2017/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2017/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "1. Στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. 2. Εξαιρούνται από τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων οι αλλοδαποί που έχουν ετεροδικία, εκτός αν πρόκειται για τις διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 29".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2017 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2017/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πρεσβείας της Ιαπωνίας, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη - Ευαγγελία Παπαδημητροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Τσιάντη, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2018 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-6-2018 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Χαλανδρίου", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων ανταίτηση ορισμένων εκ των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 5262/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 02-09-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6270/753/03-09-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5262/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001- Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ) [ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, και δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής]. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "1. Στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. 2. Εξαιρούνται από τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων οι αλλοδαποί που έχουν ετεροδικία, εκτός αν πρόκειται για τις διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 29".
Κατά τη διάταξη 29 παρ. 1 του ΚΠολΔ "1. Διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε ακίνητα, τη νομή ή την κατοχή τους, διαίρεση κοινού, κανονισμό ορίων, απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε διακατόχου, αποζημίωση για αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και διαφορές από μίσθωση ακινήτου ή δικαιώματος που συνδέεται με την εκμετάλλευσή του ή από επίμορτη αγροληψία, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο".
Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραπέμπει σιωπηρά στο Δημόσιο Διεθνές δίκαιο, το οποίο μόνο αρνητικά καθορίζει την έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των επί μέρους Πολιτειών, εξαιρώντας από αυτήν ορισμένα πρόσωπα στα οποία απονέμει το προνόμιο της ετεροδικίας, δηλαδή το προνόμιο της απαλλαγής από τη δικαιοδοσία της αλλοδαπής Πολιτείας.
Πιο συγκεκριμένα, τα πρόσωπα, τα οποία έχουν το προνόμιο της ετεροδικίας, καθορίζονται από τη διεθνή σύμβαση της Βιέννης της 18/04/1961, όσον αφορά τις διπλωματικές σχέσεις, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.δ. 503/1970, "περί κυρώσεως της υπογραφείσης εν Βιέννη την 18-4-1961 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ συμβάσεως περί των διπλωματικών σχέσεων".
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω ν.δ. 503/1970 "1. Οι χώροι της αποστολής είναι απαραβίαστοι. Δεν επιτρέπεται εις τους υπαλλήλους του παρ` ω η διαπίστευσις Κράτους να εισέρχωνται εντός αυτών ειμή τη συγκαταθέσει του αρχηγού της αποστολής. 2. Το παρ`ω η διαπίστευσις Κράτος έχει την ειδικήν υποχρέωσιν να λαμβάνη πάντα τα προσήκοντα μέτρα, ίνα εμποδίση, όπως οι χώροι της αποστολής καταληφθώσιν ή υποστώσι ζημίας, όπως η ειρήνη της αποστολής διαταραχθή ή η αξιοπρέπειά της υποστή μείωσιν. 3.
Οι χώροι της αποστολής, η επίπλωσίς των και τα λοιπά εις τούτους ευρισκόμενα είδη, ως και τα μεταφορικά μέσα της αποστολής, δεν δύνανται να καταστώσιν αντικείμενον ερεύνης, επιτάξεως, κατασχέσεως ή εκτελεστικού μέτρου", ενώ κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νομοθετικού διατάγματος "1. Ο διπλωματικός πράκτωρ απολαύει της ποινικής ετεροδικίας εις το παρ` ω η διαπίστευσις Κράτος.
Απολαύει ωσαύτως της αστικής και διοικητικής ετεροδικίας, πλην εάν πρόκειται: α) περί εμπραγμάτου αγωγής αφορώσης ιδιωτικόν ακίνητον κείμενον επί του εδάφους του παρ` ω η διαπίστευσις Κράτους, εκτός εάν ο διπλωματικός πράκτωρ κατέχη τούτο δια λογαριασμόν του διαπιστεύοντος Κράτους δια τους σκοπούς της αποστολής, β) περί αγωγής αφορώσης κληρονομίαν, εις την οποίαν ο διπλωματικός πράκτωρ εμφανίζεται ως εκτελεστής διαθήκης, διαχειριστής, κληρονόμος ή κληροδόχος ιδίω τίτλω και ουχί εν ονόματι του διαπιστεύοντος Κράτους, γ) περί αγωγής αφορώσης οιανδήποτε επαγγελματικήν ή εμπορικήν δραστηριότητα, ασκουμένην υπό του διπλωματικού πράκτορος εις το παρ` ω η διαπίστευσις Κράτος εκτός των επισήμων καθηκόντων του".
Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της ανωτέρω σύμβασης, τα προνόμια και οι ασυλίες, που παρέχονται στα πρόσωπα της διπλωματικής υπηρεσίας των κρατών, έχουν ως σκοπό όχι να ευνοήσουν ή να ωφελήσουν τα άτομα, αλλά να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων τους, με την ιδιότητα αυτών ως εκπροσώπων των κρατών τους.
Εξάλλου, κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου και κατά συνέπεια γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του δημόσιου διεθνούς δικαίου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ, αποτελεί και η ετεροδικία ή κυριαρχική ασυλία των αλλοδαπών κρατών, δηλαδή η μη υπαγωγή τους στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του forum.
Υπό τη σύγχρονη εκδοχή του ο θεσμός αποτελεί συνέπεια της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και ισότητας μεταξύ των κρατών, αποσκοπεί δε στην αποφυγή διαταραχής των διεθνών σχέσεων. Η απαλλαγή όμως αυτή δεν είναι απόλυτη και πιο συγκεκριμένα η ετεροδικία των αλλοδαπών κρατών δεν καλύπτει όλες τις σχέσεις τους, αλλά εκτείνεται μόνο επί σχέσεων του δημοσίου δικαίου, δηλαδή επί εκείνων, οι οποίες συνδέονται με την ενάσκηση πολιτειακής δημόσιας εξουσίας (ίmperίυm) εκ μέρους των αλλοδαπών δημοσίων, ενώ δεν ισχύει επί των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτά ενεργούν ως Fiscus.
To εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για πράξη άσκησης πολιτειακής εξουσίας (iure imperii) που εκφράζει την κυριαρχία του κράτους, ή για πράξη που αναφέρεται σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (iure gestionis) κρίνεται από τα Ελληνικά δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της σχετικής διαφοράς σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο ( Ολ.
ΑΠ 11/2000, ΑΠ 1074/2021, ΑΠ 1398/1986). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 1 του ν. 5269/1931, οι εκτάσεις που πρόκειται να καταληφθούν από τους κοινόχρηστους χώρους του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, αποζημιώνονται από το Δήμο ή την Κοινότητα και από τους ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή αυτούς που έχουν ή αποκτούν άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο με πρόσωπο στον κοινόχρηστο χώρο.
Η εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου και η κατανομή του βάρους της αποζημίωσης ενεργείται με τη σύνταξη της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας του άρθρου 32 του ν.δ. 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923, με την οποία προσδιορίζεται, με βάση τεχνικά στοιχεία, η αναλογία καθεμίας από τις παρόδιες ιδιοκτησίας στην καταβλητέα αποζημίωση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1, 3, 22 επ.
ΚΠολΔ και 94 παρ. 3 Συντάγματος. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσεως προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα.
Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου [ποινικού ή διοικητικού] ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 473/2021, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013).
Εάν υπάρχει η πλημμέλεια της υπέρβασης δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, ενώ, αν το πολιτικό δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, σε υπόθεση, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/1999, Ολ. ΑΠ 4/1992, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 366/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, αυτός δε ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Ολ.
ΑΠ 8/2017, ΑΠ 1001/2022, ΑΠ 1312/2022). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1001/2022, ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 1496/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες (κύριες ή επικουρικές) αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οπότε οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5262/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, το αίτημα, με το οποίο ζητείται να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου που περιγράφεται σε αυτή, μετά των επικειμένων του, το οποίο στρέφεται και κατά της δεύτερης (2ης) των καθ' ών "Πρεσβείας της Ιαπωνίας", ως υπόχρεης καταβολής αποζημιώσεως, υπάγεται στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, διότι η δεύτερη (2η) των καθ' ών καθίσταται διάδικος με βάση το άρθρο 14 παρ.1 ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 1 ν. 5269/31, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 625/1968 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 633/1977 και τα άρθρα 32 - 35, 37, 42, και 46 έως 48 του ν.δ.
