Legislator Case Law & Legislation
2016/2022 AI generated

2016/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2016/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2016/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
farm rent rural land ownership rural areas permanent residence indigence occupied property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2016 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2016/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. Ο. του Ο., κατοίκου Φύλακα Κομοτηνής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκεσούλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Θράκης και συνεκδικάστηκε με την από 9-5-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου, επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.

Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής" (παρ. 2). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 10 εδ. α' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αρμόδιο να προσδιορίσει προσωρινώς την αποζημίωση είναι το μονομελές εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής (παρ. 1). Το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους και οφείλει να εκδώσει απόφαση μέσα σε τριάντα ημέρες από τη συζήτηση (παρ. 10 εδ.

α'). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1- 6 του ίδιου ως άνω νόμου, αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση (παρ. 1). Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.

Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 (παρ. 2).

Το δικόγραφο της αίτησης κατατίθεται στη Γραμματεία του Εφετείου. Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από 30 ημέρες ούτε μακρότερο από 40 ημέρες από την κατάθεση της αίτησης. Ακολούθως η αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται μέσα σε είκοσι μέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως. Εάν εκείνοι κατά των οποίων απευθύνεται η αίτηση είναι κάτοικοι αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής η επίδοση πρέπει να γίνει 30 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, παρατεινομένου αναλόγως του χρόνου ορισμού της δικασίμου (παρ. 3).

Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά (παρ. 4).

Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης (παρ. 5).

Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 έως και 9 του προηγούμενου άρθρου 19 εφαρμόζονται αναλόγως. Το εφετείο δύναται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη διάγνωση της αλήθειας, να διακόψει ή να παρατείνει τη συζήτηση σε περισσότερες συνεδριάσεις, οι οποίες δεν δύναται να απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από είκοσι ημέρες.

Πάντως η έκδοση της οριστικής απόφασης δεν επιτρέπεται να βραδύνει περισσότερο από ένα έτος από την άσκηση της αίτησης (παρ. 6). Κατά την ισχύουσα δε, τόσο επί του προσωρινού, όσο και επί του οριστικού προσδιορισμού, διάταξη του άρθρου 19 παρ. 6 εδ. α' και β' του ίδιου κώδικα, αναβολή της συζήτησης της αίτησης επιτρέπεται μόνο μια φορά για σοβαρό λόγο και ιδιαίτερα εάν πιθανολογείται ότι κάποιος από τους ενδιαφερομένους δεν κλήθηκε ούτε παρενέβη στη δίκη.

Το δικαστήριο ορίζει τη νέα δικάσιμο μέσα στις δεκαπέντε επόμενες ημέρες και διατάσσει την χωρίς κλήση εμφάνιση σ' αυτήν των παρισταμένων διαδίκων καθώς και εκείνων που έχουν ήδη κληθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 94/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 171/2020).

Τέλος, ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1, 19 παρ. 6 και 19, 20 παρ. 1-6 του Κ.Α.Α.Α. (ν. 2882/2001), 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δέχτηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου του και τον οριστικό προσδιορισμό της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης, είναι ο χρόνος της ενώπιόν του συζήτησης της ένδικης αιτήσεώς του (5-10-2018), χωρίς να λάβει υπόψη ότι η υπέρβαση έτους από το χρόνο συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (27-1-2017) οφείλεται στη μη τήρηση, από το Μονομελές και το Τριμελές Εφετείο, των οριζόμενων από το νόμο προθεσμιών και συγκεκριμένα στο ότι α) το Μονομελές Εφετείο δεν εξέδωσε την απόφασή του για τον προσωρινό προσδιορισμό μέχρι τις 28-2-2017, ήτοι εντός τριάντα ημερών από τη συζήτηση, όπως όφειλε, κατ' άρθρο 19 παρ. 10 του Κ.Α.Α.Α. (ν. 2882/2001), αλλά στις 14-11-2017 και β) στο Τριμελές Εφετείο, οι κατατεθείσες εντός της ενιαύσιας προθεσμίας αιτήσεις του ιδίου και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, για καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, συζητήθηκαν στις 5-10-2018, ήτοι μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση του προσωρινού προσδιορισμού.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 1121602/5368/Δ0010/6.10.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 445/22.10.2010, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλ/σεων και Πολ/κών Θεμάτων (ΑΑΠΘ) και κατόπιν της υπ' αριθμ.

