2017/2007
Απόφαση 2017 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2017/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1΄ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη κ...
Απόφαση 2017 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2017/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καράκωστα. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".......... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπουρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9286/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 17-10-2003 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 857/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 9286/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3317/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 18-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του τρίτου λόγου αναιρέσεως, όπως αυτός, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1- Επειδή κατά μεν το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "αν ο ΄Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές", κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής), μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση......". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι. Στην προκειμένη περίπτωση με την επί της υποθέσεως εκδοθείσα υπ΄ αριθ. 857/2005 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την ένδικη από 14-11-2000 αγωγή της εξέθεσε ότι είναι νόμιμη μεσιτική εταιρία, τα δε μέλη της είναι νόμιμα διορισμένοι μεσίτες αστικών συμβάσεων, ότι στις 16-5-2000 ο πρώτος εναγόμενος (X, ο οποίος ήδη δεν είναι διάδικος στην προκειμένη αναιρετική δίκη), ενεργώντας και για λογαριασμό του αδελφού του X1 (ήδη αναιρεσείοντος), της ανέθεσε με γραπτή εντολή να εξεύρει αγοραστή για το αναφερόμενο στην αγωγή οικόπεδο, ιδιοκτησίας της εταιρείας "ΡΟΤΟΝΤΑ Α.Ε.", αντί προτεινόμενης τιμής πωλήσεως 800.000.000 δραχμών και αμοιβής 2% επί του τιμήματος που θα συμφωνούνταν, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ποσό που θα έπρεπε να καταβάλουν οι εντολείς, και μάλιστα εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, μετά την παρέλευση δεκαημέρου από την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου, ότι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, υπέδειξε το εν λόγω ακίνητο και στον ........., από τον οποίο, ενεργούντα ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", είχε λάβει τη σχετική από ....... εντολή αγοράς του, αποτέλεσμα δε των εν λόγω εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υποδείξεως και διαμεσολαβήσεως ήταν η ως άνω "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." να αποκτήσει το ακίνητο όχι με μεταβίβασή του, αλλά, για τους αναφερόμενους λόγους, που ωφελούσαν και τους δύο ενδιαφερόμενους, με την απόκτηση του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "ΡΟΤΟΝΤΑ Α.Ε.", που έγινε με το από ........ ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως των μετοχών αντί του ποσού των 713.000.000 δραχμών. Ακολούθως κρίθηκε ότι η ως άνω ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ζητούσε να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι (δηλαδή και ο ανωτέρω X, αλλά και ο ήδη αναιρεσείων), ως εντολείς, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 14.260.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από τις 13-10-2000, άλλως από την επίδοση της αγωγής, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. εκ ποσού 2.566.800 δραχμών, ήταν νομικά βάσιμη, εφόσον με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτήν περιστατικά, συνέτρεχαν οι αναφερόμενες προϋποθέσεις για την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης απαίτηση μεσιτικής αμοιβής, αφού με τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας, στην οποία ανήκε το ακίνητο, επιτεύχθηκε ισοδύναμο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια δε το Β1 Πολιτικό Τμήμα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την ως άνω υπ΄ αριθ. 857/2005 απόφασή του αναίρεσε, κατά παραδοχή ως βασίμων σχετικών λόγων αναιρέσεως της ήδη αναιρεσίλβητης εταιρείας, την προβληθείσα με αναίρεση υπ΄ αριθ. 9286/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού είχε κριθεί ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, στη συνέχεια είχε απορριφθεί κατ΄ ουσίαν η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας κατά της υπ΄ αριθ. 234/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρούμενης έτσι της τελευταίας