2017/20172017/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 2017 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2017/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της ΠροέδροÏ...
Απόφαση 2017 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2017/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ... και 2) Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Μ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθμ. έκθ. κατ. ...-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 § 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Στο δε άρθρο 104 (εδάφιο τελευταίο) του ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", στη δε παράγραφο 4 ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο". Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν κατ’ εξαίρεση υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1, 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσίβλητος Α. Ν. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Μ., στον οποίο, με την από 27-3-2017 εξουσιοδότηση, χορήγησε πληρεξουσιότητα για να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1-1-2016, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να θεωρείται δικονομικά απών. Από την ...17-1-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης Α. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 49/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την κάτω απ’ αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολ.Δ.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 49/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία μετ’ απόρριψη της από 20-5-2014 έφεσης των αναιρεσειόντων επικυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 108/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να του καταβάλουν εις ολοκληρον το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του, ύψους 24.260 ευρώ.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος διενεργεί κατ’ επάγγελμα χωματουργικές εργασίες με το με αριθμ. κυκλ. ... όχημα (μπουλντόζα), μάρκας CATERPILLAR, ιδιοκτησίας της συζύγου του Ε. Ν., ενώ οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι ομόρρυθμα μέλη εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." με αντικείμενο την εκτέλεση εργολαβικώς ή υπεργολαβικώς χωματουργικών-λιγνιτικών και συναφών τεχνικών ή μη έργων και έδρα τον .... Η τελευταία με το από 25-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας ανέλαβε, ως υπεργολάβος από την ανάδοχο εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε" και έδρα την Αθήνα, την εκτέλεση του δημόσιου έργου "διακίνηση λιγνιτικού κοιτάσματος από το Π. Αναργύρων και λιγνίτη από την εσωτερική απόθεση του ορυχείου Αμυνταίου στην αυλή λιγνίτη του ΑΗΣ Α-Φ" έναντι αμοιβής της, που καθορίστηκε στα αναγραφόμενα ποσά και ήταν ανάλογη με την χιλιομετρική απόσταση μεταφοράς κάθε δρομολογίου. Στα πλαίσια της υπεργολαβίας αυτής οι εναγόμενοι είχαν συνάψει με τον ενάγοντα, τον Σεπτέμβριο του 2005, προφορική σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας του ανέθεσαν να προετοιμάσει το έργο, εκτελώντας μέρος της υπεργολαβίας που είχαν αναλάβει κατά τα παραπάνω και συγκεκριμένα τις εργασίες διάστρωσης των υπερκειμένων μπαζών του Ορυχείου Αμυνταίου στον τομέα 7 με διαμόρφωση δρόμων, ραμπών, χώρων απόθεσης και όποιων άλλων σχετικών εργασιών απαιτούνταν, για τη διευκόλυνση λειτουργίας των μηχανημάτων αποκάλυψης εκσκαφής, φόρτωσης και μεταφοράς των υλικών εκσκαφής. Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Οι εναγόμενοι διατείνονται ότι ο ενάγων εκτέλεσε μέρος μόνο του έργου, ήτοι εργάστηκε με το παραπάνω μηχάνημα μέχρι τον Οκτώβριο του 2005 και στη συνέχεια από τις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2005 το μηχάνημα παρέμεινε ακινητοποιημένο, λόγω βλάβης του και ότι για τις εργασίες που εκτέλεσε έλαβε την ανάλογη αμοιβή και δεν του οφείλεται κανένα ποσό. Προσκομίζουν δε την υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος, που υπέβαλε ο ενάγων στις 7-10-2005, σύμφωνα με την οποία, διενεργώντας οπισθοπορεία, κτύπησε το σταθμευμένο ΦΙΧ όχημα της εταιρίας των εναγομένων. Αναφορικά με τις ημέρες, που το ερπυστριοφόρο - προωθητήρας (μπουλντόζα) του ενάγοντος έμεινε ακινητοποιημένο, οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων είναι αντικρουόμενες, καθώς οι μάρτυρες του ενάγοντος καταθέτουν ότι έμεινε ακινητοποιημένο δύο ημέρες και στη συνέχεια λόγω βλάβης στα τέλη Νοεμβρίου δύο με τρεις ημέρες και μετά συνέχισε τις εργασίες με σκληρή και επίπονη δουλειά μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 2006.... ενώ αντίθετα οι μάρτυρες των εκκαλούντων-εναγομένων στις ένορκες βεβαιώσεις τους αναφέρουν ο μεν Α. Κ. ότι ο ενάγων εργάστηκε για δύο μήνες περίπου και μετά χάλασε η μπουλντόζα, χωρίς να γνωρίζει για πόσο χρονικό διάστημα ούτε εάν ξαναεπανήλθε στην εργασία, ότι οι εναγόμενοι πήραν άλλη μπουλντόζα για να συνεχίσει το έργο, ο δε Ι. Π. ότι από τις 20-11-2006 μέχρι τις 17-3-2007 η μπουλντόζα ήταν σταματημένη, όπως όμως προαναφέρθηκε η βλάβη επήλθε τον Νοέμβριο του 2005 και όχι του 2006. Στο ακροατήριο ο μάρτυρας των εναγομένων Α. Χ. κατέθεσε ότι οι μπουλντόζες της "... Α.