Legislator Case Law & Legislation
2017/2014 AI generated

2017/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2017/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2017 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2017/2014

Legislator headnote

AI generated

2017/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2017 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2017/2014

Keywords

AI generated
withdrawal from accident insurance unfit notwithstanding health condition benefits for whiplash injury accident insurance appeal sanction against insured claimant refusal of dental care coverage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2017 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2017/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Μ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2007 μη οριστική και 1005/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1947/2009 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 824/2010 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 2-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου της 263/2012 αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1947/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθ. 294, 295 παρ. 1, 296, 297, 299 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί, ολική ή μερική, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον διάδικο είτε από τον κατ' άρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 98 ΚΠολΔ). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης ο αναιρεσείων, με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον ως άνω αναιρεσίβλητο.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

Με την κρινόμενη 263/9-3-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1947/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής όπως αυτή προκύπτει από επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Με την από 5-2-2006 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος - ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για τον σοβαρό τραυματισμό του, που του προκάλεσε οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη των εναγομένων (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρο, α) το ποσό των 1.663.035,14 ευρώ, ως απώλεια εισοδημάτων για το από 1-1-12008 έως 31-2-2049 χρονικό διάστημα, το οποίο ζήτησε να του επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, άλλως (όλως επικουρικώς) περιοδικώς την 1η κάθε μήνα, και β) το ποσό των 200.000 ευρώ, ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1005/2008 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, καθ' όσο μέρος στρεφόταν κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ως περιγεγραμμένη, και την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο υποχρέωσε, μετά τον περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικών σε εν μέρει αναγνωριστικά, α) να καταβάλλει τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-12008 έως 31-12-2009 και β) να καταβάλει εφάπαξ 25.000 ευρώ, ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, αναγνώρισε δε ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται σε καταβολή των αναφερομένων στην απόφαση ποσών μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2049, νομιμοτόκως από την επόμενη ημέρα που κάθε δόση θα καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, και εφάπαξ το ποσό των 25.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις, τόσο ο αναιρεσείων όσο και ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διορθώθηκε με την 824/2010 απόφασή του, έκρινε, ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος στηρίζονται και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, υποκείμενες σε πενταετή παραγραφή, διότι υφίσταται συμβατική σωρευτική αναδοχή του χρέους του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, και συνεπώς δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή οι κατ' αυτής αξιώσεις του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4-1-2004 και περί ώρα 20.30' έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα επί της οδού ... στη Σαλαμίνα, κατά το οποίο συγκρούσθηκε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Ι. Π., το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωσις ΑΕΕΓΑ Ασφάλειαι Μινέττα", με την με ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματισθεί βαριά στο αριστερό του πόδι. Ο ενάγων άσκησε αρχικά την από 2-1-2005 προγενέστερη αγωγή του κατά των ιδίων εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του τραυματισμού του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1374/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων και αντέφεσης, που άσκησαν οι παραπάνω διάδικοι εκδόθηκε η 2973/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος με τις προαναφερόμενες συνέπειες είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός Ι. Π.. Επίσης, κρίθηκαν, με δύναμη δεδικασμένου και τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων αμέσως μετά τον τραυματισμό του επειδή εκείνο το χρονικό διάστημα υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό μεταφέρθηκε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη: α) συντριπτικό