πρωτ. Δ12/5059/17.1.2014 Έγκρισης του 1ου διορθωτικού του 1ου συμπληρωματικού κτηματολογίου στο τμήμα 15.2.1 ΚΟΜΟΤΗΝΗ-ΣΤΡΥΜΗ-Α/Κ ΒΙΠΕ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ (αρχική ΚΥΑ 1057407/5963/0010/30.6.1999, ΦΕΚ 544/20.7.1999 τ.Δ' & ΚΥΑ 1ου συμπληρωματικού 1121602/5368/Δ0010/ 6.10.2010, ΦΕΚ 445/22.10.2010 τ. ΑΑΠ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και συγκεκριμένα για την κατασκευή του έργου Α/Κ ΒΙΠΕ Κομοτηνής της Εγνατίας Οδού στο τμήμα (15.2) "ΚΟΜΟΤΗΝΗ-ΣΤΡΥΜΗ".

Η απαλλοτριούμενη έκταση έχει συνολικό εμβαδόν 47.803 τ.μ. και βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δήμου Κομοτηνής Ν. Ροδόπης, μεταξύ δε των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνεται και η με αριθμό ΚΠ 6 ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος. Κατόπιν της ασκηθείσας, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με αριθμό καταθέσεως 69/2015, αιτήσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και, μεταξύ άλλων, της με αριθμό καταθέσεως 86/2015 ανταιτήσεως του αναιρεσείοντος και του μετέπειτα αποβιώσαντος πατέρα του, για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, οι οποίες προσδιορίστηκαν αρχικά για τη δικάσιμο της 15-1-2016, συνεκδικάστηκαν δε, κατόπιν αναβολής, κατά τη δικάσιμο της 27-1-2017, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 413/2017 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 14.11.2017, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για το απαλλοτριούμενο εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας του και τα επικείμενα αυτής και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της.

Εν συνεχεία, οι ασκηθείσες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (μετά από παρέλευση έτους από τη συζήτηση του προσωρινού προσδιορισμού): 1) από 29-3-2018 και με αρ. κατ. 12/5-4-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και τα επικείμενα αυτού, β) τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του και των επ' αυτού εγκαταστάσεων του ποιμνιοστασίου του, γ) την αναγνώριση του δικαιώματός του προς αποζημίωση αα) ύψους 254.293,50 ευρώ για τη μετεγκατάσταση της κτηνοτροφικής του μονάδας και ββ) ύψους 6.745,20 και 32.750 ευρώ, για την κατά την τελευταία διετία, λόγω της υλοποίησης της απαλλοτρίωσης, ζημία του από τη μείωση της γαλακτοπαραγωγής και την αναπαραγωγή των προβάτων, αντίστοιχα και 2) από 9.5.2018 και με αρ.

κατ. 21/9.5.2018 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με αντικείμενο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και τα επικείμενα αυτού και την αναγνώριση ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος οριστικού καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, προσδιορίστηκαν, η μεν πρώτη για τη δικάσιμο της 25-5-2018, η δε δεύτερη για τη δικάσιμο της 5-10-2018, οπότε και συζητήθηκαν, εκδόθηκε δε επ' αυτών η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 24/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία ως προς τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, δέχτηκε ότι: "....

κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (5.10.2018), καθότι από τη συζήτηση της αίτησης για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης την 27.1.2017, μέχρι τη συζήτηση της παρούσας παρήλθε έτος, η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου ........". Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, είναι ο χρόνος της ενώπιόν του συζήτησης, λόγω παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση του προσωρινού προσδιορισμού, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ.

γ' του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Κατά συνέπειαν, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι η υπέρβαση έτους από το χρόνο συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, μέχρι τη συζήτηση του οριστικού προσδιορισμού, οφείλεται στη μη τήρηση, από αμφότερα τα δικαστήρια, των προβλεπόμενων από το νόμο προθεσμιών για τον ορισμό δικασίμου και για την έκδοση αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή όχι) είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο (της μη τήρησης, από τα δικαστήρια, των οριζόμενων από το νόμο προθεσμιών για τον ορισμό δικασίμου και για την έκδοση αποφάσεως), δεν είχε προβληθεί με την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος (παρότι, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση αυτού για τον οριστικό καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, ασκήθηκε μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση του προσωρινού προσδιορισμού), χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές, αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλείται ο αναιρεσείων.