της 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 "περί σχεδίων πόλεων κομών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών" (ΑΠ 796/2012 ΤΝΠ Νόμος) και δεν απολαύει στη συγκεκριμένη περίπτωση του προνομίου ετεροδικίας, όπως αυτό αναλύεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι: α) η ένδικη διαφορά υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 29 ΚΠολΔ, β) δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των άρθρων 22 παρ. 1, 3, 23 παρ. 1 εδ.
α, 30 παρ. 1 και 31 παρ. 1 περ. α και β ν. 503/1970 "περί κυρώσεως της υπογραφείσης εν Βιέννη την 18-4-1961 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ συμβάσεως περί των διπλωματικών σχέσεων", καθόσον δεν αφορά το απαραβίαστο των χώρων της αποστολής κ.λπ.. και η οριστική τιμή μονάδος που θα προσδιορισθεί δεν συνιστά τέλος ή φόρο, αλλά αποζημίωση απαλλοτρίωσης ακινήτου λόγω ρυμοτομίας, η δε υποχρέωση σε αποζημίωση των παρόδιων ωφελούμενων ιδιοκτησιών του ακινήτου λόγω ρυμοτομίας, δεν είναι "τέλος επιβαλλόμενο από την Τοπική Αυτοδιοίκηση", κατά τους ισχυρισμούς της δεύτερης (2ης) των καθ' ών, αλλά υποχρέωση του ακινήτου λόγω της ωφέλειας που έχει από τη ρυμοτομία κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 3 και 1 ν. 5269/31 και γ) συνέχεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου (καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης) όπου η δεύτερη (2η) των καθ' ών Πρεσβεία της Ιαπωνίας, ως αλλοδαπό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν λειτουργεί ασκώντας πολιτειακή εξουσία υπό την κυβερνητική της ιδιότητα (imperium), αλλά ενεργεί ως fiscus, δηλαδή ως ιδιώτης που σύμφωνα με την 2/2009 Πράξη Αναλογισμού και Προσκύρωσης της Δ/νσης Πολεοδομίας του Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, ωφελείται από τη διάνοιξη του κοινοχρήστου χώρου (απόκτηση προσώπου) και ως εκ τούτου καθίσταται υπόχρεη καταβολής αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, όπως άλλωστε και οι λοιποί καθ' ών η αίτηση.
Επιπροσθέτως, οι ισχυρισμοί της, περί υπεροχής των διατάξεων της Συνθήκης της Βιέννης ως μεταγενέστερα κυρωθείσης από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τυγχάνουν απορριπτέοι, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι υφίσταται ειδικότερη ρύθμιση όσον αφορά το δικαίωμα της ετεροδικίας, αφού όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η καταβολή αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως εμπίπτει στις εξαιρέσεις εφαρμογής του.
Επομένως, οι περί ετεροδικίας ισχυρισμοί της δεύτερης (2ης) των καθ' ών "Πρεσβείας της Ιαπωνίας", όπως αυτοί αναλύονται στις από 11.12.2018 προτάσεις της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, λόγω συνδρομής υπέρ αυτής του προνομίου της ετεροδικίας, για την εκδίκαση της από 25-04-2018 αίτησης της αναιρεσίβλητης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας και αναγνώρισης δικαιούχου, η οποία στρέφεται, πλην άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, και κατ' αυτής (αναιρεσείουσας).
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ανωτέρω αίτησης της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την προβληθείσα από αυτή (αναιρεσείουσα) ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων, λόγω του ότι απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας και έτσι υπερέβη τη δικαιοδοσία του και β) από τον αριθμό 14 του ιδίου ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη ανωτέρω αίτηση της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον αυτής (αναιρεσείουσας), για το λόγο ότι η τελευταία απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας.
Οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων να δικάσουν την ένδικη υπόθεση, δεχόμενο ότι η ένδικη διαφορά α) δεν αφορά το απαραβίαστο των χώρων της διπλωματικής της αποστολής και β) συνέχεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου (καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης) όπου η αναιρεσείουσα, ως αλλοδαπό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν λειτουργεί ασκώντας πολιτειακή εξουσία υπό την κυβερνητική της ιδιότητα (imperium), αλλά ενεργεί ως fiscus, δηλαδή ως ιδιώτης που σύμφωνα με την 2/2009 Πράξη Αναλογισμού και Προσκύρωσης της Δ/νσης Πολεοδομίας του Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, ωφελείται από τη διάνοιξη του κοινοχρήστου χώρου (απόκτηση προσώπου) και ως εκ τούτου καθίσταται υπόχρεη καταβολής αποζημίωσης λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, όπως άλλωστε και οι λοιποί καθ' ών η αίτηση, και ότι συνακόλουθα δεν απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας.
