2017/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2017 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2017/2009
Legislator headnote
AI generated2017/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2017 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2017/2009
Full text
Απόφαση 2017 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2017/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέα Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Προντάκτα ΑΕ" που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μιστρά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία FMC ITALIA SPA που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία FORTIS BANK και 3. Εταιρείας με την επωνυμία "Πετρογκάζ Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Υγραερίων, Βιομηχανικών Προϊόντων και Γενικών Επιχειρήσεων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. ... ως προσωρινού συνδίκου . Εκπροσωπήθηκαν οι 1η και 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καρυτινό, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η 3η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καρακίτσου Ρήγα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο 4ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βογιατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2008 αίτηση των ήδη 1ης και 2ης αναιρεσιβλήτων και πρόσθετη παρέμβαση της 3ης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 181 του ν.3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) από την έναρξη της ισχύος του (16.9.2007) καταργούνται μεταξύ των άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 44 έως 46γ του ν.1892/1990. Κατά δε τη διάταξη του επομένου άρθρου 182 παρ.1 και 2 του ιδίου ως άνω νόμου ο νέος πτωχευτικός κώδικας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του. Οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών. Εξάλλου, στην παρ.1 του άρθρου 46 του ν.1892/1990 ορίζεται ότι "επιχείρηση, που έχει αναστείλει η διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους η είναι σε κατάσταση παύσης των πληρωμών ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 Ν.1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της". Στην παρ.4 δε του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "από την επόμενη ημέρα της υποβολής της αίτησης στο Εφετείο για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση απαγορεύεται η κήρυξη της πτώχευσης". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του νέου πτωχευτικού κώδικα την 16.9.2007 καταργηθήκαν οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 46 του ν.1892/1990 και του άρθρου 44 του ίδιου νόμου για συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης που ρυθμίζουν η περιορίζουν τα χρέη αυτής και ότι οι διατάξεις του νέου πτωχευτικού κώδικα εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την 16-9-2007. Επομένως, αιτήσεις για επικύρωση συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης που ρυθμίζουν ή περιορίζουν τα χρέη αυτής, αιτήσεις θέσης της επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση και αιτήσεις ανάκλησης απόφασης του Εφετείου που απέρριψε σχετική αίτηση (για υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ή στο καθεστώς του άρθρου 44 Ν.1892/1990) είναι απαράδεκτες, εφ' όσον ασκηθήκαν μετά την 16-9-2007. Δεν πρόκειται δε για εκκρεμείς διαδικασίες, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 182 παρ.1 και 2 Ν.3588/2007, σε όσες περιπτώσεις οι αιτήσεις υπαγωγής της επιχείρησης στις διατάξεις των άρθρων 44 και 46 του Ν.1892/1990, επί των οποίων εκδοθήκαν απορριπτικές του Εφετείου αποφάσεις, είχαν υποβληθεί στο Εφετείο πριν από την έναρξη ισχύος του νέου πτωχευτικού κώδικα, αφού με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου περατώθηκε η σχετική γι' αυτές εκκρεμότητα. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τους σκοπούς του νέου πτωχευτικού κώδικα, που είναι μεταξύ άλλων η έγκαιρη και αποτελεσματική διαδικασία και εξέλιξη των πτωχευτικών δικών. Εξάλλου, επί των αποφάσεων του Εφετείου, με τις οποίες απορρίπτονται αιτήσεις υπαγωγής επιχείρησης σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης ή επικύρωσης συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης για ρύθμιση ή περιορισμό χρεών αυτής (επιχείρησης), δεν είναι δυνατή η ανάκληση τους κατ' άρθρο 758 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσειουσα προέβαλε ενώπιον του Εφετείου ένσταση απαραδέκτου της δικαζόμενης ενώπιον αυτού αίτησης για κήρυξη της σε κατάσταση πτώχευσης γιατί εκκρεμούσαν ενώπιον αυτού α) η από 17.3.2008 αίτηση ανάκλησης της υπ' αριθ.174/2008 απόφασης του, με την οποία απορρίφθηκαν αιτήσεις περί υπαγωγής της σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και β) η από 17.4.2008 νέα αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς αυτό. Το Εφετείο απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση αυτή της αναιρεσειουσας, ως προς μεν την από 17.4.2008 αίτηση για υπαγωγή της στο καθεστώς των άρθρων 44 και 46 Ν.1892/1990, με τη σκέψη ότι από την έναρξη της ισχύος του πτωχευτικού κώδικα καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 44 και 46 Ν.1892/1990 και δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκκρεμή διαδικασία με την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως, αφού αυτή ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νέου πτωχευτικού κώδικα, ως προς δε την από 17.3.2008 αίτηση για ανάκληση της υπ' αριθμ.174/2008 απόφασης του Εφετείου, γιατί η διάταξη του άρθρου 182 παρ.2 του νέου πτωχευτικού δικαίου αναφέρεται στις αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (άρθρα 44 εις 46γν.1892/1990) και όχι σε αιτήσεις ανάκλησης αποφάσεων που απέρριψαν αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς αυτό (δηλαδή των άρθρων 44 και 46 Ν.1892/1990). Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση των αριθ.1 και 14 του 559 ΚΠολΔικ., καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την κρίσιμη αίτηση πτωχεύσεως, αν και εκκρεμούσαν ενώπιον του α) οι από 15-4-2008 και 17-3-2008 αιτήσεις της αναιρεσειουσας για ανάκληση των υπ' αριθ.173/2008 και 174/2008 αποφάσεων του ίδιου Εφετείου (Λάρισας), με τις οποίες είχαν απορριφθεί αιτήσεις της για υπαγωγή της στο καθεστώς των άρθρων 44 και 46 του ν.1892/1990 και β) οι από 15-4-2008 και 17-4-2008 νέες αιτήσεις για υπαγωγή της αναιρεσειουσας στο καθεστώς αυτό (των άρθρων 44 και 46 του ν.1892/1990), είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατά δε το άρθρο 387 ΚΠολΔικ. το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Εξάλλου, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε κάποιο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ. λόγος της αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι οι πληρωμές της αναιρεσειουσας κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 δεν ήταν αυτές που δέχθηκε το Εφετείο και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά εκείνες που αναφέρονται στον προκείμενο αναιρετικό λόγο και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., που διατάχθηκε με την υπ' αριθ.224/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, είναι απαράδεκτος, γιατί η προβαλλόμενη αιτίαση ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης. Επίσης, είναι απαράδεκτες και οι προβαλλόμενες με τον ίδιο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ. λόγο αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη μη αποδοχή του προβληθέντος από την αναιρεσειουσα ύψους των προαναφερμένων κονδυλίων που πληρώθηκαν από αυτή κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 και τη μη υιοθέτηση των πορισμάτων της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, αφού και οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, που διατυπώνεται με σαφήνεια.