Επιπλέον, για τη θεμελίωση του απαιτούμενου έννομου συμφέροντός του προς άσκηση του λόγου τούτου της αναιρέσεως (άρθρ. 556, 577 και 68 του ίδιου Κώδικα), ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την 27-1-2017 (χρόνος συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης), έως την 5-10-2018 (χρόνος της ενώπιον του Εφετείου συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό), επήλθε απομείωση της αξίας του συγκεκριμένου απαλλοτριωμένου ακινήτου του, ώστε να πρέπει να ερευνηθεί αν η υπέρβαση του έτους οφείλεται στη μη τήρηση εκ μέρους του δικαστηρίου των αναφερόμενων στην προηγηθείσα νομική σκέψη προθεσμιών των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 6 και 10, 20 παρ. 3 εδ.

β' του Κ.Α.Α.Α. και, σε καταφατική περίπτωση, να ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, ο χρόνος της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό (απόφαση ΕΔΔΑ της 2-6-2022, επί προσφυγής της Bacht AE κατά της Ελλάδος).

Συνεπώς, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8 και 9/2006, ΑΠ 564/2018, ΑΠ 256/2018, ΑΠ 1165/2017, ΑΠ 252/2017).

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (ΑΠ 781/2022, ΑΠ 481/2021, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 682/2020). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) (όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρ. 9 του Ν. 3193/2003), "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη "ιδίως" και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης τα απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται.

Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, και όχι αν σε αυτό ασκείται συγκεκριμένη επικερδής επιχείρηση, η οποία με την απαλλοτρίωση θα διακόψει τη λειτουργία της.

Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΑΠ 40/2019, ΑΠ 1424/2018, ΑΠ 328/2016, ΑΠ 326/2016).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 42/2020).

Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 258/2021, ΑΠ 42/2020).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1, του Κ.Α.Α.Α. (ν. 2882/2001), 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και χωρίς αιτιολογία, παρότι δέχτηκε ότι επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν έλαβε υπόψη του, κατά τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, την πρόσοδο από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 24/2020 απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου), κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ιδιοκτησία της απαλλοτρίωσης με αριθμό ΚΠ 6 προβάλει δικαιώματα ο αιτών της πρώτης αίτησης. [.................].

Η ως άνω ιδιοκτησία του αιτούντος απαλλοτριώνεται αναγκαστικά σε έκταση επιφάνειας 576,14 τ.μ., ενώ παλαιότερα με τη με αριθμό ΚΥΑ 1057407/5963/0010/30.6.1999 είχε απαλλοτριωθεί η ίδια ιδιοκτησία σε έκταση 778 τ.μ.. Πριν την επίδικη απαλλοτρίωση η ως άνω ιδιοκτησία του αιτούντος είχε έκταση 1.119,72 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση (της άνω εδαφικής έκτασης 576,14 τ.μ.) παραμένει έκταση 543,58 τ.μ..

Η ιδιοκτησία του αιτούντος βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Φύλακα, πλησίον της κεντρικής αρτηρίας της ΕΓΝΑΤΙΑΣ οδού και πλησίον της βιομηχανικής περιοχής Κομοτηνής, έχει πρόσωπο σε αγροτική οδό και επ' αυτής υφίσταται ως επικείμενο περίφραξη ύψους 2 μέτρων, συνολικού μήκους 111 μέτρων. Η ιδιοκτησία αυτή προορίζεται αποκλειστικά για αγροτική χρήση, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και στην περιοχή δεν υπάρχει ενδιαφέρον για οικιστική ανάπτυξη κατοικιών, αλλά μόνο περιορισμένο ενδιαφέρον για ανέγερση επιχειρηματικής στέγης. [...........].

Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη θέση του απαλλοτριούμενου ακινήτου, την υφιστάμενη πλέον, λόγω της οικονομικής κρίσης, που πλήττει ιδιαίτερα την κτηματαγορά, απομείωση της αξίας των ακινήτων, καθώς και ότι η εμπορική τους αξία συγκλίνει πλέον με την αντικειμενική τους, σημειουμένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η εμπορική του υπερτερεί αυτής της αντικειμενικής του αξίας, λόγω της θέσεως του πλησίον αυτοκινητοδρόμου, βιομηχανικής περιοχής και περιοχής από την οποία επίκειται να διέλθει αγωγός φυσικού αερίου, κρίνεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (5.10.2018), καθότι από τη συζήτηση της αίτησης για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης την 27.1.2017, μέχρι τη συζήτηση της παρούσας παρήλθε έτος, η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, βάσει των υφισταμένων, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, οικονομικών και νομισματικών συνθηκών και των προσόδων του και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσης του και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, εκείνη δηλαδή με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί με άλλο ισάξιο του, ανέρχεται για το εδαφικό τμήμα στο ποσό των 1,50 ευρώ ανά τ.μ. [...........].

