της πιο πάνω με αριθμό .../23.9.2009 έκθεσης επίδοσης (βλ. υπ’ αριθμ. .../1.10.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Μ.). Και η αίτηση αυτή θεραπείας απορρίφθηκε σιωπηρά (δεν απαντήθηκε). Ενόψει όλων των ανωτέρω η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου συντελέστηκε αυτοδικαίως στις 16.4.2009. Σημειώνεται ότι μόνες περιπτώσεις που η παραλαβή δεν συντελείται αυτοδικαίως, είναι οι περιπτώσεις που, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από της υποβολής της όχλησης, έχει λάβει χώρα σύνταξη και έγκριση του πρωτοκόλλου παραλαβής, είτε εκδοθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 του ΠΔ 609/1985 Ειδική Διαταγή για την αποκατάσταση τυχόν ελαττωμάτων του έργου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση καμία εκ των ανωτέρω ενεργειών δεν έλαβε χώρα ούτε εντός των τριάντα ημερών, αλλά ούτε και αργότερα, με αποτέλεσμα η παραλαβή να συντελεστεί αυτοδικαίως στις 16.4.2009. Η καθής η προσφυγή ισχυρίσθηκε ότι στις 16.4.2009, ήτοι την τελευταία ημέρα εκπνοής της προαναφερόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας, απέστειλε με φαξ το με αριθμό .../16.4.2009 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, με το οποίο εκδηλώνονταν η άρνηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να συμπράξει στη διαδικασία παραλαβής (προσωρινής και οριστικής) του έργου. Η αποστολή του φαξ, μολονότι επαναλήφθηκε δύο φορές την ίδια ημέρα (16.4.2009) και ώρα 11.53’ .03’ ‘ και 12.02’ .08’ ‘ , εν τούτοις δεν περιήλθε στην προσφεύγουσα, διότι απορρίφθηκε το αίτημα για παραλαβή του φαξ, όπως η ίδια η καθής συνομολογεί. Ο ισχυρισμός, όμως αυτός της καθής η προσφυγή, ότι δηλ. δεν συντελέστηκε αυτοδικαίως η παραλαβή του έργου, διότι αυτή έστω και την τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας εκδήλωσε την άρνησή της να συμπράξει στην παραλαβή του έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν γιατί η άρνηση αυτή δεν περιήλθε στην προσφεύγουσα - ανάδοχο του έργου, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, αλλά μετά την παρέλευση αυτής στις 21.4.2009, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, διότι η τυχόν, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, άρνηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να παραλάβει το έργο, δεν εμποδίζει την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω. Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την υπ’ αριθμ. 37/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η προσφεύγουσα.

Συνεπώς, από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, αλλά και από την υπ’ αριθμ. 821/2010 αμετάκλητη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, προκύπτουν με δύναμη δεδικασμένου: α) οι εκτελεσθείσες ποσότητες εργασιών του συνόλου του συγκεκριμένου έργου, β) η αυτοδίκαιη προσωρινή και οριστική παραλαβή όλου του έργου ήδη από τις 16.4.2009, γ) η νομιμότητα της τελικής επιμέτρησης και της σχετικής εγκρίσεως της, δ) ο χρόνος περάτωσης του έργου και ε) η παράνομη παρακράτηση από την καθής των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου. Ενόψει των ανωτέρω η σύσταση - ορισμός, από την καθής, με την υπ’ αριθμ. ...10.2012 απόφαση του Δ.Σ. της, "Επιτροπής για την Προσωρινή και Οριστική Παραλαβή του Έργου", που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 2.10.2012 με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../2.10.2012 έγγραφό της, καθώς και η από 3.10.2012 πρόσκληση της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της καθής, με το υπ’ αριθ. .../3.10.2012 έγγραφό της, προς προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, στις 10.10.2012, στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο που είχε συντελεστεί αυτοδίκαια η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, κατά τα προαναφερόμενα, και η καθής είχε απολέσει τη (χρονική) αρμοδιότητα να προβεί στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου στις 10.10.2012". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και αναγνώρισε ότι, εφόσον η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου έχει ήδη συντελεστεί από τις 16.4.2009, οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη της αναιρεσείουσας που αφορά σε διαδικασία προσωρινής και οριστικής παραλαβή του έργου, άρα και η υπ’ αριθμ. .../2012 πρόσκληση της Δ/νσης Τεχνικών αυτής για παραλαβή του έργου στις 10.10.2012, είναι άκυρη, υποχρέωσε δε την αναιρεσείουσα να επιστρέψει το σύνολο των εγγυητικών επιστολών που είχε λάβει, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι, για όσο χρονικό διάστημα πέραν της 27.4.2009 συνεχίζεται η παρακράτηση από αυτήν των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, αυτή έχει υποχρέωση καταβολής στην αναιρεσίβλητη του συνόλου των τραπεζικών προμηθειών των επιστολών αυτών, εντόκως από την πληρωμή εκάστης χρεώσεως.

