2017/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάλλιο. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καραουλάνη, η οποία διόρθωσε στο ακροατήριο το όνομα της αναιρεσιβλήτου στο ορθό Ε.
Legislator headnote
AI generated2017/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2017 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2017/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α.
Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάλλιο. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καραουλάνη, η οποία διόρθωσε στο ακροατήριο το όνομα της αναιρεσιβλήτου στο ορθό Ε.
Κ. του Α. από το εσφαλμένο Ε. Κ. του Α.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4879/2021 μη οριστική και 1552/2023 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 4879/2021 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της 1552/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2023 αίτησή του.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την κρινόμενη από 11-7-2023 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 5846/2023 ΕΑΚ 595/2023, αριθ.δικ. 1557/2023) προσβάλλονται οι κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσες, αντιμωλία των διαδίκων της αναίρεσης με αριθ. 4879/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και η με αριθμ. 1552/2023 απόφαση τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση υπό την έννοια του καθορισμού των στοιχείων τα οποία συνθέτουν την περιουσία αυτή, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη (ΑΠ 1526/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 528/2015).
Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος (ΑΠ 312/2023, Α.Π. 804/2020). Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου ( ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015).
Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, λαμβάνεται δε υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 406/2003).Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ` αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 217/2016).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 20-7-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίζεται ότι με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις ...-1990, στην Κηφισιά Αττικής, από τον οποίον απέκτησαν δύο τέκνα.
Ότι από τον Σεπτέμβριο 2004, ήτοι επί χρονικό διάστημα τριών και πλέον ετών, ήταν σε διάσταση με τον εναγόμενο στην συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμόν 599/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις ...-2015, λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος. Ότι πριν την τέλεση του γάμου τους, ο εναγόμενος είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1983 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ.
Κ. - Π., το οποίο είχε νομίμως μεταγράψει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος στον τόμο 154 με αύξοντα αριθμό 681 το υπ' αριθμόν 6 (έξι) τμήμα οικοπέδου, το οποίο αποτελεί αυτοτελή, διηρημένη και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, κείμενο στον Διόνυσο Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και στη συμβολή των οδών ..., εκτάσεως 800 τ.μ.
και αξίας κατά τον χρόνο αγοράς 3.200.000 δραχμών και κατά το ισόποσο, σήμερα, των 9.391,00 ευρώ. Ότι, επί του ανωτέρω οικοπέδου, μετά τον γάμο τους και κατά την διάρκεια αυτού, περί το έτος 1996, ο εναγόμενος ανήγειρε μονοκατοικία αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο όροφο και σοφίτα καθώς και λοιπούς βοηθητικούς χώρους.
Ότι κατά τον χρόνο της διαστάσεώς τους με τον εναγόμενο, τον Σεπτέμβριο 2004, η αξία της κατοικίας αυτής ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 783.609,00 ευρώ (793.000,00 ευρώ - 9.391,00 ευρώ), ότι η τελική περιουσία του εναγομένου, κατά την ...-2015, κατά την οποία και επήλθε η αμετάκλητη λύση του γάμου τους, ανερχόταν στο ποσό των 1.003.440,00 ευρώ, ήτοι ήταν κατά 994.049,00 ευρώ (1.003.440 ευρώ - 9.391,00 ευρώ) αυξημένη σε σχέση με την προ του γάμου τους αξία της.
Ότι, η επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου, οφείλεται κατ' ελάχιστον και στην, κατά νόμω 1/3 τεκμαρτή συμβολή της ήτοι στο ποσό των 331.349,60 ευρώ (994.049,00 ευρώ χ 1/3) και την απαίτησή της αυτή η ίδια εξασφάλισε εγγράφοντας στις 28-09-2006 στον τόμο 142 και στο φύλλο 21 των βιβλίων υποθηκών και κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος υποθήκη για το ποσό των 40.000,00 ευρώ, με επιφύλαξη μέχρι του ως άνω ποσού των 330.000,00 ευρώ επί του ανωτέρω οικοπέδου μετά της επ' αυτού και κατά την διάρκεια του γάμου τους ανεγερθείσης και αναλυτικώς περιγραφόμενη στην αγωγή οικοδομής.
Ότι η ίδια συνέβαλε οικονομικά, αλλά και με την προσωπική της εργασία, λόγω της ιδιότητά της ως έμπειρης αρχιτέκτονος εσωτερικών χώρων, στην ανοικοδόμηση της επίδικης οικοδομής, επί του ανωτέρω οικοπέδου, ιδιοκτησίας του εναγόμενου. Ότι, ο εναγόμενος, δυνάμει της υπ' αριθμόν ...-2010 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α.