Η επίδικη ΚΠ 6 ιδιοκτησία είχε αρχικά, όπως προαναφέρθηκε, συνολικό εμβαδό 1.119,73 τ.μ. και μετά την παρούσα απαλλοτρίωση απομένει εμβαδό 543,58 τ.μ.. Ο αιτών [.......] λειτουργεί στην εν λόγω έκταση κτηνοτροφική επιχείρηση δυναμικότητας 95 προβάτων [............]. Στο ως άνω ακίνητο (ενν. το εναπομείναν τμήμα) υφίσταται λαμαρινοσκεπές υπόστεγο (στάνη) κτισμένο με χαμηλής αξίας υλικά (σανίδες, λαμαρίνες, τσιμεντόλιθους) εμβαδού 35,26 τ.μ., η οποία καθόσον η υφιστάμενη κύρια χρήση είναι κτηνοτροφική και αποτελείται από εγκαταστάσεις που ανεγέρθησαν δυνάμει οικοδομικής άδειας, παραμένουν νομίμως υφιστάμενα και χρησιμοποιούνται νομίμως για τη χρήση που προορίζονται. [..................].

Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του αιτούντος καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που ήδη προορίζεται, ούτε αλλοιώνεται η λειτουργία της υπάρχουσας κτηνοτροφικής εγκατάστασης δυναμικότητας ενενήντα πέντε (95) προβάτων..........". Τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Ειδικότερα, το Εφετείο καθόρισε ως πραγματική αξία αυτού την εμπορική του αξία (η οποία υπερτερεί της αντικειμενικής, λόγω της θέσεώς του πλησίον αυτοκινητοδρόμου, βιομηχανικής περιοχής και περιοχής από την οποία επίκειται να διέλθει αγωγός φυσικού αερίου), η οποία επιτρέπει στον ιδιοκτήτη του αναιρεσείοντα να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο και συνεπώς η αποζημίωση είναι πλήρης.

Η αιτίαση ότι, αν και δέχτηκε το Εφετείο ότι στο απαλλοτριωθέν ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν έλαβε υπόψη του, κατά την εκτίμηση της αξίας του, την πρόσοδο από αυτή, η οποία αναβιβάζει την αξία σε σχέση με τα παρακείμενα ακίνητα, αλλά την καθόρισε ως απλό αγροτικό τεμάχιο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, δυναμικότητας ενενήντα πέντε (95) προβάτων, βρίσκονται εξ ολοκλήρου στο τμήμα του ακινήτου που δεν απαλλοτριώνεται, στο οποίο μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθεί να λειτουργεί απρόσκοπτα η κτηνοτροφική του επιχείρηση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επίκλησης της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

πλήττεται η ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις κανόνων δικαίου (άρθρ. 13 ΚΑΑΑ, 17 Σ., 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ), αλλά διέλαβε στην απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, με συνέπεια η απόφασή του να μη στερείται νόμιμης βάσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 59/1999).

Από την ίδια δε διάταξη, συνδυαζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ν. 2882/2001 (κατά την οποία "η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα"), προκύπτει ότι, όταν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο υπάρχουν συστατικά του πράγματος, κατά την έννοια των άρθρων 953 επ.

του ΑΚ, όπως κτίσματα μόνιμης κατασκευής, δένδρα, φυτείες κ.λ.π., τα τελευταία απαλλοτριώνονται με το έδαφος του ακινήτου αυτοδίκαια και μπορεί να ζητηθεί και γι' αυτά ο καθορισμός αποζημίωσης, ακόμη και αν δεν σημειώνεται στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα ότι υπάρχουν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο (Ολ.ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 422/2015, ΑΠ 1902/2009).