Ε" ανέλαβαν το έργο γιατί δεν το ολοκλήρωσε ο ενάγων και ότι ο πρώτος εναγόμενος του είπε ότι ο ενάγων δεν είχε τιμολόγια για να εκδώσει ώστε να περαστούν στα έξοδα της εταιρίας. Βέβαια σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα από 16-3-2007 συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ της ιδιοκτήτριας του ως άνω μηχανήματος Ε. Ν. και της ΔΕΗ προκύπτει ότι η τελευταία μίσθωσε από την πρώτη το μηχάνημα έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης από τα ζυγολόγια του λιγνίτη σε τόνους που διαστρώθηκαν... και την αντίστοιχα προσφερθείσα τιμή. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι συμφωνήθηκε αμοιβή για το έργο, ανάλογη με τις ώρες εργασίας του μηχανήματος και ότι με το κυβικό μέτρο αμείβονται μόνο οι υπεργολάβοι, χωρίς να αιτιολογούν τον λόγο του διαφορετικού τρόπου αμοιβής του υπεργολάβου από τους εκτελούντες βοηθητικό έργο και γιατί πρέπει οι τελευταίοι να αμείβονται με την ώρα. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι συμφωνήθηκε η αμοιβή να είναι ανάλογη με τα κυβικά μέτρα των χωματουργικών εργασιών, που θα εκτελούσε και συγκεκριμένα 0,03 € το κυβικό μέτρο και ότι εκτέλεσε 920.000 κυβικά μέτρα, σύμφωνα με τις επιμετρήσεις των μηχανικών της ΔΕΗ... Οι εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι επικαλούνται την ωριαία αμοιβή του ενάγοντος, δεν αναφέρουν πόσες ώρες εργάστηκε και ποιο ποσό του κατέβαλαν, δεδομένου ότι το ομολογούμενο από τον ενάγοντα ποσό των 3.340 ευρώ, που έλαβε, αφορούσε τις δαπάνες αποκατάστασης των βλαβών που υπέστη, ποσό το οποίο ο ενάγων αφαιρεί από την οφειλόμενη συνολικά αμοιβή του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κινητήρας του μηχανήματος του ενάγοντος δεν διέθετε ωρομετρητή, ώστε να μπορεί να γίνει επιμέτρηση εκ μέρους των εναγομένων των ωρών εργασίας που αυτό εκτελούσε, βάσει του οποίου θα υπολογιζόταν η αμοιβή του, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους εναγομένους από 19-1-2006 σύμβασης μίσθωσης μηχανήματος μεταξύ της ΔΕΗ και του Α. Ρ., στην οποίαν ορίζεται μεν ότι η αμοιβή του θα είναι βάσει των ωρών απασχόλησης του μηχανήματος, που όμως θα υπολογίζονται βάσει των ενδείξεων του ψηφιακού ωρομετρητή του κινητήρα. Επομένως, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα οδηγείται στην κρίση ότι η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε σε κυβικά μέτρα και όχι σε ώρες..., απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων ως αβάσιμου. Επειδή δε ο ενάγων κατά την λήξη του έργου δεν εξέδωσε τιμολόγια, οι εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν την συμφωνηθείσα αμοιβή του, διότι δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τα έξοδα της αμοιβής τους στα εμπορικά τους βιβλία, ανεξαρτήτως του ότι κάποιες ημέρες πράγματι δεν διενεργήθηκαν εργασίες από τον ενάγοντα λόγω της βλάβης του μηχανήματος. Η δε επικαλούμενη από τους εναγομένους προφορική υπαναχώρηση από την σύμβαση έργου δεν αποδείχθηκε. Άλλωστε οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι ο ενάγων περιήλθε σε υπερημερία, ότι του έταξαν προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής, σύμφωνα με τα άρθρα 383, 387, 389 § 2 και 686 του ΑΚ ή, στις περιπτώσεις του άρθρου 385 του ΑΚ, ότι δεν του έταξαν προθεσμία γιατί από την όλη στάση του οφειλέτη-εργολάβου προέκυπτε ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή ότι οι ίδιοι, ως δανειστές-εργοδότες, εξ αιτίας της υπερημερίας δεν είχαν συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, διότι θα κατέπιπταν ποινικές ρήτρες εκ μέρους της αναδόχου, οπότε δικαιούνταν να υπαναχωρήσουν από αυτήν... Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης ότι προέβησαν σε άτυπη υπαναχώρηση στο τέλος Νοεμβρίου και γι’ αυτό δεν οφείλουν την αμοιβή στον ενάγοντα για τον μετά την υπαναχώρηση χρόνο. Κατά συνέπεια η συνολική αμοιβή του ενάγοντος για το παραπάνω έργο, το οποίο παρέδωσε στις 30-3-2006, ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 27.600 ευρώ, καθώς εκτελέστηκαν χωματουργικές εργασίες 920.000 κυβικών μέτρων προς 0,03 ευρώ το κυβικό = 27.600€, εκ των οποίων η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 3.340 € ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο, ύψους 24.260 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως ως προς τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσεως, γιατί εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά περί των όρων της συμφωνηθείσης συμβάσεως έργου και ειδικότερα περί του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής του εργολάβου αλλά και περί της ποσότητας του εκτελεσθέντος έργου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες (το Εφετείο) δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το μέγεθος του εκτελεσθέντος έργου, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2016 αίτηση των Χ. Χ. και Κ. Χ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 49/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