Κ. - Κ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος στον τόμο 278 και με αριθμό 155, μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στην θυγατέρα του από τον πρώτο γάμο του, Ε. Σ., αξίας 700.201,78 ευρώ, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε κατόπιν ελέγχου στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο στις 21/11/2011. Ότι η μεταβίβαση αυτή του εναγομένου έγινε προς βλάβη των συμφερόντων της καθόσον δεν υπάρχει άλλη εμφανής περιουσία του για να ικανοποιηθεί η ως άνω απαίτησή της έλαβε δε χώρα καθόν χρόνον διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις για την λύση της μεταξύ τους διαφοράς και ενώ στις 25/9/2006 είχε εγγράφει υποθήκη στο άνω ακίνητο για ποσόν 40.000 ευρώ και κατ' άρθρο 1262 παρ. 4 ΑΚ και προς τούτο η ενάγουσα αναιρεσίβλητη έχει ασκήσει την υπ'αριθμ. 1121/2012 αγωγή της με αίτημα την διάρρηξη ως καταδολιευτικής της εν λόγω δικαιοπραξίας.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα στις ...-2015 οπότε και γεννήθηκε η ένδικη αξίωσή της και μετά από αυτά ζητά να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 331.349,60 ευρώ και να αναγνωρισθεί, όπως το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το παραπάνω ποσό των 331.349,60 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5415/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη για το λόγο ότι το ένδικο ακίνητο δεν αποτελεί στοιχείο της τελικής περιουσίας του εναγομένου αφού δεν διατηρείται κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 20/8/2020 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4879/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία η ως άνω έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από αρχιτέκτονα μηχανικό για να γνωμοδοτήσει για την αξία του ως άνω ένδικου ακινήτου.
Μετά την διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης ,μετά από κλήση της καλούσας εναγομένης (αναιρεσίβλητης) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1552/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 210.600 ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ 4879/2021 μη οριστική απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω κατά δε τα εκτιθέμενα στην αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη, καθόσον η αξίωση της ενάγουσας γεννάται από τη στιγμή που συμπληρώθηκε τριετία στη διάσταση των συζύγων - αφού ο νόμος μεταθέτει έως την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης την ίδια τη γέννηση του δικαιώματος - η οποία στην προκειμένη περίπτωση συμπληρώθηκε το έτος 2007 και πριν την μεταβίβαση, του προπεριγραφόμενου ακινήτου του εναγομένου από τον τελευταίο στην θυγατέρα του από τον πρώτο γάμο του, Ε.
Σ., δυνάμει της υπ' αριθμόν ...-2010 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Κ. - Κ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος στον τόμο 278 και με αριθμό 155, και δεν υπάρχει άλλη εμφανής περιουσία του ιδίου για να ικανοποιηθεί η ως άνω απαίτησή της και συνεπώς από την επέλευση του άνω χρονικού σημείου υπάρχει δικαίωμα της ίδιας συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγόμενου συζύγου της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε απαράδεκτη την αγωγή ως μη νόμιμη με την ως άνω αιτιολογία εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι αυτό κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση και να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσία της η ένδικη αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμα σημεία της υπό κρίση υπόθεσης που αφορά την περιουσία που κατείχε ο εφεσίβλητος - εναγόμενος κατά την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, είναι η πραγματική αξία του άνω αναφερόμενου ακινήτου, το οποίο αποτελεί βασικό αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής αλλά και η αξία του οικοπέδου και επί του οποίου ανήγειρε την προπεριγραφόμενη οικοδομή, που είχε στην κυριότητα του ο εφεσίβλητος - εναγόμενος προ του γάμου του τόσον κατά τον χρόνο του αμετακλήτου όσον και κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής και επί του οποίου ανήγειρε την προπεριγραφόμενη οικοδομή, αξίες οι οποίες δεν αποδεικνύονται με σαφήνεια από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα εκτιμά την αξία του οικοπέδου κείμενου στον Διόνυσο Αττικής, στη συμβολή των οδών ..., εκτάσεως 800 τ.μ. που είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ο εφεσίβλητος προ του γάμου κατά τον χρόνο αγοράς 3.200.000 δραχμών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσόν των 9.391,00 ευρώ.
Η ίδια στην συνέχεια εκτιμά την αξία της ανεγερθείσης μονοκατοικίας αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο όροφο και σοφίτα καθώς και λοιπούς βοηθητικούς χώρους σε σχέση με την προ του γάμου τους αξία της κατά τον χρόνο έναρξης της διαστάσεώς τους με τον τελευταίο τον Σεπτέμβριο 2004, στο ποσό των 783.609,00 ευρώ (793.000,00 ευρώ - 9.391,00 ευρώ), και κατά τον χρόνο που επήλθε η αμετάκλητη λύση του γάμου τους, στο ποσό των 1.003.440,00 ευρώ, ήτοι ήταν κατά 994.049,00 ευρώ (1.003.440 ευρώ - 9.391,00 ευρώ).
