2018/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2018 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2018/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2018 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2018 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2018/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Λ. ΑΕ", καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Λ. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΡΤΟ ΡΟΜΑΝΤΖΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικώς και ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΚΑΡΝΤΕΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λεωνίδα Μαραβέλη και Χαράλαμπο Παμπούκη, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2009 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 11-12-2009 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας και την από 25-5-2010 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1819/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6138/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 14-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 21-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 131/2014 αίτησης για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 6138/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις προσκομιζόμενες από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 6304 και 6303/20.3.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Α. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη και στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-
ΙΙ.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6138/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ξενοδοχεία Λ. Α.Ε.", είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8.6.2009 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3845/2009 αγωγή, στρεφομένη κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", με την οποία ιστορούσε ότι η εταιρία με την επωνυμία "Λ. Τουριστικαί Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Κρήτης Α.Ε.", της οποίας αυτή είναι καθολική διάδοχος με συγχώνευση, είχε μισθώσει, δυνάμει των από 1.1.2003 πανομοιότυπων ιδιωτικών συμφωνητικών, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτής και των τεσσάρων ανωνύμων εταιριών που μνημονεύονται στην αγωγή, τα εις αυτήν μνημονευόμενα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, τα οποία λειτουργούν στην περιοχή Βασιλικών Ζακύνθου, προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτά ξενοδοχειακή επιχείρηση. Ότι κατά τη σύναψη των μισθωτικών συμβάσεων και ως εγγύηση καλής εκτέλεσης των όρων τους από αυτήν, η ως άνω μισθώτρια εταιρία παρέδωσε στις εκμισθώτριες εταιρίες τις μνημονευόμενες στην αγωγή αντίστοιχες εγγυητικές επιστολές της Τράπεζας Κύπρου, οι δε εκμισθώτριες εταιρίες, δυνάμει συμβάσεων σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων, που συνήψαν με την εναγόμενη τραπεζική εταιρία, εκχώρησαν στην τελευταία, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν από αυτήν, τις απαιτήσεις τους από τα μισθώματα και τις εγγυητικές επιστολές που εξασφάλιζαν την καταβολή τους. Ότι στις 4.10.2007 προέβη σε έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων μίσθωσης για σπουδαίο λόγο και επειδή οι εκμισθώτριες αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της καταγγελίας, άσκησε κατ' αυτών την από 12.11.2007 αγωγή της, με την οποία ζήτησε, μεταξύ των άλλων, την αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων και την επιστροφή των εγγυητικών επιστολών, η οποία αγωγή έγινε δεκτή, ως προς τα αιτήματα αυτά, με την υπ' αριθμ. 447/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι η εναγόμενη εκδοχέας, μολονότι γνώριζε την ύπαρξη του σπουδαίου λόγου της καταγγελίας και τη λήξη των μισθώσεων, ενεργώντας κατά κατάχρηση του δικαιώματός της και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου και πέτυχε την κατάπτωση των αναφερομένων εγγυητικών επιστολών, επικαλούμενη αναληθώς παράβαση των όρων των μισθωτικών συμβάσεων, τις οποίες εισέπραξε στις 31.12.2008, ζημιώνοντάς την έτσι κατά το ποσό αυτών, ύψους 1.825.733,79 ευρώ και ότι υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Τράπεζα Κύπρου το πιο πάνω ποσό των εγγυητικών επιστολών, με τη σύναψη ισόποσου εντόκου δανείου, με συνέπεια να υποστεί επιπλέον ζημία, αντίστοιχη με τους τόκους του δανείου, καθώς και ηθική βλάβη, διότι μειώθηκε η εμπορική της πίστη. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτό περιορισμό της αγωγής, που έγινε με μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης, κυρίως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να της καταβάλει α) το ποσό των 1.825.733,79 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό των εγγυητικών επιστολών, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της είσπραξης αυτών, άλλως από την όχληση (18.2.2009), άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) το ποσό των 44.157,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Τράπεζα Κύπρου για τη λήψη του ως άνω ισόποσου με το ποσό των εγγυητικών επιστολών δανείου που καταλόγισε σε βάρος της μέχρι τις 31.3.2009 η Τράπεζα Κύπρου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, γ) το ποσό των τόκων του δανείου που η ανωτέρω Τράπεζα θα καταλογίσει σε βάρος της, κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.2009 μέχρι η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των εγγυητικών επιστολών, δ) το ποσό των 27.386,55 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλε στην ίδια Τράπεζα ως προμήθεια για τη διατήρηση των εγγυητικών επιστολών από 10.10.2007 έως 31.12.2008, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και ε) το ποσό των 500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την είσπραξη του ποσού των εγγυητικών επιστολών, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά δε ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των εγγυητικών επιστολών, ήτοι 1.825.733,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της είσπραξής του από την εναγόμενη, ήτοι από 1.1.2009, άλλως από τις 18.2.2009 που την όχλησε να της το καταβάλει, άλλως από την επίδοση της αγωγής, διότι κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία. Περαιτέρω, η εναγόμενη της ως άνω αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 11.12.2009 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 7844/2009 προσεπίκληση, με την οποία προσεπικάλεσε τις εκμίσθωτριες εταιρίες που της εκχώρησαν την αξίωσή τους προς είσπραξη των μισθωμάτων από τις ανωτέρω μισθώσεις και το δικαίωμα να ζητήσει την κατάπτωση των προαναφερομένων εγγυητικών επιστολών, για την εξασφάλιση της ακριβόχρονης πληρωμής των δανείων που είχε χορηγήσει σ' αυτές, και επικαλούμενη ότι ήδη έχει φέρει προς μερική εξόφληση των δανείων το ποσό των εγγυητικών επιστολών, ζήτησε να παρέμβουν υπέρ αυτής στην ανοιγείσα με την προαναφερόμενη αγωγή δίκη. Τέλος, οι προσεπικαλούμενες εταιρίες, με την από 25.5.2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3306/2010 πρόσθετη παρέμβασή τους, επικαλούμενες ότι η εναγόμενη στην κύρια αγωγή νομίμως προέβη στην είσπραξη των εγγυητικών επιστολών και ότι τυχόν παραδοχή της αγωγής θα τους προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι η εναγόμενη, σε περίπτωση ήττας της, θα αναζητήσει από αυτές τα ποσά που θα υποχρεωθεί να καταβάλει, παρενέβησαν προσθέτως υπέρ της εναγόμενης και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής. Επί των ως άνω δικογραφιών, ήτοι αγωγής, προσεπίκλησης και παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 1819/2011 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση άπαντα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα α) η ενάγουσα, "Ξενοδοχεία Λ. Α.Ε.", την από 30.1.2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 762/2012 έφεση, η οποία στρέφεται κατά της εναγόμενης Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. και των προσθέτως παρεμβαινουσών εκμισθωτριών εταιριών, β) η εναγόμενη, Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., την από 14.2.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1077/2012 έφεση, η οποία στρέφεται κατά της ενάγουσας "Ξενοδοχεία Λ. Α.Ε.", και γ) οι προσθέτως παρεμβάσες - εκμισθώτριες εταιρίες, την από 13.2.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1091/2012 τοιαύτη, η οποία στρέφεται κατά της καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση - ενάγουσας "Ξενοδοχεία Λ. Α.Ε." και της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση - εναγόμενης Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ομοίως κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 6138/2013 οριστική απόφαση με την οποία α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η τρίτη των προαναφερομένων εφέσεων, καθόσον στρεφόταν κατά της δεύτερης εφεσίβλητης Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., διότι αυτή δεν ήταν αντίδικος των εκκαλουσών στην πρωτοβάθμια δίκη, β) έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία βα) η δεύτερη των προαναφερομένων εφέσεων, ήτοι της εναγόμενης Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., και ββ) η τρίτη των ως άνω εφέσεων, ήτοι των παρεμβαινουσών εκμισθωτριών εταιριών, καθόσον αυτή στρεφόταν κατά της ενάγουσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση "Ξενοδοχεία Λ. Α.Ε.", εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσία η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή κατά την στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών κύρια βάση της, ερευνήθηκε στη συνέχεια η αγωγή κατά την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως και στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της, ως προς την οποία και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, και απορρίφθηκε η υπέρ της εναγόμενης πρόσθετη παρέμβαση και γ) μετά ταύτα απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου η πρώτη των προαναφερομένων εφέσεων της ενάγουσας "Ξενοδοχεία Λ. Α.Ε.". Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγόμενη Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.
ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 16/2008, ΑΠ 937/2005). Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση. Το ίδιο ισχύει και επί της εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στην μορφή αυτή εκχώρησης αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτό (ΑΠ 114/2008). Ακόμη, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Ειδικότερα, οι εγγυητικές επιστολές, που εκδίδονται από τράπεζες, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361), χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής σε πρώτη ζήτηση, έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης. Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρέωσης από τη βασική σχέση. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού, όπως π.χ. κατόπιν εκχώρησης) να εισπράξει το ποσό της εγγύησης - εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από την μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1667/1995). Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από την σχέση κάλυψης ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέα, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της κατάπτωσης, κατά της περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 16/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που στο α' εδάφιό της ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, και στο β' ότι η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί απαίτηση με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, θα πρέπει η άμεση περιουσιακή μετακίνηση προς τον λαβόντα να επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή αιτία που δεν έχει πηγή σύμβαση ή το νόμο, είτε για νόμιμη αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη (ΑΕΔ 3/2010 Ελλ. Δνη 52.47). Επομένως, προϋποθέσεις της αξίωσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι α) η πραγματοποίηση πλουτισμού του λήπτη, β) η επέλευση αυτού από την περιουσία ή σε βάρος άλλου, γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, δηλαδή η έλλειψη νόμιμης αιτίας του και δ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της επιβάρυνσης του δικαιούχου (ΑΠ 791/2012, ΑΠ 16/2008). Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1773/2007, ΑΠ 104/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1702/2011, ΑΠ 399/2004).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει των από 1.1.2003 τεσσάρων ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, οι εταιρίες "ΠΑΡΑΝΤΑΪΣ Α.Ε.", "ΠΟΡΤΟ ΡΟΜΑΝΤΖΑ Α.Ε.", "ΣΚΟΡΠΙΟΣ Α.Ε." και "ΓΚΑΡΝΤΕΝ Α.Ε." εκμίσθωσαν στην εταιρία "ΛΟΥΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, είναι η ενάγουσα, τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα "PALLAZO DI ZANTE", "ΙΜΠΕΡΙΑΛ ΜΠΗΤΣ", "ZANTE ROYAL PALACE II" και "ZANTE ROYAL PALACE I", αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται στο δημοτικό διαμέρισμα Βασιλικού του Δήμου Ζακυνθίων και λειτουργούν ως ενιαίο ξενοδοχειακό συγκρότημα, για χρονικό διάστημα έξι ετών, ήτοι από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2008, αντί ετησίου μισθώματος 986.339,90 ευρώ, 1.139.456,27 ευρώ, 376.307,44 ευρώ και 344.019,12 ευρώ, αντίστοιχα, πλέον του ημίσεως του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τη μισθώτρια ως τουριστική ξενοδοχειακή μονάδα με όλες τις παρεμφερείς δραστηριότητες. Κατά την κατάρτιση των μισθωτικών συμβάσεων, η μισθώτρια παρέδωσε σε κάθε εκμισθώτρια εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου για την ακριβή τήρηση των όρων των συμβάσεων, το ποσό της οποίας συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά το ποσό αναπροσαρμογής του ετήσιου μισθώματος, ενώ ορίστηκε ότι, με τη λήξη κάθε μίσθωσης, η εγγυητική επιστολή θα αποδίδεται στη μισθώτρια μετά από έλεγχο και παραλαβή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος και του εξοπλισμού του. Η περίοδος ισχύος κάθε εγγυητικής επιστολής συμφωνήθηκε ότι θα είναι ετήσια και θα ανανεώνεται κάθε χρόνο. Βάσει ρητού όρου, που περιέχεται στα μισθωτήρια, τα οποία είναι πανομοιότυπα, η κάθε εκμισθώτρια ανέλαβε την ευθύνη διάθεσης των λυμάτων και εγγυήθηκε τη σωστή και σύννομη διάθεση αυτών, η δε παρέμβαση δημοτικών ή κρατικών αρχών στον τρόπο διάθεσης των λυμάτων του βιολογικού καθαρισμού, η οποία θα οδηγήσει σε προσωρινή ή οριστική αναστολή της λειτουργίας του ξενοδοχείου., θα αποτελεί λόγο καταγγελίας της μίσθωσης αζημίως για τη μισθώτρια, η οποία θα έχει το δικαίωμα να αξιώσει την αποκατάσταση οποιασδήποτε περαιτέρω ζημίας υποστεί. Οι εγγυητικές επιστολές που εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου και παραδόθηκαν από τη μισθώτρια στις ανωτέρω εκμισθώτριες, αντίστοιχα, είναι οι υπ' αριθμ. 