2016/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2016 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2016/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2016 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2016 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2016/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Α. Μ. το γένος Β. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καρολίνα-Ζωή Ανδριακοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Τ., κατοίκου ... και 2) Ν. Σ. του Τ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μαλταμπέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σύρου (με αριθμό κατάθεσης 3/2006). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, λόγω αρμοδιότητας, 54/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου συνεκδικάζοντας α) την ως άνω αγωγή, β) την από 16-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, με αριθμό κατάθεσης 36/2006) και γ) τις από 20-12-2006 προτάσεις - ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και 1/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 241 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ύστερα από αίτηση του διαδίκου μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μια φορά ανά βαθμό δικαιοδοσίας σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος κατά την κρίση του δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει σπουδαίος λόγος για την αναβολή της υποθέσεως καθώς και η κρίση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης του αιτήματος αναβολής της συζήτησης της έφεσης, της αναιρεσείουσας, προκειμένου να συνεκδικασθεί με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ' όσον η περί αναβολής της υποθέσεως και συνεκδίκασης περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ή μη κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή ο από τον αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη άμεση ή έμμεση ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νόμιμου. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δε συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την 478/2004 απόφαση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, έγγραφο το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση του παραπάνω εγγράφου, εφ' όσον σ' αυτές διαλαμβάνεται η φράση "Επειδή προσκομίζω και επικαλούμαι όλα τα έγγραφα που έχω προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη. Επειδή κατά τα λοιπά αναφέρομαι στις προτάσεις μου της πρωτόδικης δίκης οι οποίες αποτελούν ένα σώμα με τις σημερινές", χωρίς περαιτέρω ειδική επίκληση του προαναφερομένου εγγράφου η παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών, που δε συνιστά νόμιμη επίκληση αυτού.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απαράδεκτος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο. Εξάλλου για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του σχετικού εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το περιεχόμενο του εγγράφου απορρέει από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του και από την ερμηνεία του.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο ταχυδρομικού δελταρίου (καρτ ποστάλ), στο οποίο απεικονίζεται η Άνω Σύρος το 1905 το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν έγινε νόμιμη επίκληση του εγγράφου αυτού στο δικαστήριο της ουσίας.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται επίσης στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε το περιεχόμενο του .../1914 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Κουντουρη δεχόμενο εσφαλμένα ότι με το συμβόλαιο αυτό η απώτερη δικαιοπάροχος των αντιδίκων απέκτησε το δικαίωμα αέρος του επιδίκου ακινήτου, ερμηνεύοντας ως αληθή τη δήλωση της πωλήτριας, ότι πωλεί τον αέρα του ακινήτου της, η οποία ήταν προφανώς ψευδής, αφού δεν μπορούσε να διαθέσει τον αέρα γιατί δεν της ανήκε: Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ'οσον πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, που απορρέει από την εκτίμηση και την ερμηνεία του, συνεκτιμώντας το με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επειδή κατά το άρθρο 1 του Εισ.ΝΑΚ από της ενάρξεως της ισχύος (εισαγωγή) του ΑΚ καταργούνται όλες οι διατάξεις νόμων ή γενικών ή τοπικών εθίμων που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ή στις διατάξεις αυτού του νόμου ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται με αυτούς. Κατά δε το άρθρο 55 του Εισ.