2016/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2016 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 2016 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2016/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Τ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μεγάλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2006 μη οριστική, 54/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2010 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 285/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 264/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 192/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-7-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 6-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 192/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 681Δ ΚΠολΔ), η οποία απέρριψε την από 2-8-2008 έφεση των αναιρεσειόντων. Είχε προηγηθεί αναίρεση (δια της υπ’ αριθμ. 285/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου) της προηγουμένως εκδοθείσης υπ’ αριθμ. 264/2010 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει τις εκατέρωθεν εφέσεις κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 54/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε δεχθεί ως εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν την από 14-11-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να του καταβάλουν ένα χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης που προξενήθηκε σ’ αυτόν από ψευδές και συκοφαντικό δημοσίευμα που καταχωρήθηκε στη μηνιαία εφημερίδα τους.
2. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1795/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ’ αριθμ. 264/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ανωτέρω απόφαση.
3. Κατά τη διάταξη της § 1 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 § 2 του Ν.3994/2011, "Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων", ενώ κατά τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 143 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση της πρώτης παραγράφου με το άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν.4335/2015, "1. Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης. 2. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον αντίκλητο, εκτός αν πρόκειται για αποφάσεις ή πράξεις που επιβάλλουν αυτοπρόσωπη ενέργεια του ενδιαφερομένου, οι οποίες πρέπει να επιδίδονται στον ίδιο". Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 96 § 1, 142 §§ 1 και 2 και 143 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ιδιότητα του αντικλήτου αποκτάται με τρεις τρόπους: με δήλωση στη γραμματεία του πρωτοδικείου, με ρήτρα σε σύμβαση και εμμέσως με τον διορισμού δικαστικού πληρεξουσίου, ενώ η ιδιότητα κάποιου ως αντικλήτου εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Επομένως επίδοση προς πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα αντικλήτου είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1212/2008, ΑΠ 1008/2006). Τέλος κατά τα άρθρα 681Δ § 5 και 518 § 1 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο εξ αυτών ίσχυε τροποποιηθέν με το άρθρο 4 § 12 του ν. 2328/1995 πριν καταργηθεί με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, στις υποθέσεις που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε δια του τύπου (...) η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως είναι δεκαπέντε (15) ημέρες, εάν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει αυτό το ένδικο μέσο διαμένει στην Ελλάδα, αρχίζει δε από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων η οριζόμενη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ημέρα, καθόσον με τις διατάξεις αυτές καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 536/2012). Το ζήτημα αυτό (της ενάρξεως και λήξεως της προθεσμίας) ανάγεται στη δημόσια τάξη και για το λόγο τούτο στηρίζει αναιρετικό λόγο, ακόμη και αν ο σχετικός πραγματικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 562 § 2 περ. γ’ του ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2011). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ 786/2014, ΑΠ 371/2008).
Εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικά μέρος της, έγιναν δεκτά τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινομένη έφεση των εναγομένων (αναιρεσειόντων)... κατατέθηκε στο πρωτότυπο στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που έχει εκδώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Όμως... δεν ασκήθηκε και εμπρόθεσμα, δηλ. μέσα στην οριζόμενη απ’ την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 681 Δ § 5 Κ.Πολ.Δ. 15ήμερη προθεσμία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα ερευνά για την εξέταση του παραδεκτού της άσκησης της έφεσης και συγκεκριμένα από την με αρ. ...2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κορίνθου, Κ. Ζ., την οποία και ο εφεσίβλητος επικαλείται προς απόδειξη του προβληθέντος με τις προτάσεις του ισχυρισμού κατά της κρινομένης έφεσης, περί εκπρόθεσμης άσκησής της, ακριβές αντίγραφο της εκκαλούμενης με αρ. 54/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 17.4.2008 και η κρινόμενη έφεση κατά της παραπάνω απόφασης κατατέθηκε στις 8.5.2008. Η επίδοση της ως άνω απόφασης έγινε στον δικηγόρο Κορίνθου Ν. Π., υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων -όπως ρητά αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση και όπως με ορισμένο τρόπο επικαλείται ο εφεσίβλητος - ιδιότητα που τον καθιστά αυτοδίκαια και αντίκλητο για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, δηλ. και για την επίδοση της παραπάνω οριστικής απόφασης. Η δόση της πληρεξουσιότητας στον παραπάνω δικηγόρο δεν αμφισβητείται απ’ τους εκκαλούντες της κρινόμενης αγωγής. Ούτε, άλλωστε, αυτό θα ήταν δυνατόν, καθόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη με αρ. 268/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που αφορά την προκειμένη δίκη, τόσο η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." (πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, εκπροσωπούμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Γ. Τ.), όσο και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, Γ. Τ.ς, παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, Ν. Π. και Μ. Γ. και τους διόρισαν με προφορική δήλωσή τους στο ακροατήριο, όπως απαιτεί το άρθρο 96 § 1 Κ.Πολ.Δ. (...).