33022 ποσού 909.920 €, ... ποσού 594.175,08 €, 33019 ποσού 287.618,60 € και ... ποσού 287.618,60 €, των οποίων τα ποσά αυξήθηκαν σε 1.032.090,84 €, 1.173.262,09 €, 326.235,85 € και 326.235,85 €, αντίστοιχα, και παρατάθηκε η ισχύς τους μέχρι την 31-12-2007. Στο κείμενο κάθε εγγυητικής επιστολής, που απευθύνεται προς την αντίστοιχη εκμισθώτρια, αναφέρεται ότι "Έχουμε την τιμή να σας γνωρίσουμε με την παρούσα, ότι εγγυώμαστε ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα, παραιτούμενοι από το δικαίωμα της διαιρέσεως και διζήσεως, υπέρ της εταιρίας... (αναγράφεται η επωνυμία της μισθώτριας) και μέχρι του ποσού των... (αναγράφεται το ποσό της αντίστοιχης εγγυητικής επιστολής), στο οποίο και μόνο περιορίζεται η υποχρέωσή μας για την καλή εκτέλεση των όρων ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 1 Ιανουαρίου 2003, που αφορά τη μίσθωση του ξενοδοχείου... (αναγράφεται ο διακριτικός τίτλος του αντίστοιχου ξενοδοχείου). Το παραπάνω ποσό τηρούμε στη διάθεση σας και θα σας καταβάλλουμε ολικά ή μερικά χωρίς αντίρρηση και απροφάσιστα μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την έγγραφη δήλωσή σας προς εμάς σε περίπτωση ολικής ή μερικής κατάπτωσης της εγγυήσεως με την επιστροφή σε μας της παρούσας. Η παρούσα αφορά μόνο την παραπάνω αιτία και ισχύει μέχρι την επιστροφή της σε μας, σε καμία όμως περίπτωση όχι αργότερα από την 31 Δεκεμβρίου 2003, οπότε γίνεται αυτοδίκαια άκυρη και δεν έχει απέναντι μας καμία ισχύ, εφόσον πριν από την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας δεν θα μας ανακοινωθεί εγγράφως αξίωσή σας για το ποσό της εγγυήσεως σε βάρος αυτού που αφορά η παρούσα. Αποδεχόμαστε να παρατείνουμε την ισχύ της εγγύησης ύστερα από απλό έγγραφο της εταιρίας σας, με την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημά σας θα μας υποβληθεί πριν από την ημερομηνία λήξης της". Μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων, η εκμισθώτρια "ΠΟΡΤΟ ΡΟΜΑΝΤΖΑ Α.Ε.", δυνάμει της από 9-8-2004 σύμβασης σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης Τράπεζας, προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τελευταίας από σύμβαση χορήγησης πίστωσης προς αυτήν, ενεχυρίασε και εκχώρησε στην εναγομένη τις απαιτήσεις της κατά της μισθώτριας για είσπραξη των μη ληξιπροθέσμων μισθωμάτων της αντίστοιχης από 1-1-2003 μισθωτικής σύμβασης, καθώς και τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις της από την υπ' αριθμό ... εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου και κάθε μελλοντική εγγυητική επιστολή που θα εκδοθεί για την καλή εκτέλεση των υποχρεώσεων της μισθώτριας, συνάμα δε χορήγησε στην Τράπεζα την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκεί το δικαίωμα κατάπτωσης για λογαριασμό της. Επίσης, η εκμισθώτρια "ΣΚΟΡΠΙΟΣ Α.Ε.", δυνάμει της από 9-8-2004 σύμβασης σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης, προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τελευταίας από σύμβαση χορήγησης πίστωσης προς αυτήν, ενεχυρίασε και εκχώρησε στην εναγομένη τις απαιτήσεις της κατά της μισθώτριας για είσπραξη των μη ληξιπροθέσμων μισθωμάτων της αντίστοιχης από 1-1-2003 μισθωτικής σύμβασης, καθώς και τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις της από την υπ' αριθμό 33019 εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου και κάθε μελλοντική εγγυητική επιστολή που θα εκδοθεί για την καλή εκτέλεση των υποχρεώσεων της μισθώτριας, συνάμα δε χορήγησε στην Τράπεζα την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκεί το δικαίωμα κατάπτωσης για λογαριασμό της. Ωσαύτως, η εταιρία "ΣΚΟΡΠΙΟΣ Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της εκμισθώτριας εταιρίας "ΓΚΑΡΝΤΕΝ Α.Ε.", δυνάμει της από 9-8-2004 σύμβασης σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης, προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τελευταίας από σύμβαση χορήγησης πίστωσης προς αυτήν, ενεχυρίασε και εκχώρησε στην εναγομένη τις απαιτήσεις της κατά της μισθώτριας για είσπραξη των μη ληξιπροθέσμων μισθωμάτων της αντίστοιχης από 1-1-2003 μισθωτικής σύμβασης, καθώς και τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις της από την υπ' αριθμό ... εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου και κάθε μελλοντική εγγυητική επιστολή που θα εκδοθεί για την καλή εκτέλεση των υποχρεώσεων της μισθώτριας, συνάμα δε χορήγησε στην Τράπεζα την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκεί το δικαίωμα κατάπτωσης για λογαριασμό της. Αντίγραφα των ανωτέρω τριών συμβάσεων σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων επιδόθηκαν στις 8-9-2004 στην ενάγουσα μισθώτρια .εταιρία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, με την από 4-10-2007 έγγραφη καταγγελία της, που επιδόθηκε την ίδια ημέρα σε κάθε εκμισθώτρια, κατήγγειλε τις μισθωτικές συμβάσεις για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στο ότι αυτές παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους αναφορικά με τη διάθεση των λυμάτων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, καθόσον, κατά παράβαση των Υγειονομικών Διατάξεων, τα λύματα διοχετεύονταν με σωλήνες στη ρεματιά, την κείμενη πολύ κοντά στα ξενοδοχεία, και κατέληγαν στη θάλασσα του Βασιλικού, δίπλα ακριβώς στην παραλία, όπου κολυμπούσαν ένοικοι των ξενοδοχείων και κάτοικοι της περιοχής, χωρίς να είναι κατάλληλα επεξεργασμένα, με συνέπεια να ρυπαίνεται το θαλάσσιο περιβάλλον. Κάλεσε δε τις εκμισθώτριες να προσέλθουν στις 10-10-2007 και ώρα 10.00' στα μίσθια, προκειμένου να τους παραδώσει τη χρήση αυτών, να προβούν στην εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών και να της αποδώσουν τις εγγυητικές επιστολές, που είχε παραδώσει σε αυτές. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα, με την από 4-10-2007 επιστολή της προς την Τράπεζα Κύπρου, που επιδόθηκε σε αυτή στις 5-10-2007, αφού της γνωστοποίησε την εκ μέρους της καταγγελία των μισθωτικών συμβάσεων για σπουδαίο λόγο και την μη παράβαση από την πλευρά της οποιουδήποτε συμβατικού όρου, την κάλεσε να παραλείψει οποιαδήποτε ενέργεια πληρωμής των εγγυητικών επιστολών σε οποιονδήποτε επιδιώξει την κατάπτωσή τους, την δε επιστολή αυτή κοινοποίησε και στην εναγομένη στις 5-10-2007. Επειδή, όμως, οι εκμισθώτριες αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της καταγγελίας, η ενάγουσα μισθώτρια, με την από 12-11-2007 (αριθμός κατάθεσης 6360/2007) αγωγή της, ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της από 4-10-2007 καταγγελίας και να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενες εκμισθώτριες να της αποδώσουν τις εγγυητικές επιστολές, που παρέδωσε σε αυτές ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση των όρων των μισθωτικών συμβάσεων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 447/12-2-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό 1869/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, εκτός των άλλων, αναγνωρίστηκε η εγκυρότητα της καταγγελίας των από 1-1-2003 τεσσάρων συμβάσεων μίσθωσης, λόγω σπουδαίου λόγου και υποχρεώθηκαν οι εκμισθώτριες να αποδώσουν τις εγγυητικές επιστολές. Από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασμένο ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας και τη λύση των μισθωτικών συμβάσεων, που δεσμεύει τη μισθώτρια και τις εκμισθώτριες. Πριν την άσκηση της ως άνω αγωγής, η ενάγουσα, με την από 8-10-2007 (αριθμός κατάθεσης 12246/10-10-2007) αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της Τράπεζας Κύπρου, της εναγομένης και των εκμισθωτριών εταιριών, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να απαγορευθεί στην μεν Τράπεζα Κύπρου να προβεί στην πληρωμή των εγγυητικών επιστολών, στις δε λοιπές των καθ' ων να απαγορευθεί η είσπραξη αυτών και συγχρόνως υπέβαλε και αίτημα προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό και απαγορεύτηκε προσωρινά, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, η πληρωμή και η είσπραξη των εγγυητικών επιστολών. Επί της πιο πάνω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμό 10897/18-12-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι η αιτούσα δεν δικαιούται να παρακωλύσει με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων την πληρωμή των εγγυητικών επιστολών, ενόψει και του ότι η Τράπεζα Κύπρου υπόσχεται να καταβάλει τα σχετικά ποσά ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα, παραιτούμενη από το δικαίωμα διαίρεσης και δίζησης, με την πρώτη έγγραφη αίτηση των δικαιούχων, και με επάλληλη αιτιολογία ότι η αίτηση προσκρούσει στη διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως κατατείνουσα στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος της αιτούσας. Πριν την έκδοση της απόφασης αυτής, ενόψει του ότι η ισχύς των επίμαχων εγγυητικών επιστολών είχε παραταθεί μέχρι την 31-12-2007, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη (εκδοχέας) υπέβαλε προς την Τράπεζα Κύπρου το από 31-12-2007 αίτημα περί κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών, λόγω μη καλής εκτέλεσης από τη μισθώτρια των όρων των από 1-1-2003 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, ζητώντας την πληρωμή αυτών μετά την έκδοση απόφασης επί της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και εφόσον επιτραπεί η αιτούμενη πληρωμή. Ακολούθως, η εναγομένη απέστειλε προς την Τράπεζα Κύπρου την από 23-12-2008 επιστολή της, επισυνάπτοντας αντίγραφο του από 31-12-2007 αιτήματος της για την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών και απόσπασμα της πιο πάνω υπ' αριθμό 10897/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενη το ως άνω από 31-12-2007 αίτημά της για την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, ζήτησε την πληρωμή των ποσών των εγγυήσεων (ήτοι 1.173.262,09 € + 326.235,85 € + 326.235,85 € = 1.825.733,79 €). Επακολούθησε αίτηση της ενάγουσας προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφόμενη κατά της Τράπεζας Κύπρου και της εναγομένης, περί ανάκλησης της εν λόγω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, ώστε να απαγορευθεί η πληρωμή των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών, η συζήτηση του οποίου προσδιορίσθηκε για την 30-12-2008 ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε. Μετά ταύτα η Τράπεζα Κύπρου προέβη στις 31-12-2008 στην πληρωμή των εγγυητικών επιστολών συνολικού ποσού 1.825.733,79 €, τα δε ποσά των εγγυητικών επιστολών, που εισέπραξε η εναγομένη, όπως είχε δικαίωμα βάσει του 5ου όρου των μεταξύ αυτής και των εκμισθωτριών συμβάσεων σύστασης ενεχύρου και εκχώρησης, τα συμψήφισε με αντίστοιχο χρέος των εκμισθωτριών έναντι αυτής από τις μεταξύ τους συμβάσεις πίστωσης. Με βάση τα παραπάνω, η εναγομένη, ως εκδοχέας, κατά το γράμμα των εγγυητικών επιστολών, είχε δικαίωμα να ζητήσει την κατάπτωσή τους για μη καλή εκτέλεση των όρων των μισθωτηρίων, περίπτωση στην οποία η εκδότρια Τράπεζα όφειλε, χωρίς αντίρρηση και απροφάσιστα, να καταβάλει τα ποσά των εγγυήσεων. Η εναγομένη ζήτησε την κατάπτωσή τους, διότι μετά την 4-10-2007, που η ενάγουσα μισθώτρια κατήγγειλε τις μισθωτικές συμβάσεις, έπαψε να καταβάλλει μισθώματα. Βέβαια η καταγγελία κρίθηκε έγκυρη και συνεπώς από την πλευρά της μισθώτριας δεν παραβιάστηκαν οι μισθωτικές συμβάσεις. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν προέκυψε ότι η εναγομένη προέβη στην είσπραξη των εγγυητικών επιστολών δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, καθόσον αυτή, την τελευταία ημέρα της λήξης της ισχύος αυτών (31-12-2007), ζήτησε από την εκδότρια Τράπεζα Κύπρου την κατάπτωσή τους και την πληρωμή αυτών, μόλις εκδοθεί η αναμενόμενη επί της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων απόφαση και αφού επιτραπεί η αιτούμενη πληρωμή. Μετά δε την απόρριψη αυτής (αίτησης), αλλά και την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση προσωρινής διαταγής, που υπεβλήθη με την αίτηση ανάκλησης της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, επανήλθε και εισέπραξε τα ποσά των εγγυήσεων - εγγυητικών επιστολών. Το γεγονός ότι εκκρεμούσε η από 12-11-2007 αγωγή της μισθώτριας κατά των εκμισθωτριών, που συζητήθηκε στις 17-10-2008, με την οποία η τελευταία ζήτησε να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της καταγγελίας, την ύπαρξη της οποίας και των περιεχομένων σε αυτή ισχυρισμών, ότι δηλαδή οι εκμισθώτριες δεν είχαν εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εντεύθεν δεν συνέτρεχε περίπτωση κατάπτωσης, έλαβε γνώση η εναγομένη με την απευθυνόμενη προς αυτή από 29-12-2008 αίτηση ανάκλησης της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και δεν ανέμενε την έκδοση απόφασης επ' αυτής, δεν καταδεικνύει δόλια και καταχρηστική συμπεριφορά αυτής, αφού η ισχύς των εγγυητικών επιστολών είχε παραταθεί μέχρι την 31-12-2007 και επικείμενης της λήξης τους, η εναγομένη υπέβαλε προς την εκδότρια Τράπεζα το από 31-12-2007 αίτημα κατάπτωσης και ενόψει του ότι είχε απαγορευθεί με προσωρινή διαταγή η είσπραξή τους, ζήτησε την πληρωμή (αντιγραφή κατά λέξη) "μόλις εκδοθεί η αναμενόμενη επί της άνω αίτησης απόφαση, επιτρέπουσα την ζητούμενη από εμάς πληρωμή", μετά δε την έκδοση της απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (18-12-2008), επανήλθε με το από 23-12-2008 αίτημά της, σε συνέχεια του προηγουμένου, ζητώντας την πληρωμή αυτών, αφού πλέον είχε παρέλθει ο χρόνος λήξης της ισχύος αυτών και δεν είχε πλέον δικαίωμα να ζητήσει την παράταση ισχύος της εγγύησης, δεδομένου ότι. σύμφωνα με το γράμμα κάθε εγγυητικής επιστολής, η εκδότρια Τράπεζα αποδέχθηκε να παρατείνει την ισχύ της εγγύησης, ύστερα από απλό έγγραφο της εκμισθώτριας (και μετά την εκχώρηση των απαιτήσεων, την έννομη θέση των εκμισθωτριών είχε η εκδοχέας Τράπεζα - εναγομένη), με την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημα θα υποβληθεί πριν από την ημερομηνία λήξης της. Ενόψει αυτών δεν αποδεικνύεται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης και ως εκ τούτου ευθύνη της από αδικοπραξία και συνεπώς η κύρια βάση της αγωγής εκ της αδικοπραξίας και τα συναφή αιτήματά της έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της (εξ αδικοπραξίας) ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε αναγνωριστικά στην ενάγουσα τα εκεί αναφερόμενα ποσά, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο της έφεσης της εναγομένης και τους συναφείς λόγους της έφεσης των προσθέτως παρεμβαινουσών. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει οι ανωτέρω εφέσεις, κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων τους, να γίνουν δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και ερευνηθεί (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κύρια βάση της και τα συναφή αιτήματά της ως αβάσιμη στην ουσία της. Ακολούθως, πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή κατά την μη ερευνηθείσα επικουρική βάση της (ΑΠ 1372/2010, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), η οποία περιέχει όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχεία για να είναι ορισμένη ως αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904, 910, 340, 345, 346 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται περαιτέρω ότι τα ποσά των εγγυητικών επιστολών, που εισέπραξε η εναγομένη από την κατάπτωση αυτών, τα εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία, αφού δεν είχε επέλθει ο κίνδυνος, τον οποίο κάλυπταν οι εγγυήσεις, γιατί η μισθώτρια, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, δεν παραβίασε τις υποχρεώσεις της εκ των μισθωτικών συμβάσεων και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε περίπτωση κατάπτωσης