Η ίδια ρύθμιση που προεκτέθηκε, αναφορικά με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας κ.λπ. του εδαφικού τμήματος του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για τα επικείμενα του απαλλοτριωμένου ακινήτου, λαμβανομένου υπόψη ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση και η αξία των επικειμένων (συστατικών) αποτελούν παρεπόμενα αντικείμενα και σύστοιχα αιτήματα της αξίας του απαλλοτριωμένου εδάφους, που πρέπει ενιαία, με μία δικαστική απόφαση, έστω και χωριστά κατ' είδος (αξία εδάφους, αξία συστατικών, ιδιαίτερη αποζημίωση) να εκτιμηθούν, για να υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού της πλήρους αποζημίωσης, με την οποία συντελείται η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 2 του Συντάγματος.

Για να είναι δε πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 882/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, 1201/2017, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 43/2021, ΑΠ 976/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 10/2019).

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (ΑΠ 241/2021, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 759/2020, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 551/2020).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, την αιτίαση ότι το Εφετείο, "με αντιφατικές διατάξεις", καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 70%, μόνο για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, όχι όμως και για τα υπάρχοντα επ' αυτού κτίσματα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποια είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτει ο αναιρεσείων ανάγονται σε ανεπάρκειες, κατά την άποψή του, του αιτιολογικού της αποφάσεως, που όμως δεν στοιχειοθετούν τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 24/2020 απόφασή του, δέχτηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου του αναιρεσείοντος και της αποζημίωσης για την μετεγκατάσταση της λειτουργούσας στο τμήμα αυτό κτηνοτροφικής του μονάδας), πέραν των αναφερόμενων παραπάνω παραδοχών της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".......

Ο αιτών την ιδιαίτερη αποζημίωση λειτουργεί στην εν λόγω έκταση κτηνοτροφική επιχείρηση δυναμικότητας 95 προβάτων και το εναπομείναν μετά την επίδικη απαλλοτρίωση ακίνητό του, χάνει την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητά του για μελλοντική αξιοποίηση, ήτοι για επέκταση των εγκαταστάσεων της υπάρχουσας κτηνοτροφικής μονάδας πέραν της ήδη υπάρχουσας δυναμικότητας, που ορίζεται σε 750 τ.μ., κατά το άρθρο 1 παρ.2 β εδ.

α' του Π.Δ. 24-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ/31-5-1985). Επειδή, ωστόσο η πολεοδομική κατάσταση του ακινήτου δεν διαφοροποιήθηκε πριν και μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, δηλαδή εξακολουθεί να είναι μη οικοδομήσιμο για αστικό ακίνητο, καθώς δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του πδ/τος 209/1998, η ιδιαίτερη αποζημίωση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το νόμιμο αίτημά της και να καθοριστεί τιμή ιδιαίτερης αποζημίωσης, ανερχόμενη σε ποσοστό 70% επί της τιμής μονάδας του υπολοίπου εναπομείναντος του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ΚΠ6 ιδιοκτησίας.

Στο ως άνω ακίνητο υφίσταται λαμαρινοσκεπές υπόστεγο (στάνη) κτισμένο με χαμηλής αξίας υλικά (σανίδες, λαμαρίνες, τσιμεντόλιθους) εμβαδού 35,26 τ.μ., η οποία, καθόσον η υφιστάμενη κύρια χρήση είναι κτηνοτροφική και αποτελείται από εγκαταστάσεις που ανεγέρθησαν δυνάμει οικοδομικής άδειας, παραμένουν νομίμως υφιστάμενα και χρησιμοποιούνται νομίμως για τη χρήση που προορίζονται.

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 4056/2012 και των άρθρων 6, 7 και 8 του Ν.1577/1985 δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, γιατί η ως άνω κτηνοτροφική μονάδα λειτουργούσε σε ακίνητο πολύ μικρότερο των 4.000 τ.μ., ώστε μπορεί να λειτουργήσει και στο τμήμα των 543,58 τ.μ. και να υπαχθεί στις διατάξεις του εδ.