ΝΑΚ το δικαίωμα κυριότητας που υπάρχει κατά την εισαγωγή του ΑΚ διέπεται στο εξής ως προς την έκταση, το περιεχόμενο τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεσή του από τις διατάξεις του Κώδικα. Το ίδιο ισχύει και για την κυριότητα σε όροφο ή σε διαμέρισμα ορόφου. Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 973 ΑΚ δικαιώματα παρέχοντα άμεση εξουσία και εναντίον όλων πάνω στο πράγμα είναι η κυριότητα, οι δουλείες, το ενέχυρο και η υποθήκη κατά δε το άρθρο 1001 ΑΚ η κυριότητα πάνω σε ακίνητο εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά εκτείνεται στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος. Τέλος κατά το άρθρο 57 του Εισ.ΝΑΚ τα εμπράγματα δικαιώματα σε ξένο πράγμα ή δικαίωμα που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του ΑΚ ισχύουν και στο εξής και διέπονται ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεσή τους από το έως τώρα δίκαιο, κατά δε το άρθρο 59 Εισ.ΝΑΚ εμπράγματα δικαιώματα επιφάνειας ή χωριστής κυριότητας που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του ΑΚ σε φυτεία ή δένδρα ή οικοδομές σε ξένο έδαφος, διατηρούνται και εξακολουθούν να διέπονται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις σχετικές ειδικές διατάξεις που ισχύουν έως τώρα. Στις Κυκλάδες είχε επικρατήσει από τον καιρό της Φραγκοκρατίας και έκτοτε μετά από μακρά και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, έθιμο να μπορεί να υπάρχει ιδιότυπη ξεχωριστή οριζόντια ιδιοκτησία στο δώμα ισόγειας οικοδομής τρίτου, χωρίς να έχει ο κύριος αυτής και ανάλογο ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του εδάφους, του οποίου κύριος παρέμενε ο ιδιοκτήτης του ισογείου. Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, περί αέρος, η σύσταση της ξεχωριστής κυριότητας επί του δώματος και του επ' αυτού ορόφου καθώς και όλων των προς τα επάνω ορόφων μπορούσε να γίνει τόσο με σύμβαση όσον και με χρησικτησία. Έτσι "ο αέρας" αποτελούσε εμπράγματο δικαίωμα, ανεξάρτητο από το εμπράγματο δικαίωμα επί του ισογείου ορόφου και του εδάφους και εκτεινόταν πάνω από τον ισόγειο όροφο και όλων των προς τα επάνω ορόφων, γι αυτό αποτελούσε κατά κανόνα ίδιον αντικείμενο συναλλαγής και στις πωλήσεις οικιών, όταν αυτές μεταβιβάζονταν με τον αέρα τους, τούτο αναφερόταν πάντοτε στο συμβόλαιο. Το έθιμο αυτό εξακολούθησε να ισχύει μέχρι και την εισαγωγή του ΑΚ, την 23-2-1946, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Εισ.ΝΑΚ, για το εφεξής διάστημα. Οι μέχρι όμως του χρόνου της εισαγωγής του ΑΚ ήδη αποκτηθείσες με βάση το παραπάνω έθιμο επί του δώματος τρίτου ιδιοκτησίες εξακολούθησαν να είναι ισχυρές και δεν καταργήθηκαν από το νόμο. Αντίθετα το υφιστάμενο ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα του κυρίου του όλου οικοδομήματος επί του υπέρ το οικοδόμημα εναέριου χώρου έπαυσε υφιστάμενο από την εισαγωγή του ΑΚ και δεν αναγνωρίζεται πλέον ως ίδιο και αυτοτελές αλλά ως επέκταση της επί του ακινήτου κυριότητας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Επειδή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το έθιμο (άρθρο 1 ΑΚ), για τη δημιουργία του οποίου απαιτούνται ως στοιχεία η μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση καθώς και κοινή συνείδηση ή θέληση είτε των πολιτών ολόκληρου του Κράτους είτε τμήματος αυτού ή των ανηκόντων σε μία τάξη ή επάγγελμα προσώπων ότι το εφαρμοζόμενο ισχύει ως κανόνας δικαίου, με σαφή αναφορά των συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την έννοια αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο είναι το δώμα του ανωγαίου της οικίας των εναγόντων, κειμένου στην Άνω Σύρο και στον ομώνυμο Δήμο, στη θέση "Άγιος Νικόλαος", εμβαδού 29,07 τ.μ., όπως αυτό εμφανίζεται στο από Αυγούστου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κατόψεων του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι.Κ. υπό τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Π-Β και το οποίο συνορεύει βόρεια-βορειοανατολικά επί πλευράς Ε-Δ μήκους 1,10 μ. και Δ-Γ μήκους 4,06 μ. με την κλιμακωτή οδό Φιλομήλας Ρούσσου, νότια-νοτιοδυτικά επί πλευράς Β-Π μήκους 4,37 μ. με την αέρινη στήλη του δώματος του κατωγαίου των εναγόντων, νότια-νοτιοανατολικά επί πλευράς Γ-Β μήκους 6,93 μ. με την οδό Γ.Σ. και δυτικά-βορειοδυτικά επί πλευράς Π-Ζ μήκους 6,40 μ. και Ζ-Ε μήκους 0,55 γιάρδες με ιδιοκτησία της εναγομένης. Το ευρύτερο ακίνητο (στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο) είναι μία οικία που βρίσκεται στην Άνω Σύρο, στη θέση "Άγιος Νικόλαος" και στη γωνία των οδών Γ. Σ. αριθμ. … και Δ. Β., κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 88,20 τ.