2018/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2018 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2018/2010
Legislator headnote
AI generated2018/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2018 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2018/2010
Full text
Απόφαση 2018 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2018/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, περί αναιρέσεως της 5338/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 992/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΟλΑΠ 6/94 και 4/95). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση είναι η επίδοση ως "αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη εισαγγελική αρχή ή και στην αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας, διαμονής ή επαγγελματικής εγκατάστασης θεωρείται ο αναγραφόμενος στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5338/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 51373/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε ερήμην, για παραβίαση απορρήτου τηλεφωνημάτων και συκοφαντική δυσφήμιση σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών, η οποία μετετράπη προς 5 ευρώ ημερησίως. Από την υπ' αριθμ. 2458/2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών αναιρεσείων ζήτησε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Χριστίνας Σπύρου την παραδοχή της εφέσεώς του και την εξαφάνιση της προσβληθείσης με αυτήν αποφάσεως με την εξής αιτιολογία, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως "διότι ουδέποτε έλαβα γνώση τόσο της ημερομηνίας εκδικάσεως της υποθέσεως όσο και της εκδόσεως της καταδικαστικής σε βάρος μου, νυν εκκαλούμενης, αποφάσεως αφού παντελώς εσφαλμένως φέρεται ότι επιδόθηκαν σε εμένα τόσο οι κλήση περί της εκδικάσεως της υποθέσεως όσο και η νυν εφεσιβαλλόμενη απόφαση δια θυροκολλήσεως στην οδό ... στις 3-9-2007 και 14-4-2008, αντίστοιχα, παρά το γεγονός, ότι ήδη από την 11-3-2005 είχα προβεί στην πώληση της οριζόντιας ιδιοκτησίας - κατοικία στον Κ. Δ. στην ανωτέρω διεύθυνση και μέχρι το Φεβρουάριο του 2010 ήμουν κάτοικος … Προβάλλει δηλαδή ο αναιρεσείων στην έφεση του ακυρότητα της επίδοσης ως γνωστής διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους, βεβαίως, δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως γνωστής διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν ανέφερε όμως ο αναιρεσείων στην έφεσή του αν την, επί της οδού ..., κατοικία του, την οποία είχε, κατά τους ισχυρισμούς του κατά το χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, είχε δηλώσει, πριν την επίδοση και ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση. Για την απόρριψη της παραπάνω εφέσεως το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την εξής αιτιολογία: "Αποδείχθηκε ότι η 51373/07 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 10-4-2008, ενώ αυτός άσκησε την έφεσή του εκπρόθεσμα την 3-5-2010. Μολονότι ο κατηγορούμενος είχε μετακομίσει από την οδό ..., όπου του επιδόθηκε η εν λόγω απόφαση ... γνώριζε ή λάμβανε γνώση των επιδόσεων στην ως άνω διεύθυνση, όπως προκύπτει κι η γνώση του για τη συνεδρίαση της 3-4-07 του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Ε., που έλαβε χώρα μετά την επικαλούμενη μετακόμιση του το έτος 2005". Στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 10-4-2008, η οποία προκύπτει από το με την αυτή ημερομηνία σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως (που μνημονεύεται και αναφέρεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν με αριθμό 6, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης), όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 3-5-2010, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Δεν υποχρεούτο δε το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για την εγκυρότητα της επίδοσης ως γνωστής διαμονής ή για την ύπαρξη λόγου ανωτέρας βίας, αφού ο προαναφερόμενος και στην έφεση διαλαμβανόμενος ισχυρισμός του, χωρίς αναφορά ότι η κατά το χρόνο της επιδόσεως κατοικία του είχε δηλωθεί και ήταν γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος και δεν διαλαμβανόταν και επίκληση λόγων ανώτερης βίας (καθόσον η αναφορά και μόνο ότι δεν έλαβε γνώση της επίδοσης δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας), ενώ δεν ήταν αναγκαία και η αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού. Ως εκ περισσού δε εξετάστηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού. Επομένως, με όσα δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Η' λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 227/9-7-2010 αίτηση του Γ. Δ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5338/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