Από τη διάταξη του άρθρου 368§1ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου, ενώ εξάλλου η μη αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης του δεν μπορεί να θεμελιώσει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ., αφού η θεμελίωση του προϋποθέτει εφαρμογή ουσιαστικής και όχι δικονομικής διάταξης νόμου, όπως είναι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 368§1ΚΠολΔικ. Επομένως, ο τρίτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 19 ΚΠολΔικ. αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποβληθέν από την αναιρεσειουσα αίτημα για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, άλλως απέρριψε το αίτημα αυτό χωρίς καμιά αιτιολογία, είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όπως και ο λόγος εφέσεως που αφορά αυτοτελή ισχυρισμό. Για να ιδρυθεί ο λόγος θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο ή παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή επουσιώδη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (κατά το τρίτο μέρος του) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ, προβάλλεται πράγματι η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι προσυπέγραψε με τις δανείστριες τράπεζες και την πλειοψηφία των δανειστών της, που συγκεντρώνουν το 75,5943% των χρεών της, συμφωνία περιορισμού των χρεών της σε ποσοστό 25% και ότι η ενδεχόμενη κύρωση της συμφωνίας αυτής από το Εφετείο Λάρισας, κατά παραδοχή των σχετικών αιτήσεων της περί υπαγωγής της στο καθεστώς του νόμου 1892/1990, αποτελεί ζήτημα που επιδρά αποφασιστικά στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι α) όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά και στο δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσειουσας, η αίτηση της για επικύρωση της συμφωνίας της με τους πιστωτές απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.173/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, μετά δε την κατάργηση από 19-6-2007 (έναρξη ισχύος του νέου πτωχευτικού κώδικα) των διατάξεων των άρθρων 44 εως 46 του ν.1892/1990, ο παραπάνω ισχυρισμός είναι νομικώς αδιάφορος και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) το Εφετείο με τις εκτεθείσες παραδοχές του ερεύνησε και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσειουσας.
Κατά το άρθρο 6 παρ.3 του νέου πτωχευτικού κώδικα (ν.3588/2007) "Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά. Καταχρηστική είναι η αίτηση, ιδίως, εάν ο πιστωτής την χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης ή προς επιδίωξη σκοπών ασχέτων με την πτώχευση ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και εάν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του". Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσειουσα με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων προς υποβολή της αίτησης πτώχευσης της αναιρεσείουσας και ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτών προς άσκηση της, υποστηρίζουσα κατά λέξη τα εξής: "Η πτώχευση της επιχειρήσεως και του εργοστασίου θα επιφέρει την απόλυτο καταστροφή μου και την ταφόπλακα σε κάθε ενέργεια επιβιώσεως μου και την αποστέρηση μου από τα δικαιώματα που μου δίδει ο νόμος και ίδια οι διατάξεις των άρθρων 44 και 46 του νόμου 1892/90.Με την έννοια αυτή η αίτησις πτωχεύσεως των αντιδίκων μου στοχεύει ευθέως και αμέσως στην πλήρη καταστροφή μου και στην αποστέρηση ουσιωδών και κυρίων δικαιωμάτων μου, που μου δίδει ο νόμος και κυρίως μου αποστερεί το δικαίωμα να αγωνισθώ δια την επιβίωση μου και την διάσωση μου, όπως πλειάδα ετέρων επιχειρήσεων, επέτυχε χωρίς να έχει τα αντίστοιχα με εμέ προσόντα και δυνατότητες, ούτε τον αυξημένο κοινωνικό μου ρόλο και την δράση μου στην περιοχή της Καρδίτσης. Είναι απολύτως φανερόν ότι τούτο θα επιφέρει και την νέκρωση και την καταστροφή της περιοχής και μεγάλα προβλήματα στην τοπική οικονομία. Θα αποτελέσει καταστροφή δια τους εργαζομένους σε αυτό και πλήρη απαξίωση του εργοστασίου