υποτροχαντήριο κάταγμα του αριστερού μηριαίου οστού και β) συντριπτικό κάταγμα μεσότητας της αριστεράς κνήμης και περόνης με συνθλιπτικές βλάβες των μαλακών μορίων της κνήμης. Το πρωί της επόμενης ημέρας του ατυχήματος, 5-1-2004 χειρουργήθηκε με ενδομυελική ήλωση για το κάταγμα του μηριαίου, ενώ το βράδυ της ίδιας ημέρας εμφάνισε οξεία νεφρική ανεπάρκεια λόγω της εκτεταμένης καταστροφής των μυϊκών μαζών κατά τον τραυματισμό του και μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) όπου το πρωί της 6-1-2004 εμφάνισε και άλλη σοβαρή επιπλοκή και συγκεκριμένα το σύνδρομο διαμερίσματος της αριστερής κνήμης για την οποία υποβλήθηκε σε άμεση χειρουργική σχάση του δέρματος και των περιτονιών στην εσωτερική και εξωτερική επιφάνεια της αριστερής κνήμης με επιμήκεις παράλληλες τομές. Στις 20-1-2004 μετά από 14 ημέρες νοσηλείας εξήλθε από την Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Μετά από μία εβδομάδα, όμως, εμφάνισε αιφνίδια έντονη αιμορραγία της οπίσθιας κνημιαίας αρτηρίας που οφειλόταν σε ψευδοανεύρισμα αυτής, η οποία αρχικά εμβολίσθηκε υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο. Αμέσως μετά οδηγήθηκε και πάλι στην Μ.Ε.Θ., όπου η αιμορραγούσα αρτηρία τελικά απολινώθηκε με αγγειοχειρουγική επέμβαση και αφού υποβλήθηκε και πάλι σε πολλαπλές μεταγγίσεις αίματος - πλάσματος εξήλθε στις 10-2-2004 από την Μ.Ε.Θ. μετά από 13 ημέρες. Τελικά παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ίδιο Νοσοκομείο λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε μέχρι τις 30-6-2004, όπου έλαβε εξιτήριο. Ακολούθως νοσηλεύτηκε και πάλι στο ίδιο Νοσοκομείο από τις 18-8-2004 έως και τις 20-8-2004 και από τις 23-8-2004 έως και τις 29-8-2004 για τον έλεγχο της καταστάσεως της υγείας του. Τον Απρίλιο του έτους 2005 εμφάνισε νευροπαθητικό έλκος στο αριστερό πέλμα και νοσηλεύτηκε πάλι στο ίδιο νοσοκομείο από τις 22-6-2005 έως και τις 17-7-2005, στο οποίο υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό του πέλματος και αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης από τον μηρό και την κνήμη, ενώ διαγνώσθηκε ότι παρουσίαζε ανισοσκελία 3cm και βάδιζε με ιπποπόδια έχοντας αδυναμία ελέγχου του πέλματος, του συστήθηκε δε αρθρόδεση της αριστερής ποδοκνημικής και πιθανή σε δεύτερο στάδιο προσπάθεια επιμήκυνσης της κνήμης. Στις 21-1-2006 επανεισήχθη στο ίδιο Νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε τριπλή αρθρόδεση (ποδοκνημική - υποστραγαλική - αστραγαλοσκαφοειδής). Επίσης, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι εξαιτίας του παραπάνω τραυματισμού του και των επιπτώσεων που είχε στην υγεία του, αυτός κατέστη μόνιμα ανίκανος για κάθε εργασία που προϋποθέτει αρτιότητα σκελών, κινητική επάρκεια και ορθοστασία. Κατά το χρόνο του τραυματισμού του, ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό, ενώ πριν από τη στράτευσή του και για χρονικό διάστημα τεσσάρων περίπου μηνών εργαζόταν στο πρατήριο υγρών καυσίμων της Ε. Κ. στην οδό ..., στη ..., παρέχοντας εργασία προμήθειας καυσίμων σε οχήματα καθαρισμού και λίπανσης αυτών, εργασία από την οποία εισέπραττε από ημερομίσθια 587,50 ευρώ το μήνα (23,50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια) και συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας 685 ευρώ το μήνα (587,50 Χ 14 : 12). Την παραπάνω εργασία του διέκοψε ο ενάγων λόγω της στράτευσής του στις 12-5-2003. Είχε, όμως, αυτός προηγουμένως συμφωνήσει με την εργοδότριά του, την επαναπρόσληψή του στην ίδια εργασία μετά την απόλυσή του από το Πολεμικό Ναυτικό, από το οποίο απολύθηκε στις 10-9-2004. Λόγω του τραυματισμού του ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την παραπάνω εργασία αλλά και για κάθε εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2004 έως 31-12-2007, αλλά ακόμη κατέστη ανίκανος και για την εξυπηρέτηση των αυστηρά προσωπικών του αναγκών. Κατά το αμέσως προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αυτός με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν αν δεν είχε τραυματιστεί και θα εισέπραττε από την προαναφερόμενη εργοδότριά του για την εργασία του αυτή 587,50 ευρώ το μήνα προσαυξανόμενο ανά έτος με την προσαύξηση των αποδοχών των εργαζομένων κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Επομένως, αυτός θα εισέπραττε: α) 587,50 ευρώ το μήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2004 έως και τις 31-12-2004, β) 685 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως και τις 31-12-2005, γ) το ποσό των 705 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2006 έως και τις 31-12-2006 και δ) το ποσό των 730 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2007 έως και τις 31-12-2007. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στον ενάγοντα θα παραμείνουν μόνιμες βλάβες οι οποίες καθιστούν αδύνατη την εργασιακή του απασχόληση σε δραστηριότητες που απαιτούν σωματική αρτιότητα, κινητική επάρκεια και δυνατότητα ορθοστασίας, εργασίες που ανταποκρίνονται στο μορφωτικό του επίπεδο, αφού είναι απόφοιτος μόνο του Γυμνασίου. Ειδικότερα, αυτός, κρίνεται μόνιμα ανίκανος για κάθε εργασία, που ανταποκρίνεται στις δυνατότητές του, όσο δε και αν βελτιωθούν κάποια από τα προβλήματα υγείας που υπάρχουν σήμερα, η ανισοσκελία, η παραμόρφωση της κνήμης και η πάρεση του κνημιαίου και περονιαίου νεύρου με βεβαιότητα δεν επιδέχονται ίαση ή βελτίωση θα του προσδίδουν εφ' όρου ζωής ποσοστό ανικανότητας άνω του 67% κατατάσσοντάς τον στην βαθμίδα της "μόνιμης ολικής ανικανότητας" για κάθε εργασία. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, που γεννήθηκε στις 7-9-1984, αν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του θα απασχολείτο στην προαναφερόμενη ή σε ανάλογη μ' αυτή εργασία μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του, δηλαδή μέχρι το έτος 2049, κατά δε την συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα θα κέρδιζε τα παρακάτω ποσά μηνιαίως, προσαυξανόμενα κάθε έτος με την κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ετήσια αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων της ίδιας κατηγορίας. Ειδικότερα, αυτός θα εισέπραττε τα εξής ποσά: 1) Το ποσό των 750 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008, 2) το ποσό των 770 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2009, 3) το ποσό των 790 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως την 31-12-2010, 4) το ποσό 810 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως την 31-12-2011, 5) το ποσό των 830 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως την 31-12-2012, 6) το ποσό των 850 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2013, 7) το ποσό των 870 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως την 31-12-2014, 8) το ποσό των 890 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως την 31-12-2015, 9) το ποσό των 910 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως την 31-12-2016, 10) το ποσό των 930 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 31-12-2017, 11) το ποσό των 950 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως την 31-12-2018, 12) το ποσό των 970 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως την 31-12-2019, 13) το ποσό των 990 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2020 έως την 31-12-2020, 14) το ποσό των 1.010 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2021 έως την 31-12-2021, 15) το ποσό των 1.030 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως την 31-12-2022, 16) το ποσό των 1.050 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως την 31-12-2023, 17) το ποσό των 1.070 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2024 έως την 31-12-2024, 18) το ποσό των 1.090 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2025 έως την 31-12-2025, 19) το ποσό των 1.110 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2026 έως την 31-12-2026, 20) το ποσό των 1.130 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2027 έως την 31-12-2027, 21) το ποσό των 1.150 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2028 έως την 31-12-2028, 22) το ποσό των 1.170 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2029 έως την 31-12-2029, 23) το ποσό των 1.190 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2030 έως την 31-12-2030, 24) το ποσό των 1.210 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2031 έως την 31-12-2031, 25) το ποσό των 1.230 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2032 έως την 31-12-2032, 26) το ποσό των 1.250 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2033 έως την 31-12-2033, 27) το ποσό των 1.270 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2034 έως την 31-12-2024, 28) το ποσό των 1.290 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2035 έως την 31-12-2035, 29) το ποσό των 1.310 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2036 έως την 31-12-2036, 30) το ποσό των 1.330 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2037 έως την 31-12-2037, 31) το ποσό των 1.350 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2038 έως την 31-12-2038, 32) το ποσό των 1.370 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2039 έως την 31-12-2039, 33) το ποσό των 1.390 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2040 έως την 31-12-2040, 34) το ποσό των 1.410 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2041 έως την 31-12-2041, 35) το ποσό των 1.430 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2042 έως την 31-12-2042, 36) το ποσό των 1.450 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2043 έως την 31-12-2043, 37) το ποσό των 1.470 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2044 έως την 31-12-2044, 38) το ποσό των 1.490 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2045 έως την 31-12-2045, 39) το ποσό των 1.500 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2046 έως την 31-12-2046, 40) το ποσό των 1.530 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2047 έως την 31-12-2047, 41) το ποσό των 1.550 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2048 έως την 31-12-2048 και 42) το ποσό των 1.570 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2049 έως την 31-12-2049. Όλα τα παραπάνω ποσά ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει από τους εναγομένους ως αποζημίωση σε μηνιαίες περιοδικές δόσεις με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που κάθε δόση θα καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ο