Legislator Case Law & Legislation
2017/2018 AI generated

2017/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2017/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2017 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2017/2018

Legislator headnote

AI generated
2017/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2017 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2017/2018 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing standing of shareholder fraud by corporate director dishonest management corporate mismanagement financial mismanagement

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2017 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2017/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Φ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Μαίρη Διακολιού, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.282ΙΤ/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαΐου 2018 και με αριθμό 40/24-5-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 713/2018.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια Δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 282ΙΤ/2018 απόφασή του, καταδίκασε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και τώρα αναιρεσείοντα, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία(3) έτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, ορίζεται ότι "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Για τη στοιχειοθέτηση πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικά ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής ένταξής της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008). Το έγκλημα της πλαστογραφίας, δύναται να τελεσθεί από περισσότερους, κατά συναυτουργία. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επιμέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι η τελευταία πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται ειδικά οι ενέργειες του καθενός συναυτουργού αρκεί να υπάρχει η γνώση της πρόθεσης του καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης και να είναι βεβαιωμένη η θέληση της σύμπραξης.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η συνδρομή του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση, ο δόλος χρήζει ειδικής αιτιολογίας. Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους και έχουν αναπτυχθεί προφορικώς, διότι διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Tέλος, κατά τους ορισμούς του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 2/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αναφερόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν κατά πιστή μεταφορά τα εξής σε σχέση με τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Ο τελευταίος στην ... στις 5-6-2011 και στις 31-5-2012, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με την Ε. Κ. του Ν., ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός εγκλήματος, κατήρτισαν πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, των δε εγγράφων τούτων έκαναν και χρήση. Ειδικότερα: στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με σκοπό να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που πραγματοποιούσαν ειδικό έλεγχο στην εταιρία "...", την οποία εκπροσωπούσε ο πρώτος κατηγορούμενος και της οποίας λογίστρια, ήταν η συγκατηγορουμένη του Ε. Κ., σχετικά με το ότι ο δήθεν ορκωτός λογιστής Δ. Π. είχε ελέγξει και υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2010 και 2011 της εταιρίας και ότι η τελευταία διέθετε την απαιτούμενη διοικητική και οργανωτική επάρκεια καθώς και αποτελεσματικής λειτουργίας λογιστική οργάνωση, αμφότεροι συμπράττοντες, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό προς τούτο δόλο με συγκλίνουσες, ταυτόχρονες αλλά και διαδοχικές επί μέρους πράξεις τους, κατήρτισαν α) έναν ισολογισμό της ανωτέρω εταιρίας που έφερε ημερομηνία 31-12-2010, στο κάτω μέρος του οποίου έθεσαν την ένδειξη "...., 5 Ιουνίου 2011- Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής- Δ. Ν. Π.- ΑΜ ...81,- ... Α.Ε", καθώς και δυσανάγνωστη υπογραφή κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του Δ. Ν. Π., ως τον δήθεν ελεγμένο και υπογεγραμμένο από τον άνω, ορκωτό λογιστή ισολογισμό χρήσης έτους 2010 της εταιρίας και β) έναν ισολογισμό της ανωτέρω εταιρίας που έφερε ημερομηνία 31-12-2011 στο κάτω μέρος του οποίου έθεσαν την ένδειξη "..., 31 Μαίου 2012- Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής- Δ. Ν. Π.- AM ...81- ... Α.Ε.", καθώς και δυσανάγνωστη υπογραφή, ομοίως κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του Δ. Ν. Π., ως τον δήθεν ελεγμένο και υπογεγραμμένο από τον άνω ορκωτό λογιστή ισολογισμό χρήσης έτους 2011 της εταιρίας. Τα δε ανωτέρω έγγραφα ήταν πλαστά, καθόσον ο ανωτέρω ορκωτός ελεγκτής Δ. Π. ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του επί των ανωτέρω οικονομικών καταστάσεων, ούτε και προέβη σε έλεγχο αυτών. Των δε ανωτέρω πλαστών εγγράφων έκαναν χρήση στις 10 Ιουνίου 2013 επιδεικνύοντας αυτά στους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι πραγματοποιούσαν ειδικό έλεγχο της ανωτέρω εταιρίας. Οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του παρόντος κατηγορουμένου κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός ήταν τυπικά μόνο εκπρόσωπος της εταιρίας, αντίθετα, δεν εξήλθε ποτέ απ' αυτή, ούτε απεκδύθηκε ποτέ της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της, όπως θα μπορούσε ευχερώς να πράξει εάν το επιθυμούσε, ενώ περαιτέρω, ήταν πάντα ενήμερος για τα θέματα της εταιρίας και είχε πλήρη επίγνωση των πεπραγμένων και ουσιαστική συμμετοχή στην άνω εταιρία. Συνακόλουθα, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται". Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το διατακτικό της, κήρυξε ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο και τώρα αναιρεσείοντα επί λέξει του ότι "Στην ..., στις 5-6-2011 και στις 31-5-2012, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, με τη συγκατηγορουμένη του Ε. Κ., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός εγκλήματος, κατήρτισαν πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, των δε εγγράφων τούτων έκαναν και χρήση και ειδικότερα: Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σχετικά με το ότι ο ορκωτός ελεγκτής Δ. Π. είχε ελέγξει και υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2010 και 2011 της εταιρίας "....", την οποία εκπροσωπούσε ο πρώτος κατηγορούμενος και της οποίας λογίστρια ήταν η συγκατηγορουμένη του, Ε. Κ., κατήρτισαν α) έναν ισολογισμό (στις 5-6-2011) της ανωτέρω εταιρίας που έφερε ημερομηνία 31-12-2010, στο κάτω μέρος του οποίου έθεσαν την ένδειξη "....., 5 Ιουνίου 2011- Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής- Δ. Ν. Π.- AM ...81- ... Α.Ε.", καθώς και δυσανάγνωστη υπογραφή κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του Δ. Π. και β) έναν ισολογισμό (στις 31-5- 2012) της ανωτέρω εταιρίας που έφερε ημερομηνία 31-12-2011, στο κάτω μέρος του οποίου έθεσαν την ένδειξη "...., 31 Μαΐου 2012- Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής- Δ. Ν. Π.- AM ...81- ... Α.Ε.", καθώς και δυσανάγνωστη υπογραφή κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του Δ. Π.. Τα δε ανωτέρω έγγραφα ήταν πλαστά, καθόσον ο ανωτέρω ορκωτός ελεγκτής Δ. Π. ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του επί των ανωτέρω οικονομικών καταστάσεων, ούτε και προέβη σε έλεγχο αυτών. Των δε ανωτέρω πλαστών εγγράφων έκαναν χρήση στις 10-6-2013, επιδεικνύοντας αυτά στους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι πραγματοποιούσαν ειδικό έλεγχο της ανωτέρω εταιρίας.". Με αυτές, τις κατά συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο (χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την εν λόγω απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρεται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος και τώρα αναιρεσείων, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "..., ενεργώντας από κοινού, με πρόθεση, ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης με την συγκατηγορουμένη του, Ε. Κ., λογίστρια της εταιρίας, στις 5-6-2011 και 31-5-2012 κατήρτισαν δύο πλαστούς ισολογισμούς για τα έτη 2010 και 2011 της εν λόγω εταιρίας, στο κάτω μέρος των οποίων έθεσαν την ένδειξη "...., 5 Ιουνίου 2011- Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής- Δ. Ν. Π.- AM ...81,- ... Α.Ε", καθώς και δυσανάγνωστη υπογραφή κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του Δ. Ν. Π., κάνοντας δε χρήση αυτών, τους επέδειξαν στις 10-6-2013 στους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που πραγματοποιούσαν ειδικό έλεγχο στην παραπάνω εταιρία, με σκοπό να τους παραπλανήσουν ότι ο δήθεν ορκωτός λογιστής Δ. Π. είχε ελέγξει και υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2010 και 2011 της άνω εταιρίας και ότι η τελευταία διέθετε την απαιτούμενη διοικητική και οργανωτική επάρκεια, καθώς και αποτελεσματικής λειτουργίας λογιστική οργάνωση. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως ο δόλος και ο σκοπός που τον οδήγησε στη συγκεκριμένη πράξη, αφού διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό, ότι με τους εν λόγω πλαστούς ισολογισμούς είχε σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ότι ο

φερόμενος ως υπογράφων ορκωτός ελεγκτής λογιστής, όπως προαναφέρθηκε, είχε ελέγξει και υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις των ετών 2010 και 2011 της εταιρίας και αυτή διέθετε την απαιτούμενη διοικητική και οργανωτική λειτουργία και αποτελεσματική λογιστική οργάνωση. Η ειδικότερη αιτίαση του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντα, ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι αυτός δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στην παραπάνω εταιρία, είναι αβάσιμη, το μεν γιατί το άνω Δικαστήριο με επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό (σελ. 9 της προσβαλλόμενης), το δε γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού επ' αυτού απάντησε με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη. Οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και, συνεπώς, είναι απαράδεκτες. Με τα δεδομένα αυτά, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αρ. πρωτ. 40/24-5-2018 αίτηση του Α. Φ. του Η., κατοίκου ..., οδός ... για αναίρεση της με αριθμ. 282ΙΤ/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