Κατόπιν των παραπάνω, εφόσον η δοθείσα με έναν εκ των τρόπων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 96 Κ.Πολ.Δ. πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο Κορίνθου Ν. Π., δεν έπαυσε ούτε περιορίστηκε με κάποιον τρόπο, που γνωστοποιήθηκε στον εφεσίβλητο, ο τελευταίος έγκυρα και νόμιμα επέδωσε την οριστική απόφαση σ’ αυτόν, λόγω της ιδιότητας του ως αντικλήτου, που την απέκτησε αυτοδίκαια, λόγω της ιδιότητάς του ως πληρεξουσίου και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός του εφεσίβλητου και να απορριφθούν όσα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες περί ανυπόστατου της σχετικής επίδοσης. Επομένως, εφόσον από την επίδοση της απόφασης, μέχρι την κατάθεση της έφεσης, παρήλθε πλέον του 15ημέρου που εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 681Δ § 5 Κ.Πολ.Δ.), η ασκηθείσα έφεση είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί". Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου την έφεσή τους, ενώ στην πραγματικότητα αυτή είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, εφόσον η επικαλούμενη από τον τότε εφεσίβλητο επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως έγινε σε πρόσωπο που δεν ήταν αντίκλητος και άρα ήταν ανυπόστατη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το ένδικό τους αυτό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο δικηγόρος Κορίνθου Ν. Π., προς τον οποίο έγινε στις 17.4.2008 η επίδοση της υπ’ αριθμ. 54/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, είχε διοριστεί κατ’ άρθρ. 96 ΚΠολΔ -χωρίς κάποιο περιορισμό- με προφορική δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και ταυτόχρονα δεύτερου εναγομένου, που καταχωρίστηκε στα υπ’ αριθμ. 268/12-4-2006 πρακτικά του ίδιου δικαστηρίου ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η πρώτη συζήτηση της αγωγής και επομένως απέκτησε την ιδιότητα του αντικλήτου, ιδιότητα που του επέτρεπε να είναι δεκτικός επιδόσεως και της οριστικής αποφάσεως. Επομένως ορθώς έκρινε το εφετείο ότι η έφεση των αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου στις 8.5.2008, ήταν εκπρόθεσμη. 4. Από τη διάταξη του άρθρου 523 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά της αυτής αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και η μία από αυτές είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ενώ η άλλη είναι εκπρόθεσμη, η τελευταία, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλονται με την άλλη έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, ισχύει ως αντέφεση, χωρίς να απαιτείται προς τούτο ειδικό αίτημα, αφού και η αντέφεση, αποβλέπουσα στο ίδιο για τον ασκήσαντα εκπρόθεσμη έφεση εκκαλούντα, αποτέλεσμα, δεν χρειάζεται διαφορετικό αίτημα από εκείνο της έφεσης. Ως κεφάλαια δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλούμενης πρωτοβάθμιας αποφάσεως που ανάγονται σε αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας, ενώ ως αναγκαστικά συνεχόμενα κεφάλαια με εκείνα που προσβάλλονται με την έφεση θεωρούνται οι διατάξεις της εκκαλούμενης αποφάσεως που αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κυρίας απαιτήσεως ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία κατά την εξέλιξη της ίδιας έννομης σχέσης (ΑΠ 214/2000). Για να ισχύσει όμως ως αντέφεση μια εκπρόθεσμη έφεση, προϋποτίθεται ότι άγεται προς συζήτηση κατά την ίδια δικάσιμο μια παραδεκτή έφεση, αφού δεν νοείται χωριστή συζήτηση του ιδιόμορφου αυτού ενδίκου μέσου παρεπομένου της εφέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 14-11-2005 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ύψους 500.000 € λόγω ηθικής βλάβης από συκοφαντικό δημοσίευμα σε εφημερίδα ιδιοκτησίας της πρώτης των αναιρεσειόντων, της οποίας εφημερίδας ο δεύτερος αυτών τυγχάνει εκδότης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 54/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο χρηματικό ποσό 60.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, υποχρεώνοντας παράλληλα τους αναιρεσείοντες να καταχωρίσουν περίληψη της αποφάσεως στην εφημερίδα τους με απειλή χρηματικής ποινής. Κατ’ αυτής της αποφάσεως ασκήθηκαν εκατέρωθεν οι από 29-4-2008 και 8-5-2008 εφέσεις, με την πρώτη των οποίων ο ήδη αναιρεσίβλητος επιδίωξε την επιδίκαση σ’ αυτόν του αιτουμένου με την αγωγή του ως άνω ποσού, ενώ οι ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 264/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία τις απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν κατ’ αυτής οι και ήδη αναιρεσείοντες έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 285/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο δικάσαν δικαστήριο κατά το αναιρεθέν μέρος. Μετά τη συζήτηση που ακολούθησε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία κρίθηκε ότι η έφεση των αναιρεσειόντων, που ήταν η μόνη που εισαγόταν νόμιμα προς συζήτηση, ήταν εκπρόθεσμη και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε. Απορρίπτοντας λοιπόν την έφεση ως εκπρόθεσμη και μη εκτιμώντας αυτήν ως αντέφεση, αφού δεν νοείται αντέφεση χωρίς την σύγχρονη συζήτηση εφέσεως, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, και δεν παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, με συνέπεια να είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι κακώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και δεν ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν ως αντέφεση η εκπρόθεσμη έφεσή τους. 5. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 § 4 και 581 § 2 του ιδίου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον ‘ Αρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ’ αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν’ αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ’ αριθ. 285/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 264/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου (με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων), για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δηλ. κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, στην συνέχεια δε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον, όμως, η ως άνω προηγουμένη απόφαση αναιρέθηκε για τον λόγο αυτόν, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς την αναιρετική και επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 192/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