αυτών, καθόσον, όταν υποβλήθηκε το αίτημα κατάπτωσης, δεν υπήρχε αξίωση για ληξιπρόθεσμα μισθώματα, δεδομένου ότι οι συμβάσεις μίσθωσης είχαν λήξει με την από 4-10-2007 καταγγελία τους εκ μέρους της μισθώτριας για σπουδαίο λόγο, και συνεπώς έλλειπε η αιτία της ενοχικής υποχρέωσης από τις εγγυητικές επιστολές, το δε ποσό που εισέπραξε η εναγομένη υπέχει υποχρέωση να το αποδώσει στη μισθώτρια, η οποία ζημιώθηκε από την καταβολή αυτού και τούτο διότι στο πλαίσιο της μεταξύ αυτής και της Τράπεζας Κύπρου σχέσης κάλυψης, η τελευταία δικαιούται να αναζητήσει από αυτή τα καταβληθέντα ποσά των εγγυητικών επιστολών, για δε την εξόφληση αυτών η μισθώτρια έλαβε από την εκδότρια Τράπεζα ισόποσο έντοκο δάνειο. Η εναγομένη εκδοχέας πλούτισε αδικαιολόγητα με την είσπραξη των εγγυήσεων, το δε γεγονός ότι τα εισπραχθέντα ποσά καταλόγισε εν συνεχεία στα χρέη των εκμισθωτριών προς αυτήν από τις πιστώσεις που χορήγησε σε αυτές και προς εξασφάλιση των οποίων έγινε η εκχώρηση των απαιτήσεων από τις εγγυητικές επιστολές, δεν συνιστά νόμιμη αιτία του πλουτισμού, ούτε βεβαίως επέφερε μερική απόσβεση του χρέους, αφού με την είσπραξη και πριν τον καταλογισμό είχε γεννηθεί η υποχρέωσή της προς επιστροφή του πλουτισμού (βλ. και την προσκομιζόμενη από 7-4-2011 γνωμοδότηση του Μ. Σ.). Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει η ένδικη αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.825.733,79 €, με το νόμιμο τόκο από 20-2-2009, καθόσον η ενάγουσα με την από 17-2-2009 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 18-2-2009, όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική με την επίδοσή της επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Χ. Β., όχλησε την τελευταία καλώντας την να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την επίδοσή της. Μετά την παραδοχή της αγωγής ως προς την επικουρική της βάση, πρέπει η πρόσθετη υπέρ της εναγομένης παρέμβαση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, είναι χωρίς αντικείμενο και πρέπει να απορριφθεί η από 30-1-2012 έφεση της ενάγουσας, με την οποία αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση γιατί δεν της επιδίκασε αναγνωριστικά τόκους υπερημερίας επί του κονδυλίου αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των εγγυητικών επιστολών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη των εφαρμοσθεισών από αυτό ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.), τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε και δεδομένου ότι α) ανεξάρτητα από την υποχρέωση του εγγυητή να καταβάλει το ποσό της εγγύησης στον αξιούντα τούτο δανειστή για άμεση απόλαυση υπ' αυτού της οικείας οικονομικής αξίας, η εγγυητική επιστολή δεν ενσωματώνει αυτοτελή και αυθύπαρκτη απαίτηση, αλλά τελεί σε συνάρτηση προς την κύρια απαίτηση, την οποία κατά τον προορισμό της διασφαλίζει (συνιστώσα ουσιαστικώς προείσπραξη αυτής) και την οποία προϋποθέτει (κατά τον χρόνο της είσπραξης) υπαρκτή και ενεργό και β) ότι η αντιδικία μεταξύ ενάγουσας - μισθώτριας και εκμισθωτριών αναφορικά με την παράβαση ουσιώδους όρου των συμβάσεων μίσθωσης εκ μέρους των εκμισθωτριών δεν είναι νομικώς αδιάφορη για την εναγόμενη, διότι αυτή δεν έχει την ιδιότητα της εκδότριας της εγγυητικής επιστολής τραπέζης, αλλά είναι απλή εκδοχέας της απαίτησης, ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι αυτή η ίδια η ύπαρξη της απαίτησης που της εκχωρήθηκε και περαιτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) οι εγγυητικές επιστολές είχαν εκδοθεί για την εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης μισθώτριας καλή εκτέλεση των ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης εκ μέρους της μισθώτριας, β) η ενάγουσα μισθώτρια είχε καταγγείλει με την από 4.10.2007 καταγγελία της, που επιδόθηκε αυθημερόν στις εκμισθώτριες, τις συμβάσεις μίσθωσης για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στο ότι αυτές παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους αναφορικά με την διάθεση των λυμάτων του εκμισθωθέντος ξενοδοχειακού συγκροτήματος, γ) η εν λόγω καταγγελία, η οποία επέφερε έκτοτε (4.10.2007) και για τον προαναφερόμενο λόγο τη λύση των συμβάσεων μίσθωσης, είχε γνωστοποιηθεί στις 5.10.2007, με επιστολή της ενάγουσας, τόσο στην χορηγήσασα τις εγγυητικές επιστολές Τράπεζα Κύπρου, όσο και στην εκδοχέα αυτών εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα Πειραιώς, η οποία τελούσε σε γνώση της προαναφερόμενης αντιδικίας μεταξύ μισθώτριας και εκμισθωτριών, και δ) κατά τον χρόνο που υπεβλήθη το αίτημα κατάπτωσης (31.12.2007) δεν υπήρχε αξίωση των εκμισθωτριών για καταβολή ληξιπροθέσμων μισθωμάτων, αφού η μίσθωση είχε ήδη λήξει με την κατά τα άνω καταγγελία εκ μέρους της μισθώτριας και, συνεπώς, έλλειπε η αιτία της ενοχικής υποχρέωσης από τις εγγυητικές επιστολές, ορθώς κρίθηκε, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, ότι με την είσπραξή τους η εναγόμενη - αναιρεσείουσα Τράπεζα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της ενάγουσας, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει αυτή πλήρη αιτιολογία ως προς την έλλειψη νόμιμης αιτίας όσον αφορά την ύπαρξη αδικαιολογήτου πλουτισμού της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, συνισταμένης προεχόντως στο ότι είχε προηγηθεί του καταλογισμού η εκ μέρους της μισθώτριας - νυν αναιρεσίβλητης καταγγελία των συμβάσεων μίσθωσης για σπουδαίο λόγο, η οποία καταγγελία, ως εκ της φύσης της ως μονομερούς απευθυντέας δήλωσης βούλησης, είχε ήδη επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι τη λύση των συμβάσεων μίσθωσης, οι δε μεταγενεστέρως του καταλογισμού εκδοθείσες μεταξύ μισθώτριας και εκμισθωτών υπ' αριθμ. 