στ' της παρ. 1 του άρθρου 2, ήτοι της δόμησης εκτός σχεδίου του Π.Δ. 24-5-1985 για τα γεωργοκτηνοτροφικά κτίρια. Ακόμη, ο απαιτούμενος ζωτικός χώρος για κάθε ζώο στον ομαδικό σταυλισμό είναι για ζώα βάρους 20-30 κιλά 0,30 τ.μ. και συνεπώς η έκταση των 543,58 τ.μ. επαρκεί για τον σταυλισμό 95 προβάτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Ν. 4056/2012 πίνακας

ΙΙ, το όριο απόστασης που τίθεται για κτηνοτροφικές δραστηριότητες από Εθνικούς δρόμους αρχίζει από μέγεθος ζωικού κεφαλαίου άνω των είκοσι ισοδύναμων ζώων, ενώ, σύμφωνα με την Υ.Α. Οικ.65150/1780/25-11-2013, πενήντα αιγοπρόβατα αποτελούν ένα ισοδύναμο ζώο, ώστε τα 95 πρόβατα του αιτούντος συνιστούν δύο ισοδύναμα ζώα, ώστε δεν υφίσταται ζήτημα περιορισμού ορίων και, τέλος, η υποχρέωση τήρησης ελάχιστης απόστασης από οικισμούς μέχρι πεντακόσιους κατοίκους για δυναμικότητα κάτω των έξι ισοδύναμων ζώων είναι πενήντα μέτρα, η οποία στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιείται.

Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του αιτούντος καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που ήδη προορίζεται, ούτε αλλοιώνεται η λειτουργία της υπάρχουσας κτηνοτροφικής εγκατάστασης δυναμικότητας ενενήντα πέντε (95) προβάτων και, επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι απαιτείται η μετεγκατάσταση της κτηνοτροφικής επιχείρησης του αιτούντος".

Κατόπιν τούτου, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόρισε τιμή ιδιαίτερης αποζημίωσης, ανερχόμενη σε ποσοστό 70% επί της τιμής μονάδας του υπολοίπου εναπομείναντος του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα αποζημίωσης για τη μετεγκατάσταση της λειτουργούσας στο απομένον τούτο τμήμα κτηνοτροφικής μονάδας.

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παρ. 4 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 παρ. 4 του ν. 4070/2012, καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., αλλά και του Π.Δ. της 24-5-1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, η δε προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αυτής και δεν στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ καλύπτεται με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, για να αιτιολογηθεί ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου του αναιρεσίβλητου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και η απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης για τη μετεγκατάσταση της λειτουργούσας σ' αυτό κτηνοτροφικής μονάδας.

Ειδικότερα, προσδιορίζεται το τμήμα του εν λόγω ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση και η κατά προορισμό χρήση αυτού, κρίνεται δε ότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του δεν κατέστη άχρηστο, αλλά, αντίθετα, είναι δυνατή η πραγματοποίηση της χρήσης του, αφού είναι δυνατή η λειτουργία της υπάρχουσας επ' αυτού κτηνοτροφικής εγκατάστασης, επιπλέον δε, προσδιορίζεται και η μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου, ανερχόμενη σε ποσοστό 70%.

Συνεπώς, οι τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. -σε σχέση με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης μόνο για το εδαφικό τμήμα του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όχι όμως και για τα κτίσματα που υπάρχουν επ' αυτού, καθώς και την απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης για τη μετεγκατάσταση της λειτουργούσας στο εναπομείναν τμήμα κτηνοτροφικής μονάδας, αντιστοίχως- με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεως, επί των εν λόγω ζητημάτων, είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 989/2022, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 131/2020).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου, υφίσταται παράβαση που ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε, όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικότερα, για το ορισμένο της κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειας, της παρά το νόμο κήρυξης ή μη κήρυξης από το δικαστήριο του λόγω αοριστίας απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου, με την αιτίαση ότι αναφέρονται ή ελλείπουν, αντιστοίχως, τα θεμελιωτικά αυτού στοιχεία, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, αλλά και οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 1213/2020, ΑΠ 1093/2019, ΑΠ710/2018), ώστε, από την αντιπαραβολή τους, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που και αυτό πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 945/2019, ΑΠ 601/2017, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 220/2012).

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 14 (όχι όμως και από τον αρ. 1) του Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, με την επίκληση ότι παρά το νόμο το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το κονδύλιο της αιτήσεώς του για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης ποσού 38.010,14 ευρώ, για την αξία του εναπομένοντος γηπέδου και των επ' αυτού εγκαταστάσεων του ποιμνιοστασίου, που απαξιώνονται τελείως και καθίστανται άχρηστα για τη χρήση που προορίζονται.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, ούτε καν περιληπτικώς, το περιεχόμενο του δικογράφου της αιτήσεως, ώστε από την αντιπαραβολή του με τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα αυτής.

Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του δικογράφου της από 29-3-2018 ένδικης αιτήσεως, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του εν λόγω κονδυλίου, εξέθεσε, όλως αορίστως, επί λέξει, τα ακόλουθα: "....δικαιούμαι ειδική (ιδιαίτερη) αποζημίωση, ποσού 38.010,14 ευρώ, για την αξία του εναπομένοντος γηπέδου και των επ' αυτού εγκαταστάσεων του ποιμνιοστασίου, που απαξιώνονται τελείως και καθίστανται άχρηστα για τη χρήση που προορίζονται, καθώς το ακίνητο δεν μπορεί πλέον να γίνει αντικείμενο κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης, όπως πριν από την απαλλοτριωτική πράξη".

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι ο αιτών "ουδόλως προσδιορίζει ποια η αξία του εναπομένοντος γηπέδου και ποια η αξία των επ' αυτού εγκαταστάσεων, ήτοι ουδόλως προσδιορίζει πώς προκύπτει η αξία αυτών στο ύψος του ποσού των 38.010,14 ευρώ, ώστε να μπορεί αφενός μεν το καθ' ου η αίτηση να αμυνθεί, αφετέρου το Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις", σωστά εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής και ορθά εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά συνέπειαν, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο, έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για την απόρριψη ως αόριστου, δηλαδή ως απαράδεκτου, του προαναφερθέντος κονδυλίου της αιτήσεως, ισχυριζόμενος ότι η αίτησή του ήταν ορισμένη και ως προς το κονδύλιο αυτό, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 και 2 και 25 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά το Ν. 2985/2002, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από την, μετά την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, κατάληψη, μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης, συνάγεται ότι, σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 7/2006, 8/2006, ΑΠ 71/2012).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους". Στην κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα, και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 3/2016, 12/2013, 2/2011, 31/2007, 6/2007, ΑΠ 456/2020, 1617/2018, 2033/2017).

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα της αιτήσεώς του για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από την κτηνοτροφική επιχείρηση που λειτουργεί στο ακίνητό του, μέρος του οποίου απαλλοτριώνεται, με την αιτιολογία ότι η αποκατάσταση αυτών δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης των άρθρων 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Επί του κρισίμου αυτού ζητήματος, του εάν δηλαδή τα διαφυγόντα κέρδη από την εκμετάλλευση των, εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του μετά την απαλλοτρίωση εναπομένοντος τμήματος αυτού, επικειμένων, περιλαμβάνονται ή όχι στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, έχει επικρατήσει νομολογιακά η άποψη ότι τα διαφυγόντα κέρδη από την εκμετάλλευση αυτών δεν συμπεριλαμβάνονται, ως διακεκριμένο μέγεθος, στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, αλλά λαμβάνονται υπόψη, ως συνδεόμενη με το ακίνητο πρόσοδος, κατά την εκτίμηση της αξίας του (ΟλΑΠ 7, 8/2006, ΑΠ 1550/2021, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 478/2018).

Η ανωτέρω νομολογική θέση συγκρούεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο, με την απόφασή του της 03.10.2019 (επί προσφυγής Μουστακίδη κατά Ελλάδος), αποφάνθηκε ότι το Εφετείο, με την άρνησή του να εξετάσει την αξίωση του προσφεύγοντος για καταβολή διαφυγόντων εισοδημάτων από την λειτουργούσα επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου επιχείρησή του, εξασθένησε την επάρκεια της αποζημίωσης που αυτός εδικαιούτο, και συνεπώς παραβίασε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιφυλαχθέν να ορίσει την οφειλόμενη σ' αυτόν αποζημίωση σε μεταγενέστερη διαδικασία, στη συνέχεια δε, με την απόφασή του της 29.10.2020, επιδίκασε εν τέλει στον ως άνω προσφεύγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την αιτία αυτή.

Ανακύπτει, έτσι, ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, ως προς τη νομιμότητα ή μη της αξιώσεως για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από επιχείρηση που λειτουργεί στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται ή στο τμήμα αυτού που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, διότι το ζήτημα αυτό αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλο αριθμό υποθέσεων με παρόμοιο αντικείμενο.

Συνεπώς, ως προς τον ως άνω πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά τα άρθρα 563 παρ. 2 εδ β' του Κ.Πολ.Δ. και 23 παρ. 2 εδ. γ' του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, το ως άνω διαγραφόμενο θέμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πέμπτο λόγο της από 2 Ιουνίου 2020 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 24/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ λοιπούς λόγους αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