ΙΙΙ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν.1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985, που ήταν εφαρμοστέες, με το να δεχθεί ότι συντελέστηκε αυτοδικαίως η οριστική παραλαβή του επίδικου έργου μετά τη βεβαίωση της περαίωσης των εργασιών από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της κυρίας του έργου (αναιρεσείουσας), την τελική επιμέτρηση των εργασιών από την ανάδοχο του έργου (αναιρεσίβλητη) εντός διμήνου από τη βεβαίωση περαίωσης των εργασιών, την πάροδο άπρακτης της δίμηνης προθεσμίας που τίθεται με το άρθρο 38 § 4 του π.δ. 609/1985 στη Διευθύνουσα Υπηρεσία προκειμένου να προβεί σε έλεγχο κα κοινοποίηση στην ανάδοχο τυχόν διορθωμένης τελικής επιμετρήσεως, όπως και μετά την πάροδο της προθεσμίας των 6 μηνών από του χρόνου περαίωσης του έργου χωρίς να γίνει προσωρινή παραλαβή αυτού αλλά και της προθεσμίας των 15 μηνών του χρόνου εγγύησης και, μετά τη λήξη των προθεσμιών αυτών, την πάροδο των 30 ημερών από την εξώδικη όχληση της αναιρεσίβλητης. Στο πόρισμα αυτό το Δικαστήριο κατέληξε διαλαμβάνοντας σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν έλαβε χώρα αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή του έργου, διότι η ανάδοχος δεν είχε υποβάλει Φάκελο Ασφάλειας και Υγείας (ΦΑΥ) ούτε Μητρώο του έργου, δεν στηρίζεται στο νόμο. Και τούτο διότι τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται από το νομικό καθεστώς του Ν.1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985, που διέπει την επίδικη σύμβαση. Η υποχρέωση αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 73 §§ 2 και 7 και 75 § 8 του νεώτερου Ν. 3669/2008, σύμφωνα με τις οποίες απαραίτητο στοιχείο για την προσωρινή και οριστική παραλαβή κάθε δημόσιου έργου είναι η υποβολή του Μητρώου των έργων, όπως και του Φακέλου Ασφάλειας και Υγείας (ΦΑΥ), πλην όμως δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση.

Συνεπώς οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. IV. Τέλος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που -κατ’ εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου- η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ισχυρισμό της περί μη συντελέσεως της οριστικής παραλαβής του έργου, διότι η υποχρέωση προς υποβολή από την ανάδοχο του έργου (αναιρεσίβλητη) του Μητρώου των έργων προβλεπόταν και στην Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων της εργολαβίας, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αναιρέσεως αυτός δεν επιτρέπεται στις διαφορές από σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου (άρθρα 13 § 6 του Ν. 1418/1984 καθώς και 77 § 6 του ν.3669/2008).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατ’ άρθρα 276 § 1 και 281 § 2 του Κώδικα Δήμων & Κοινοτήτων (Ν.3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2015 αίτηση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία"..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ.284/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