2018/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2018 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2018/2009
Legislator headnote
AI generated2018/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2018 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2018/2009
Full text
Απόφαση 2018 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2018/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κολοβό.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Βρεφικά Είδη Ανώνυμη εταιρεία" και με τον διακριτικό τίτλο "ΒΑΜΒΟLINA TATIANA (REA-SOFIA Υποκαταστήματα), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Χατζηδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3918/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-2-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 4-5-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του τρίτου και του ένατου λόγων και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 παρ. 1, 544 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., 211, 219 και 238 ΑΚ, ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εξετάζεται δε η ύπαρξή της και αυτεπαγγέλτως, καθόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας. Μια τέτοια έγκριση, που έχει αναδρομική ενέργεια, συνάγεται, ιδίως, από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και την παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, τόσο για την άσκηση της ένδικης έφεσης, λόγω ελλείψεως σχετικής προς τούτο αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, όσο και για την νόμιμη εκπροσώπησή της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον αυτού (Εφετείου), δεχθέν τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός αυτός του εφεσιβλήτου κρίνεται μεν νόμιμος, πλην όμως ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αντίδικός του δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου προσκομίζει το υπ' αριθμ. 6455/12-11-2007 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αργυρώς Νικόλτσου, με το οποίο διόρισε με το υπ' αριθμ. 7-7-1999 πρακτικό του ΔΣ αυτής τον παραστάντα και ασκήσαντα την έφεση πληρεξούσιο δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο για τη δίκη αυτή και του δίνει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να εμφανισθεί κατά την παραπάνω δικάσιμο και να την εκπροσωπήσει υποστηρίζοντας την κρινόμενη έφεση. Συνάμα ο εκπρόσωπος της εναγομένης δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από σήμερα όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των εντολών που του παρείχε ως νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές σαν να έγιναν από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εντολέως του". Η εν λόγω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στηρίζει επαρκώς την απόρριψη του ανωτέρω, προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του επί της εφέσεως, ισχυρισμού και συνεπώς το Εφετείο μη απορρίψαν ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση αποδεικτικού εγγράφου, περιορίζεται στο διαγνωστικό λάθος, δηλαδή στην απόδοση από το δικαστήριο της ουσίας στο έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, δεν περιλαμβάνει δε και την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο εκείνου το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 6455/19-11-2007 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αργυρώς Νικόλτσου, με το να δεχθεί ότι προέκυπτε από το περιεχόμενό του νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της εφέσεως και για την παράστασή της κατά τη συζήτηση αυτής (εφέσεως), ενώ, κατά τον ίδιο (αναιρεσείοντα), η δοθείσα πληρεξουσιότητα αφορούσε μόνον την εντολή κατάθεσης προτάσεων και εγγράφων. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του ως άνω πληρεξουσίου, εκτιθέμενου άλλωστε και στην αίτηση αναιρέσεως, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τούτο, δεχθέν ότι η δοθείσα με αυτό δικαστική πληρεξουσιότητα κάλυπτε πλήρως την νομιμοποίηση του παραστάντος κατά τη συζήτηση της εφέσεως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης και τις προγενεστέρως ενεργηθείσες υπ' αυτού διαδικαστικές πράξεις. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο και, επομένως, απορριπτέο ως απαράδεκτο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ, για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 Α.Κ και μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων. Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου. Επομένως, αγωγή, η οποία δεν προσδιορίζει τον ειδικότερο χρόνο καταρτίσεως επιμέρους αυτοτελών δανειακών συμβάσεων και το μερικότερο ποσό καθεμιάς εξ αυτών, δεν στερείται των αναγκαίων για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχείων, εκτός αν προβάλλεται παραγραφή της σχετικής αξιώσεως, οπότε αποβαίνει κρίσιμος ο χρόνος γενέσεως κάθε μερικότερης εκ δανείου ενοχής. Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορεί, ότι όντας μέτοχος της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, (προελθούσης κατά μετατροπή της συσταθείσης το έτος 1994 εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΡΕΦΙΚΑ ΕΙΔΗ ΕΠΕ") και προκειμένου να υποστηριχθεί η ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας αυτής, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994 έως και 1996 κατέβαλε στο ταμείο αυτής υπό μορφή δανείου, σε εκτέλεση καταρτισθεισών διαδοχικών άτυπων συμβάσεων, το συνολικό ποσό των 146.000.000 δραχμών, η λήψη του οποίου αναγνωρίσθηκε από τους εταίρους της αναιρεσίβλητης, την επιστροφή όμως αυτού αρνείται η τελευταία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά τον μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει, κυρίως μεν εκ της συμβάσεως δανείου και επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 60.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της προς απόδοση του υπολοίπου, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή, ως προς την κύρια εκ της συμβάσεως δανείου βάση της, πληροί τις προϋποθέσεις των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι δηλαδή ορισμένη, αφού τα παρατιθέμενα ως άνω στοιχεία αρκούν για τη θεμελίωση της εκ δανείου ενοχής, χωρίς να είναι αναγκαίος για την πληρότητά της ο ειδικότερος προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο καταρτίσθηκαν οι επιμέρους συμβάσεις και του ποσού εκάστης εξ αυτών, στοιχεία δυνάμενα να προκύψουν από τις αποδείξεις. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, λόγω ελλείψεως αναφοράς των ανωτέρω στοιχείων, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και, συνεπώς, ο τρίτος λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 88/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