447/2009 και 1869/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, με την πρώτη των οποίων αναγνωρίσθηκε η εγκυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων μίσθωσης εκ μέρους της ενάγουσας μισθώτριας και με την δεύτερη των οποίων επικυρώθηκε η κρίση αυτή της πρωτόδικης απόφασης, απλώς επιβεβαίωσαν την ανυπαρξία αιτίας για την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών και τη λύση των συμβάσεων μίσθωσης, η οποία λύση είχε επέλθει με την περιέλευση της καταγγελίας στις εκμισθώτριες. Ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν μετά την καταβολή του ποσού των εγγυητικών επιστολών το φερόμενο ως χρέος της ενάγουσας είχε ανατραπεί αναδρομικώς, ώστε να ελλείπει η νόμιμη αιτία είσπραξής του και τούτο ενόψει των ως άνω αναφερομένων περί της καταγγελίας των συμβάσεων. Ούτε δε και υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα δεσμεύεται από το παραγόμενο από τις προαναφερόμενες αποφάσεις δεδικασμένο για την ανυπαρξία αιτίας κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών, αντιθέτως μάλιστα γίνεται ρητή μνεία σ' αυτήν (προσβαλλόμενη) ότι το κατά τα άνω δεδικασμένο δεσμεύει μόνο την μισθώτρια και τις εκμισθώτριες (βλ. α' σελίδα όγδοου φύλλου, λέξεις "από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασμένο ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας και τη λύση των μισθωτικών συμβάσεων, που δεσμεύει τη μισθώτρια και τις εκμισθώτριες") και, συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να αιτιολογηθεί για το πώς θα μπορούσε να δεσμεύεται η εναγόμενη - αναιρεσείουσα από το δεδικασμένο αυτό. Στη συνέχεια ουδεμία υποχρέωση είχε το Εφετείο να προσδιορίσει ειδικότερα τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς επιστροφή του εισπραχθέντος ποσού των εγγυητικών επιστολών, αρκούντος προς τούτο της γενικής μνείας των στοιχείων αυτών, η οποία γίνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην πρώτη σελίδα του έκτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης, μη υφισταμένης κατά τούτο ανεπάρκειας αιτιολογίας. Ακόμη, το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους της εναγόμενης Τράπεζας, η οποία να δικαιολογεί την αποδοχή της επί της αδικοπραξίας στηριζόμενης κύριας βάσης της αγωγής, δεν ευρίσκεται σε αντίφαση προς την παραδοχή της ύπαρξης υποχρέωσης της εναγόμενης εκ της βάσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον η τελευταία αποτελεί αυτοτελή βάση της αγωγής και οι προϋποθέσεις εκάστης βάσης εξετάζονται αυτοτελώς. Τέλος, ουδεμία υποχρέωση είχε το Εφετείο να δικαιολογήσει το αν ο πλουτισμός της εναγόμενης σωζόταν "...αφού εν πάση περιπτώσει το εισπραχθέν ποσό καταλογίστηκε προς εξόφληση των δανείων των εκμισθωτριών... ώστε από τις 17.2.2009 να ζητείται η επιστροφή του και μάλιστα εντόκως" και τούτο, δηλαδή η ανυπαρξία υποχρέωσης του Εφετείου προς δικαιολόγηση του ζητήματος τούτου, προεχόντως διότι δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού η διατήρησή του εξακολουθητικά από το λήπτη, αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος και πρέπει να προβληθεί και να αποδειχθεί από τον εναγόμενο λήπτη (ΑΠ 791/2012). Τέτοια, όμως, ένσταση δεν επικαλείται η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ότι έχει προβληθεί από αυτήν. Κατά συνέπεια, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο κατά σειρά λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί εκ πλαγίου παραβίασης των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει: α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1630450, 1630451, 1630542, σειρά Α, τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 064659, 064660 και 064661, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., των εξήντα (60) ευρώ έκαστο, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Λ. ΑΕ" (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, όχι δε και των δεύτερης και τρίτης εξ αυτών, οι οποίες, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν έχουν υποβάλει το απαιτούμενο σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2014 και με αριθμό κατάθεσης 131/2014 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 6138/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1630450, 1630451, 1630542, σειρά Α, τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 064659, 064660 και 064661, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., των εξήντα (60) ευρώ έκαστο.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