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, τα αλλοδαπά κράτη έχουν το προνόμιο της ετεροδικίας, με βάση κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου, αυτό όμως ισχύει μόνο για τις διαφορές από σχέσεις που συνδέονται με άσκηση πολιτειακής δημόσιας εξουσίας (imperium), ενώ αντίθετα δεν ισχύει όταν συνέχονται με σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτά ενεργούν ως fiscus, τούτο δε κρίνεται από τα Ελληνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται της σχετικής διαφοράς σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο και στην ένδικη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, κρίθηκε από το Εφετείο ότι η επίμαχη διαφορά δεν άπτεται της ενάσκησης πολιτειακής δημόσιας εξουσίας (ίmperίυm) όσον αφορά την αναιρεσείουσα, αλλά συνέχεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθόσον συμμετέχει στην ένδικη ιδιωτική συναλλακτική υπόθεση ως fίscυs, ήτοι ως ιδιώτης που ωφελείται από τη διάνοιξη κοινόχρηστου χώρου, όπως και οι λοιποί ωφελούμενοι ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων και ότι ως εκ τούτου καθίσταται υπόχρεη προς καταβολή αποζημίωσης λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, καθώς και ότι δεν αφορά το απαραβίαστο των χώρων της αποστολής της, ήτοι ουδεμία προσβολή υφίστανται οι χώροι όπου στεγάζεται η διπλωματική της αποστολή και η από αυτούς άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ορθά, κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, αναφορικά με την ένδικη διαφορά, δεν απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας και απέρριψε την ένσταση αυτής περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων.
Οι αμέσως προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης [και δη ότι η ένδικη διαφορά α) συνέχεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου όπου η αναιρεσείουσα, ως αλλοδαπό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν λειτουργεί ασκώντας πολιτειακή εξουσία υπό την κυβερνητική της ιδιότητα (imperium), αλλά ενεργεί ως fiscus και β) δεν αφορά το απαραβίαστο των χώρων της διπλωματικής της αποστολής], στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα αναφορικά με την ένδικη διαφορά δεν απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας και δη ανεξάρτητα από τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 29 ΚΠολΔ και δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 31 του ν.δ. 503/1970 και τούτο διότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, όσον αφορά τα αλλοδαπά κράτη, τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας του διεθνούς εθιμικού δικαίου και κατά συνέπεια γενικά παραδεδεγμένος κανόνας του δημόσιου διεθνούς δικαίου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ, κατά τον οποίο υφίσταται ετεροδικία ή κυριαρχική ασυλία τους, δηλαδή μη υπαγωγή τους στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του forum, πλην όμως τούτο ισχύει μόνο για διαφορές από ενέργειες, που συνδέονται με άσκηση πολιτειακής εξουσίας (imperium), ήτοι δεν συνέχονται με σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτά ενεργούν ως fiscus και στην προκειμένη περίπτωση, συνεπώς, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, έγινε ορθά δεκτό ότι η αναιρεσείουσα λειτουργεί στην ένδικη διαφορά ως fiscus και όχι ως imperium και άρα δεν συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση, ήτοι της άσκησης πολιτειακής εξουσίας, για την κατάφαση της ετεροδικίας της, οι παραδοχές αυτές θεμελιώνουν νομικά αυτοτελώς και πλήρως την κρίση του Εφετείου ότι υφίσταται στην ένδικη υπόθεση δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και συνακόλουθα ότι η ένδικη ανωτέρω αίτηση της αναιρεσίβλητης, δεν είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της αναιρεσείουσας.
Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ανωτέρω αναφερόμενη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντων ως αβασίμων των κατ' αυτής ως άνω σχετικών αιτιάσεων του κρινόμενου πρώτου λόγου αναίρεσης, οι λοιπές περιλαμβανόμενες στον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι η ένδικη διαφορά α) υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 29 ΚΠολΔ, β) δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των άρθρων 22 παρ. 1, 3, 23 παρ. 1 εδ.
α, 30 παρ. 1 και 31 παρ. 1 περ. α και β ν. 503/1970, είναι αλυσιτελείς και, ως εκ τούτου, απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα αναποτελεσματικά (ανεπιτυχώς) με την αναίρεση, ανωτέρω πρώτη (υπό στοιχείο "γ" στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) επάλληλη αιτιολογία.
Συνεπώς ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην έννοια δε του κατ` άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., κανόνα ουσιαστικού δικαίου, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων και των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2020, ΑΠ 2033/2017). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Για να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί παραβίασης κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 1341/2021, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 617/2019).
Εξάλλου, οι σχετικές με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις του KΠολΔ, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 3 του ιδίου Κώδικα, δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, αλλά έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, ασχέτως και αδιαφόρως από το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 1166/2019, ΑΠ 788/1994) και συνεπώς δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1002/2020).
Για τον ίδιο λόγο δικονομικές είναι επίσης και οι διατάξεις του άρθρου 29 ΚΠολΔ, που θεσπίζουν την δωσιδικία της τοποθεσίας ακινήτων (βλ. και ΑΠ 15/1997). Ομοίως δικονομικού δικαίου είναι και η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 31 του ν.δ 503/1970, αφού δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά καθορίζει την έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των επί μέρους Πολιτειών, αναφορικά με τα καθοριζόμενα στη σύμβαση αυτή πρόσωπα, στα οποία παρέχεται το προνόμιο της ετεροδικίας (πρβλ.
ΑΠ 1166/2019, ΑΠ 468/2016, ΑΠ 788/1994). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 3 και 29 ΚΠολΔ και του άρθρου 31 του ν.δ. 503/1970 και με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 29 του ΚΠολΔ και μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 31 του ν.δ. 503/1970, καθώς και ότι παραβίασε τον εθιμικό κανόνα του διεθνούς δικαίου περί ετεροδικίας των αλλοδαπών κρατών.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 ΚΠολΔ και μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 31 του ν.δ. 503/1970, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με το λόγο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και τούτο διότι η ίδρυση του εν λόγω αναιρετικού λόγου προϋποθέτει, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων, όπως είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, οι ανωτέρω φερόμενες από την αναιρεσείουσα, ως παραβιασθείσες, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διατάξεις.
Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο και ειδικότερα δεχόμενο ότι η ένδικη διαφορά συνέχεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου (καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης) όπου η αναιρεσείουσα, ως αλλοδαπό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν λειτουργεί ασκώντας πολιτειακή εξουσία υπό την κυβερνητική της ιδιότητα (imperium), αλλά ενεργεί ως fiscus, δηλαδή ως ιδιώτης που σύμφωνα με την 2/2009 Πράξη Αναλογισμού και Προσκύρωσης της Δ/νσης Πολεοδομίας του Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, ωφελείται από τη διάνοιξη του κοινοχρήστου χώρου (απόκτηση προσώπου) και ως εκ τούτου καθίσταται υπόχρεη καταβολής αποζημίωσης λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, όπως άλλωστε και οι λοιποί καθ' ών η αίτηση, καθώς και ότι η επίμαχη διαφορά δεν αφορά το απαραβίαστο των χώρων της αποστολής της, ήτοι ουδεμία προσβολή υφίστανται οι χώροι όπου στεγάζεται η διπλωματική της αποστολή, ούτε παρεμποδίζεται η απρόσκοπτη εκτέλεση των κυριαρχικών λειτουργιών και καθηκόντων αυτής, και ότι συνακόλουθα η αναιρεσείουσα δεν απολαμβάνει στην ένδικη υπόθεση του προνομίου της ετεροδικίας, ορθά ερμήνευσε τον προεκτιθέμενο κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου περί ετεροδικίας ή κυριαρχικής ασυλίας των αλλοδαπών κρατών, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως και συνεπώς όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον κρινόμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, κρίνονται κατά το μέρος του αυτό, αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-09-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6270/753/03-09-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5262/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