Αντιθέτως το άνω οικόπεδο εκτιμάται από τον εφεσίβλητο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσόν των 250.000 ευρώ και η συνολική αξία του ακινήτου με το κτίσμα στο ποσόν των 600.000 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση για τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, που θεμελιώνουν βασικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης , από ένα εξιδικευμένο αρχιτέκτονα μηχανικό..." Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1552/2023 τελεσίδικη απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η ενάγουσα τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο θρησκευτικό γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις ...-1990, στην Κηφισιά Αττικής, από τον οποίον απέκτησαν δύο τέκνα.
Από τον Σεπτέμβριο 2004, ήτοι επί χρονικό διάστημα τριών και πλέον ετών, ήταν σε διάσταση με τον εναγόμενο και περαιτέρω δυνάμει της υπ' αριθμόν 599/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις ...-2015, λύθηκε ο γάμος της με τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος κατά τον χρόνο πριν της τέλεσης του γάμου τους, είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1983 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ.
Κ. - Π., το οποίο είχε νομίμως μεταγράψει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος στον Τόμο 154 με αύξοντα αριθμό 681 το υπ' αριθμόν 6 (έξι) τμήμα οικοπέδου, το οποίο αποτελεί αυτοτελή, διηρημένη και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, κείμενο στον Διόνυσο Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και στη συμβολή των οδών ..., εκτάσεως 800 τ.μ.
και αξίας κατά τον χρόνο αγοράς 3.200.000 δραχμών και κατά το ισόποσο, σήμερα, των 9.391,00 ευρώ. Επί του ανωτέρω οικοπέδου, μετά το γάμο τους και κατά την διάρκεια αυτού, περί το έτος 1996, ο εναγόμενος ανήγειρε μονοκατοικία αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο όροφο, και σοφίτα καθώς και λοιπούς βοηθητικούς χώρους. Η αξία του ακινήτου αυτού, τόσο κατά την ...-2015, κατά την οποία και επήλθε η αμετάκλητη λύση του γάμου τους, όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής την 20/7/2016, σύμφωνα με τον διορισθέντα πραγματογνώμονα με την μη οριστική απόφαση 4879/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Ν.
Α. με την κατατεθείσα με αριθ. ...-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του στο Εφετείο, υπολογίζει την αξία του οικοπέδου στο Διόνυσο στο ποσό των 287.000 ευρώ και την αξία του κτίσματος στο ποσό των 632.000 ευρώ. Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας αποδείχθηκε ότι, η επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγόμενου, οφείλεται κατ' ελάχιστον και στην, κατά νόμο, 1/3 τεκμαρτή συμβολή της ενάγουσας, ήτοι στο ποσό των 210.600 ευρώ (632.000 ευρώ X 1/3).
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι την απαίτησή της αυτή η ενάγουσα την εξασφάλισε εγγράφοντας στις 28-09-2006 στον τόμο 142 και στο φύλλο 21 των βιβλίων υποθηκών και κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος υποθήκη για το ποσό των 40.000,00 ευρώ, με επιφύλαξη μέχρι του ως άνω ποσού των 330.000,00 ευρώ επί του ανωτέρω οικοπέδου μετά της επ' αυτού και κατά την διάρκεια του γάμου τους ανεγερθείσης και αναλυτικώς περιγραφόμενη στην αγωγή οικοδομής.
Στο άνω ποσό συνέβαλε η ίδια η ενάγουσα οικονομικά, αλλά και με την προσωπική της εργασία, λόγω της ιδιότητάς της ως έμπειρης αρχιτέκτονα εσωτερικών χώρων, στην ανοικοδόμηση της επίδικης οικοδομής, επί του ανωτέρω οικοπέδου, ιδιοκτησίας του εναγόμενου. Πράγματι η ενάγουσα είναι αρχιτέκτονας με σπουδές στο Λονδίνο αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων.
Μετά το γάμο της με τον εναγόμενο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα αναλαμβάνοντας έργα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και κυρίως την αρχιτεκτονική και διακόσμηση εσωτερικών χώρων και τη μελέτη επίπλωσης πολυτελών κατοικιών. Το 2011 ο οργανισμός International Property Awards σε συνεργασία με την τηλεόραση Bloomdergp της απένειμαν το βραβείο BEST RESIDENTIAL PROPERTY INTERIOR AWARD και τα έργα της δημοσιεύονται συχνά σε διεθνή περιοδικά εσωτερικής αρχιτεκτονικής.