αποφάσεως, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη. Το Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε, δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή και καθόσον απευθυνόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος (δεύτερου εναγομένου) ήταν, με βάση το ως άνω περιεχόμενό της, νομικά βάσιμη, ως περιέχουσα και το γεγονός ότι ο X είχε ενεργήσει κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως μεσιτείας και ως άμεσος αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, το γεγονός δε αυτό το δέχτηκε στη συνέχεια και ως ουσιαστικά βάσιμο. Με το να κρίνει όμως το Εφετείο με την ήδη προσβαλλόμενη αυτήν απόφασή του ότι στην ένδικη αγωγή περιεχόταν και το αμέσως πιο πάνω γεγονός, εκτός του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, σ΄ αυτήν πράγματι περιέχεται σαφώς και το γεγονός αυτό, αφού από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει ότι πράγματι, κατά τα εκτιθέμενα, ο X κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως μεσιτείας είχε ενεργήσει και ως άμεσος αντιπρόσωπος του ήδη αναιρεσείοντος αδελφού του, τελικά δεν έπραξε (το Εφετείο) κάτι διαφορετικό από το να συμμορφωθεί προς την παραπάνω αναιρετική απόφαση, από την οποία προέκυπτε δέσμευσή του να δεχτεί ότι η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη και καθόσον απευθυνόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην ένδικη αγωγή περιεχόταν και το γεγονός ότι ο X κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως μεσιτείας είχε ενεργήσει και ως άμεσος αντιπρόσωπος (δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό) του αναιρεσείοντος παρά το νόμο έλαβε υπόψη και το γεγονός τούτο, το οποίο, μαζί με τα άλλα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονταν στην αγωγή, στήριζε αυτήν καθόσον απευθυνόταν κατά του αναιρεσείοντος, παρά το ότι, κατά το λόγο αναιρέσεως, στην αγωγή δεν περιεχόταν ένα τέτοιο γεγονός, και με το δεύτερο μέρος του οποίου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 211 του ΑΚ (που αφορά την άμεση αντιπροσώπευση) αρκούσε να αναφέρεται στην αγωγή ότι η δικαιοπραξία απλώς επιχειρήθηκε "για λογαριασμό" του αναιρεσείοντος αρκέστηκε σε λιγότερα από τα από την τελευταία διάταξη απαιτούμενα στοιχεία, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη αυτή, δηλαδή αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 περ. β΄ και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα του δικογράφου της ένδικης αγωγής αναφορικά με την κύρια σ΄ αυτό (όπως εκτιμάται) βάση της αγωγής αυτής, επειδή δεν αναφέρονται σ΄ αυτήν και τα περαιτέρω στο λόγο αναιρέσεως καθοριζόμενα στοιχεία. Το Εφετείο δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή και καθόσον απευθυνόταν κατά του αναιρεσείοντος ήταν, με βάση το ως άνω περιεχόμενό της "επαρκώς ορισμένη.... κατά τις βάσεις της.....". Με το να κρίνει όμως το Εφετείο με την εν λόγω απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή κατά την κριθείσα κύρια βάση της, τη στηριζόμενης τη σύμβαση μεσιτείας, ήταν ορισμένη επίσης δεν έπραξε κάτι διαφορετικό από τ να συμμορφωθεί προς την παραπάνω αναιρετική απόφαση, από την οποία προέκυπτε δέσμευσή του να δεχτεί ότι η αγωγή κατά την αμέσως πιο πάνω (κύρια) βάση της ήταν ορισμένη και καθόσον απευθυνόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι η κρίση που εκφέρθηκε με την αναιρετική απόφαση για το ότι η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, προϋπέθετε και δη αναγκαίως την κρίση ότι η αγωγή ήταν κατά την προαναφερόμενη βάση της και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτούμενα στοιχεία. Και αυτό πέραν του ότι, όπως ήδη αμέσως πιο πάνω αναφέρθηκε, στην αγωγή περιεχόταν και το γεγονός ότι η ένδικη σύμβαση μεσιτείας καταρτίστηκε από το X και με την ιδιότητά του ως άμεσου αντιπροσώπου του ήδη αναιρεσείοντος αδελφού του, ενώ και τα άλλα πραγματικά περιστατικά, που, κατά τα παραπάνω, περιέχονταν στην αγωγή αρκούσαν για το ορισμένο της κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ.- 2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 211, 212 και213 του ΑΚ, προκύπτει ότι, επί άμεσης αντιπροσωπεύσεως, για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία, δεκτική αντιπροσωπεύσεως, στο όνομα του αντιπροσωπευομένου και επιπλέον να καταστήσει γνωστό και με ρητή δήλωσή του προς εκείνο με τον οποίο συναλλάσσεται ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, ενώ το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται και όταν συνάγεται από τις περιστάσεις ότι η δήλωση έγινε το όνομα του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 216 του ΑΚ η εξουσία αντιπροσωπεύσεως παρέχεται από τον αντιπροσωπευόμενο με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα), κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 217 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται από τον αντιπρόσωπο η δικαιοπραξία. Αν δεν υπάρχει εξουσία αντιπροσωπεύσεως ή δήλωση βουλήσεως δεν επιφέρει έννομες συνέπειες στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου και η σύμβαση την οποία καταρτίζει πρόσωπο χωρίς εξουσία αντιπροσωπεύσεως είναι άκυρη εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος τελικά δεν την εγκρίνει (άρθρ. 216, 229 και 180 ΑΚ). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικός περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με έγκυρη σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε εγγράφως στις ........ στην Αθήνα μεταξύ της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας (ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας ........ ΟΕ, με έδρα την ....., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως μεσίτριας αστικών συμβάσεων, νομίμως εγγεγραμμένης στο οικείο επαγγελματικό επιμελητήριο Αθηνών με αριθμό γενικού μητρώου .........) και των εναγομένων X και X1 (ήδη αναιρεσείοντος), ως εντολέων, οι τελευταίοι ανέθεσαν στην αναιρεσίβλητη την εντολή, αντί αμοιβής (μαζί με το Φ.Π.Α.), σε ολόκληρον οφειλόμενης από τους εντολείς, να τους υποδείξει ευκαιρία για την πώληση "συγκεκριμένου" ακινήτου (οικοπέδου επί των οδών ....., ...... και ......., στην Αθήνα, στη θέση ........). Στη σύμβαση μεσιτείας δηλώθηκε μόνο το αντικείμενο της σκοπούμενης συμβάσεως, όχι και οι κατ΄ ιδίαν όροι καταρτίσεως της, ενώ ο εναγόμενος X ενέργησε για τον εαυτό του και ως άμεσος αντιπρόσωπος του ήδη αναιρεσείοντος δεύτερου εναγομένου αδελφού του X1. Ειδικότερα, το περιεχόμενο της έγγραφης εντολής έχει ως εξής (επί λέξει). "Προς την εταιρεία ....... ΟΕ, Αθήνα 16.5.2000. Κύριοι, Εγώ ο υπογράφων X και για λογαριασμό X1, με την παρούσα μου επιστολή, σας δίνω την εντολή όπως διαπραγματευθείτε την πώληση του επί της οδού ...... και ...... και ......, οικόπεδο, 1200 τ.μ., ακινήτου, στη θέση ........, αξίας 800.000.000 δραχμών, υποδεικνύοντας την ευκαιρία σε υποψήφιους αγοραστές, υποσχόμενος, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της πωλήσεως με οποιονδήποτε πελάτη του γραφείου σας να καταβάλλω εις ολόκληρον, είτε εγώ είτε ο συμβληθησόμενος, τον οποίο υποχρεούμαι να ενημερώσω για την κατάρτιση της παρούσης εντολής τη συμφωνηθείσα μεσιτεία (2%) επί ολοκλήρου του συμφωνηθησομένου πραγματικού τιμήματος, πλέον Φ.Π.Α., με το νόμιμο τόκο μετά παρέλευση δεκαημέρου από της καταρτίσεως της σχετικής συμβάσεως, χωρίς όχληση. Την ίδια ως άνω μεσιτεία θα σας καταβάλω και σε περίπτωση ανταλλαγής του ακινήτου μου καθώς επίσης και σε περίπτωση πωλήσεως του ακινήτου μου σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης (με τη μέθοδο LEASING) ή σε οποιαδήποτε εταιρεία και την εν συνεχεία εκμίσθωση αυτού σε πελάτη του γραφείου σας προς τον οποίο έχετε υποδείξει την ευκαιρία. Σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της ανωτέρω πωλήσεως δι' οιονδήποτε λόγο με τον πελάτη του γραφείου σας, ουδεμία υποχρέωση θα έχω καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων ή άλλων τινών εξόδων. Ακόμη, διατηρώ το δικαίωμα να διαπραγματευθώ το ακίνητο με οποιονδήποτε άλλο αγοραστή, να μεταβάλλω την τιμή ή και να αρνηθώ την πώληση τούτου. Σε περίπτωση μισθώσεως του ανωτέρω ακινήτου σε οιονδήποτε πελάτη του γραφείου σας υποχρεούμαι να καταβάλω ως μεσιτεία το ισόποσο ενός μηνιαίου πραγματικού μισθώματος πλέον Φ.Π.Α., ως ανωτέρω. Η εταιρεία ........ ΟΕ αποδέχεται τις παραπάνω δηλώσεις. Μετά τιμής. Υπογραφή X και σφραγίδα της εταιρείας ROTONDA S.Α.". Κατά την υπάρχουσα εντολή, η αναιρεσίβλητη στις 12.6.2000 υπέδειξε για πώληση το επίδικο ακίνητο στην "πελάτιδά της" ανώνυμη εταιρεία ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη. Με το με ημερομηνία ........ έγγραφο ("ιδιωτικό συμφωνητικό"), εγκύρως μεταβιβάστηκε πωλήθηκε, αντί τιμήματος 713.000.000 δραχμών, το σύνολο των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας ROTONDΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, νομίμως εκπροσωπούμενης, στην αγοράστρια) ανώνυμη εταιρεία ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη (άρθρο 79 παρ. 4 ν. 2238/1994.. Το χρόνο εκείνο (2.10.2000), η πρώτη εταιρεία ήταν κυρία του ως άνω ακινήτου, χωρίς να έχει άλλη δραστηριότητα (πλην του ακινήτου αυτού), και οι εναγόμενοι ήταν, μαζί με άλλους, μέτοχοι της. Η πώληση του πιο πάνω ακινήτου, με τη μεταβίβαση - πώληση του συνόλου των μετοχών της εταιρείας, κυρίας του ακινήτου, ήταν αποτέλεσμα της υποδείξεως ευκαιρίας, ως άνω, από την αναιρεσίβλητη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι εναγόμενοι (από τους οποίους ο δεύτερος είναι ο ήδη αναιρεσείων) υποχρεούνται να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον καθένας, τη συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, καθώς και το Φ.Π.Α., κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτήν οριζόμενα, και στη συνέχεια, αφού δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ΄ αριθμ. 234/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν και ακολούθως, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη από14-11-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια αυτής βάση και κατά το μέρος της κατά το οποίο αυτή είχε κριθεί νόμιμη και καθόσον απευθυνόταν κατά του αναιρεσείοντος, για καταβολή της συμφωνημένης μεσιτικής αμοιβής, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, καθώς και του Φ.Π.Α., κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή σχετικώς οριζόμενα. Όμως το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για τους σ΄ αυτήν παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, ότι η εκ μέρους του X δήλωση βουλήσεως για κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως μεσιτείας στο όνομα και για λογαριασμό του ήδη αναιρεσείοντος έγινε μέσα στα όρια εξουσίας άμεσης αντιπροσωπεύσεως και έτσι ενέργησε αμέσως κατά του τελευταίου ως αντιπροσωπευομένου στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄ αυτήν ανεπαρκή αιτιολογία επί του σχετικού ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε μεν ότι ο ως άνω X στην προαναφερόμενη σύμβαση μεσιτείας συμβλήθηκε και υπό την ιδιότητά του ως άμεσου αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος αδελφού του, πλην όμως δεν καθορίζονται στην απόφασή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι πράγματι είχε παρασχεθεί στον εν λόγω ως άμεσο αντιπρόσωπο ενεργήσαντα από τον αναιρεσείοντα με σχετική δικαιοπραξία η εξουσία άμεσης αντιπροσωπεύσεώς του στη σύμβαση μεσιτείας και δη με δήλωση που είχε δοθεί είτε προς το φερόμενο ως εξουσιοδοτηθέντα είτε προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία επιχειρήθηκε η δικαιοπραξία. Ενώ, πέραν τούτου, δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση και ότι ο ανωτέρω X είχε ρητώς καταστήσει γνωστό στην αναιρεσίβλητη κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μεσιτείας ότι ενεργούσε και ως άμεσος αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι γίνεται δεκτό με την απόφαση μόνον ότι ο εν λόγω X συμβλήθηκε "και για λογαριασμό X1" (αναιρεσείοντος), πράγμα το οποίο δεν αρκεί για την ύπαρξη άμεσης αντιπροσωπεύσεως, για την οποία απαιτείται και ενέργεια "στο όνομα του αντιπροσωπευομένου", γεγονός που δεν αναφέρεται στην από ...... έγγραφη εντολή του X προς την αναιρεσίβλητη, το περιεχόμενο της οποίας φαίνεται ότι υιοθετεί ως αποδεικνυόμενο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Και ακόμη δεν διαλαμβάνεται στην ίδια απόφασεως, έστω, ότι ο προαναφερόμενος X δεν προέβη μεν σε μια τέτοια ρητή δήλωση, πλην όμως η ιδιότητά του ως άμεσου αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μεσιτείας συναγόταν από συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες πάντως δεν αναφέρονται. ΄Ετσι, όμως, εξαιτίας των ως άνω ελλείψεων, και ποιοτικών, αλλά και ποσοτικών, που εντοπίστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες ελλείψεις αφορούν το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναφορικά με το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 21, 216 και 217 του ΑΚ, που εφαρμόστηκαν και έπρεπε να εφαρμοστούν από το Εφετείο. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγων ανεπαρκούς αιτιολογίας επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, όπως ο λόγος αυτός παραδεκτώς διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, με την έγγραφη εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. ΄Ετσι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον αμέσως πιο πάνω λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος, και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 3317/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