τραυματισμός του ενάγοντος και η εξ αιτίας αυτού μόνιμη παραμόρφωση και αναπηρία θα επηρεάσει με βεβαιότητα δυσμενώς την ατομική οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική του εξέλιξη, αφού επί πλέον προκάλεσε βίαιη και αναγκαστική αλλαγή στη ζωή του, ανέτρεψε τα σχέδια και τον προγραμματισμό του, χωρίς να έχει πλέον την δυνατότητα να εργασθεί, όπως έκανε πριν από τον τραυματισμό του και να προσφέρει στην οικογένειά του την οποία τελικά επιβάρυνε οικονομικά και συναισθηματικά. Η επαγγελματική του εξέλιξη είναι αδύνατη και το γεγονός αυτό με βεβαιότητα θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις την προσωπική του εξέλιξη. Η δημιουργία διαπροσωπικών σχέσεων γίνεται πιο δύσκολη και δημιουργούνται σοβαρά εμπόδια για τη συγκρότηση δικής του οικογένειας στο μέλλον. Η ψυχολογική του επιβάρυνση από τον τραυματισμό του θα είναι μόνιμη, αφού οι επιπτώσεις λόγω τραυματισμού του θα είναι μόνιμα εμφανείς. Εφόσον, λοιπόν, η μόνιμη ολική αναπηρία του ενάγοντος επηρεάζει δυσμενώς την ατομική - οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική του εξέλιξη, αυτός δικαιούται ως αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, το ποσό των 70.00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση". Και υπό τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη, και, δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα α) τα επιδικασθέντα από το Μονομελές Πρωτοδικείο ποσά για περιοδικές παροχές, με καταψηφιστική και αναγνωριστική διάταξη, ως και πρωτοδίκως, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που κάθε δόση θα καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, και β) τα ποσά των 25.000 και 45.000 ευρώ, με καταψηφιστική και αναγνωριστική διάταξη, αντίστοιχα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως ειδικής αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 928, 929 και 930 παρ. 1 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας από την οποία προκαλείται βλάβη της υγείας ή του σώματος του παθόντος παρέχεται η δυνατότητα στον τελευταίο να ασκήσει αγωγή για την επιδίωξη αποκατάστασης και μελλοντικής ζημίας του, έστω και αν ακόμη δεν έχει επέλθει η τελευταία και δεν έχει πληρωθεί ο ένας από τους όρους του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αρκεί να έχει τεθεί το θεμέλιο και να μη εξαρτάται παρά μόνο από περιστάσεις που με βεβαιότητα θα προκύψουν στο μέλλον. Η κρίση για την βεβαιότητα αυτή δεν συνδέεται με το έννομο συμφέρον του ενάγοντος ή με την νομιμότητα της αγωγής, αλλά αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της τελευταίας. Η ως άνω, αποζημίωση, όταν αφορά περιοδικές παροχές από την απώλεια εισοδημάτων, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν, όμως, συντρέχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να καταβληθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Τέτοιος σπουδαίος λόγος θεωρείται, ότι υπάρχει όταν η εφάπαξ καταβολή μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου (ΑΠ 625/2010, ΑΠ 1232/2008, ΑΠ 676/2000). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζήτησε με το κύριο αίτημα της αγωγής του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τις μελλοντικές παροχές (απώλεια μηνιαίου εισοδήματος από την προαναφερόμενη εργασία του) με εφάπαξ καταβολή, διότι συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, δεδομένου ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η δημιουργία οικονομικής του αυτοτέλειας, που μπορεί να συνίσταται σε επιχείρηση εκμετάλλευσης αυτοκινήτου, χωρίς την προσωπική του εργασία, αφού αυτός δεν δύναται να εργασθεί σε σχετική ειδικότητα επαγγελματία οδηγού, ή άλλη προσοδοφόρα επένδυση και η οποία οικονομική αυτοτέλεια δεν θα καταστεί δυνατή με τις μηνιαίες παροχές, λαμβανομένης υπόψη και της αφερεγγυότητας του πρώτου των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων. Όλως επικουρικώς δε, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εν λόγω εναγόμενοι στην καταβολή των ως άνω παροχών περιοδικώς, ήτοι την πρώτη ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες δεδουλευμένες του προηγούμενου μήνα. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος το κύριο αίτημα, ως προς το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, με το να κάνει δεκτό το επικουρικό αίτημα και να επιδικάσει μηνιαίες περιοδικές παροχές. Με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, με το να απορρίψει εκ του πράγματος το κύριο αίτημα της αγωγής περί εφάπαξ καταβολής του ποσού των διαφυγόντων κερδών, χωρίς να αναφέρεται στις παραδοχές εάν συνέτρεχε ή όχι σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την εφάπαξ καταβολή, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κρίνονται βάσιμα και ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου διατυπουμένου με την ένδικη αίτηση λόγου, που αφορά στο αυτό κεφάλαιο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο των περιοδικών παροχών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι η 263/9-3-2012 αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Ι. Π..

Αναιρεί την 1947/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της κατά το ως άνω κεφάλαιο στο αυτό Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