Η ενάγουσα από το γάμο της με τον εναγόμενο το 1990 μέχρι την εγκατάστασή στην κατοικία τους στο Διόνυσο έμεινε σε διαμέρισμα στη Κηφισιά επί της οδού ..., συμμετέχοντας στην καταβολή του ενοικίου της κατοικίας της οποίας το μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 850 ευρώ. Περαιτέρω με τα εισοδήματά της από την εργασία της συνεισέφερε στην οικογένειά της με την καταβολή τουλάχιστον μέρος των διδάκτρων των σχολείων και των εξωσχολικών δραστηριοτήτων και επιπλέον φρόντιζε τα ανήλικα τέκνα της με τη προσωπική της φροντίδα και την περιποίηση αυτών και του εναγομένου.
Περαιτέρω όλα τα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο από το έτος 1990 μέχρι το χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους Σεπτέμβριο του 2004, η ενάγουσα στήριζε το σύζυγό της, ο οποίος επαγγέλεται Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής και επιτυχώς τον υποστήριζε στη άσκηση, ανάπτυξη και διερεύνηση των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, διατηρώντας άριστες σχέσεις με τους πελάτες του, πολύ συχνά καλούσαν αυτούς στη κατοικία τους έχοντας η ίδια προσωπικά επιμεληθεί προς τούτο.
Περαιτέρω η ίδια η ενάγουσα φρόντιζε τα ανήλικα τέκνα τους ώστε ο σύζυγός της να εργάζεται απερίσπαστα στην άνω εργασία του. Η συμβολή της αυτή μπορεί να μη συνίσταται στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), αλλά σε παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως αυτές τις οποίες παρείχε η ενάγουσα στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων της και κατά τούτο ο εναγόμενος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και, έτσι, εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Όλα δε τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις σαφείς μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, που και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου οι οποίες καταθέσεις κρίνονται αντιφατικές καθόσον σε διαφορετικά χρονικά σημεία ήτοι σε δίκες περί διατροφής για τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων καταθέτουν για την οικονομική ευρωστία της ενάγουσας ενώ στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους για το παρόν Δικαστήριο αναφέρουν ότι τα εισοδήματα της ενάγουσας υπολειπόταν κατά πολύ από τα εισοδήματα του εναγομένου.
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η αξία του ακινήτου αυτού κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες ήτοι της αμετακλήτου λύσεως του γάμου και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται για το τμήμα του οικοπέδου στο ποσό των 287.000 ευρώ και το οικόπεδο αυτό ο εναγόμενος το είχε αποκτήσει πριν το γάμο του με την ενάγουσα η δε αξία της διώροφης κατοικίας στο ποσό των 632.000 ευρώ.
Κατά τη κρίση του άνω πραγματογνώμονα και σύμφωνα με τους πίνακες Δεικτών Κατοικιών της Τράπεζας της Ελλάδος η αγοραία αξία των δυο ακινήτων είναι παρόμοια και στις δύο κρίσιμες κρίσιμες ημερομηνίες εκτίμησης ήτοι κατά το χρόνο άσκησης αμετάκλητης λύσης του γάμου τους 12.12.2015 και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της ενάγουσας την 20/7/2016.
Κατόπιν των παραπάνω η καταγόμενη με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας, αξίωση, η οποία κρίθηκε ήδη νόμιμη με την υπ' αριθμ. 4879/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθόσον η αξίωση αυτή γεννήθηκε από τη στιγμή που συμπληρώθηκε τριετία στη διάσταση των συζύγων, αφού ο νόμος μεταθέτει έως την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης την ίδια τη γέννηση του δικαιώματος.
Στη προκειμένη δε περίπτωση η γέννηση του δικαιώματος της ενάγουσας στη συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου γεννήθηκε κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασής τους με τον εναγόμενο ήτοι κατά τον Σεπτέμβριο του 2007 και πριν τη μεταβίβαση του αποκτήματος αυτού εκ μέρους του εναγομένου στη θυγατέρα του από το πρώτο γάμο δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2010 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α.