που θα πωληθεί για πενταροδεκάρες. Τα άνω δεδομένα αποκτούν εξαιρετική σημασία από το γεγονός ότι κανένας δεν έχει πραγματικό συμφέρον από την πτώχευση του εργοστασίου, ούτε οι αντίδικοι, διότι επί του εργοστασίου υπάρχει υποθήκη της Γενικής Τραπέζης της Ελλάδος η οποία και θα ικανοποιηθεί προνομιακώς και ως εκ τούτου δεν υπάρχει περίπτωση να λάβουν ούτε δραχμή οι αιτούσες. Από αυτό και μόνον γίνεται αντιληπτό, ότι η αίτηση πτωχεύσεως που κατετέθει δεν σκοπεύει σε άλλο σκοπό παρά μόνον στην άσκηση αθεμίτου εκβιασμού και πιέσεως σε εμέ να ικανοποιήσω τις αιτούσες προνομιακώς. Οι βασικοί χρηματοδότες της Προντάκτα, η τράπεζα Κύπρου και η Γενική Τράπεζα επειδή γνωρίζουν την σημασία του εργοστασίου και τις δυνατότητες του δέχθηκαν να συμφωνήσουν μαζί του στον περιορισμό των χρεών τους στο 25% των οφειλών και σε αποπληρωμή σε 10 χρόνια, διότι η επιχείρηση είναι βιώσιμη. Όταν συνεπώς οι άνω δανειστές της Προντάκτα που έχουν την δύναμη να εισπράξουν τα χρήματα τους από τον πλειστηριασμό του εργοστασίου δεν το πράττουν, και κατατίθεται αίτηση πτωχεύσεως από εκείνους που δεν θα πάρουν τίποτα, είναι σαφές ότι οι αιτούσες ασκούν ωμό και άμεσο εκβιασμό να εισπράξουν με την πίεση της πτωχεύσεως χρήματα από εμέ. Ως εκ τούτου και μόνον είναι απολύτως σαφές και δεδομένον ότι η ένδικος αίτησις πτωχεύσεως, αποτελεί ευθείαν και άμεσον και καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αντιδίκων, αφού αυτό ασκήθηκε όχι ασφαλώς δια την ικανοποίηση νομίμου δικαιώματος των αντιδίκων και προς το αληθές συμφέρον αυτών, αλλά μόνον και μόνον προς άμεσον καταναγκασμό μου και εκβιασμό μου, σε πληρωμή των αντιδίκων μου, πέραν και άνω της άνω συμφωνίας μου με την πλειοψηφία των πιστωτών μου και ως εκ τούτου είναι σαφές ότι το άνω ένδικο μέσο της αιτήσεως πτωχεύσεως έχει ασκηθεί εναντίον κάθε ορίου καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 281 του ΑΚ, αφού τυχόν ευδοκίμησις του, θα επιφέρει δι εμέ τελείως αφορήτους και δυσβαστάκτους συνεπείας μη αποτρεπομένας αλλως ει μη δια της θυσίας του ασκουμένου δικαιώματος". Τα αναφερόμενα όμως ως άνω περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αίτησης των αναιρεσιβλητων περί κηρύξεως της αναιρεσειουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως, δεν είναι δηλαδή αρκετά μόνα τους για την κατάφαση πρόδηλης αντιθέσεως της ασκήσεως της εν λόγω αιτήσεως στα αξιολογικά κριτήρια του νέου πτωχευτικού κώδικα και του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο δε, διότι δεν ανταποκρίνονται πλήρως ούτε στις ενδεικτικώς αναφερόμενες στο άρθρο 6§3 του νέου πτωχευτικού κώδικα περιπτώσεις, καθόσον, ιδίως, δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο η αίτηση περί πτωχεύσεως της αναιρεσειουσας αποτελεί μέσο εκβιασμού για την προνομιακή ικανοποίηση των αξιώσεων των αναιρεσιβλητων, ούτε στις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, εν όψει και του ευρύτερου συμφέροντος της κοινωνίας για υγιή πίστη και συναλλαγή και για ανάγκη ικανοποίησης των δανειστών του οφειλέτη εμπόρου. Επομένως, αφού υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλητων προς υποβολή της ένδικης αίτησης για κήρυξη της αναιρεσειουσας σε κατάσταση πτώχευσης δεν είναι καταχρηστική, δεν ενέχει δηλαδή προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει ο νέος πτωχευτικός κώδικας και το άρθρο 281 ΑΚ, οι τρίτος (κατά το δεύτερο μέρος του) και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8 και 19 ΚΠολΔικ., προβάλλεται πράγματι η από τον αριθ.8 του άνω άρθρου αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ως άνω περί καταχρηστικής άσκησης ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας (αρθρ.13 ν.3588/2007).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Προντάκτα ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ.726/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ για κάθε ομάδα αυτών που παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