Κ. Κ. , που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή της ενάγουσας είναι μη νόμιμη διότι το ακίνητο αυτό δεν διατηρούταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους στην περιουσία του εναγομένου λόγω της μεταβίβασης του ακινήτου αυτού στη θυγατέρα του από το πρώτο γάμο έσφαλε και τούτο έχει ήδη κριθεί και τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 4879/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία εξαφανίστηκε ως προς τούτο η υπ' αριθμ. 5415/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Συνεπώς και σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη , και με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμμετοχή στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου από την ενάγουσα στα αποκτήματά του ανέρχεται στο ποσοστό του 1/3 και συνεπώς η αγωγή συνεπώς η αγωγή της ενάγουσας πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, καθόσον δεν αποδείχθηκε από τον εναγόμενο ότι δεν υπήρξε μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του και η ένσταση μικρότερης ή μηδενικής συμβολής του στα αποκτήματά του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Συγκεκριμένα η επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου, ανέρχεται κατ' ελάχιστον και στην, κατά νόμο, 1/3 τεκμαρτή συμβολή της ενάγουσας, ήτοι στο ποσό των 210.600 ευρώ (632.000 ευρώ X 1/3). Σημειώνεται ότι, ενόψει της μη προβολής ισχυρισμού εκ μέρους του εναγομένου περί ανατροπής του εκ της διάταξης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ νόμιμου τεκμηρίου περί συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά ποσοστό 1/3, δεν ερευνώνται, εν προκειμένω, τα εισοδήματα κατά θετικό και αρνητικό τρόπο, που αποκόμισαν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, οι οικογενειακές τους ανάγκες και η συνεισφορά εκάστου διαδίκου στον κοινό οικογενειακό οίκο και κατά πόσο αυτή υπερβαίνει το επιβαλλόμενο, από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, μέτρο, αφού για το ποσοστό αυτό η ενάγουσα απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης (ΑΠ 1487/2000 ΕλλΔνη 42.679) και αρκεί μόνο η απόδειξη της επαύξησης της περιουσίας του αντιδίκου της (ΑΠ 1099/2008 ΝΟΒ 40.871, ΕφΑΘ 2414/2008 ΕλλΔνη 40.191, ΕφΑΘ 7474/2005 ΕλλΔνη 37.848).
Κατόπιν των παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και τα υποστηριζόμενα από τους λόγους έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνουν δεκτά ως βάσιμα κατ' ουσία. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της εκκαλούσας ενάγουσας και δικαστεί αφού δικαστεί κατ' ουσία η από 20/7/2016 και με αριθμό κατάθεσης 48510/3749/2016 αγωγή της ενάγουσας, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα το 1/3 της αξίας της επαύξησης της περιουσίας του ήτοι το ποσό των [632.000 X 1/3=] 210.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση...".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με τις ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 1400 παρ.1 αφού σύμφωνα με την αγωγή ο γάμος μεταξύ των διαδίκων έχει λυθεί αμετάκλητα στις 12.12.2015 και επομένως κρίσιμος χρόνος σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας του εναγόμενου αναιρεσείοντα, υπό την έννοια του καθορισμού των στοιχείων τα οποία συνθέτουν την περιουσία αυτή είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη κατά την οποία απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση όπως εκτίθεται στην αγωγή το ως άνω ένδικο ακίνητο έχει μεταβιβαστεί εκ μέρους του εναγομένου στη θυγατέρα του από το πρώτο γάμο δυνάμει της υπ' αριθμ ...-2010 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Κ. Κ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα και επομένως δεν σώζεται κατά το κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (12.12.2015) και δεν περιλαμβάνεται έτσι στην τελική περιουσία του εναγόμενου αναιρεσείοντος.
Έσφαλε συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με τις ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις του το οποίο, δεχόμενο τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) και εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη με αριθμό 5415/2020 οριστική , κράτησε την υπόθεση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 210.600 ευρώ ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη.
Με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως βάσιμος κατ'ουσίαν. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των προβαλλόμενων από τον αναιρεσείοντα λοιπών λόγων αναίρεσης γιατί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Λόγω δε του ότι γίνεται δεκτή η αναίρεση, πρέπει να διαταχθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, όπως όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά την αγωγή ως μη νόμιμη, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 582/2024, ΑΠ 233/2023, ΑΠ 148/2022, ΑΠ 407/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι` αυτό πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο.
Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν η ασκηθείσα από την εναγόμενη εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη από 20 /8/2020 έφεσή της κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής της ως μη νόμιμης, και να απορριφθεί η έφεση, δεδομένου ότι η αγωγή της ενάγουσας ήταν μη νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα, και ορθώς απορρίφθηκε για το λόγο αυτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του Ν. 4871/1921).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑναιρεί την με αριθ. 4879/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την με αριθμ. 1552/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.Απορρίπτει την από 20/8/2020 (με αριθμό εκθ.
καταθ. ΓΑΚ 59865 ΕΑΚ 4814/2020) έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 5415/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας καθώς και της προκείμενης δίκης.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2025.Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