μ., και η οποία αποτελείται από κατώγαιο, εμβαδού 46,67 τ.μ., από δύο δωμάτια και λουτρό και στο ανώγαιο (α' όροφο), εμβαδού 66,96 τ.μ., από καθιστικό, δωμάτιο, κουζίνα και αποχωρητήριο, και με την ανήκουσα σε αυτό (ανώγαιο) αυλή εμβαδού 2,45 τ.μ., όπως αυτή φαίνεται στο συνημμένο στα δικόγραφα των κρινόμενων αγωγών από Αυγούστου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κατόψεων του μηχανικού Ι. Κ.. Οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα της άνω οικίας μετά του επιδίκου δώματος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-2-1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αγρέβη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 697 και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου, με αγορά από τη Μ. χήρα Ν. Σ., το γένος Μ. Σ.. Στην κυριότητα της αμέσου δικαιοπαρόχου τους είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-12-1946 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μάρκου Προβελέγγιου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 137 και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου με αγορά από την Ι. Χ. Μ. Σ. το γένος Α. Π.. Στην κυριότητα της τελευταίας, το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει κατά ένα μέρος δυνάμει του υπ' αριθμ. 1.../30-12-1914 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Νικολάου Κουντούρη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ΡΙΘ (119) και με αριθμό 1 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου με αγορά από την Α. Λ. και κατά ένα μέρος δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1936 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μάρκου Προβελέγγιου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 133 και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου, με αγορά από τον Κ. Δ.. Στην απώτατη δικαιοπάροχο των εναγόντων η κυριότητα του ακινήτου είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. …/30-4-1911 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Νικολάου Κουντούρη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 112 και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου με αγορά από την Μ. Α. το γένος Λ.. Στην κυριότητα των εναγόντων περιήλθε όχι μόνο η οικία, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, αλλά και ο "αέρας". Με όλους δηλαδή τους ανωτέρω, αναφερόμενους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων των εναγόντων μεταβιβάζεται η οικία μετά του εδάφους του "αέρα", όπως αναφέρεται σε κάθε ένα από αυτά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είναι κυρία παρακείμενης οικίας επί της οδού Μοναχής Φιλομήλας Ρούσσου, η οποία αποτελείται από ανώγαιο και κατώγαιο και της οποίας ο όροφος εδράζεται σε τμήμα του δώματος του ανωγαίου της οικίας των εναγόντων. Η εναγομένη απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ακίνητου δυνάμει του υπ' αριθμ. …/2005 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ιακώβου Πρίντεζη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 786 και με αριθμό … του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης, με γονική παροχή από τη μητέρα της Ά. Β.. Στην τελευταία είχε περιέλθει το εν λόγω ακίνητο δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1993 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ιακ. Πρίντεζη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 696 και με αριθμό … του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης, από τον πατέρα της Α. Τ. Β.. Στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγομένης το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1915 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σωκράτη Ανδρούτσου με αγορά από τον Γ. Β.. Αντίθετα με τους τίτλους των εναγόντων στους τίτλους της εναγομένης γίνεται αναφορά στον "αέρα" του επιδίκου δώματος για πρώτη φορά στον ως άνω τίτλο με τον οποίο απέκτησε την ως άνω οικία της και στο συνημμένο σ' αυτόν από 21-3-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ. που περιγράφεται και απεικονίζεται με τον χαρακτηρισμό "εξώστης εμβαδού 18 τ.μ" ως τμήμα της ιδιοκτησίας της, ενώ σε κανένα από τους προηγούμενους τίτλους που αφορούν στην οικία της δεν γίνεται αναφορά στο επίδικο δώμα και συγκεκριμένα δεν μνημονεύεται στον προσαγόμενο τίτλο της δικαιοπαρόχου της Ά. συζ. Β. Β. ούτε ο εξώστης απεικονίζεται στο από 28-1-1993 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Β., στο οποίο αποτυπώνεται η ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου της εναγομένης και το οποίο η εν λόγω τότε ιδιοκτήτρια προσκόμισε κατά την δήλωση της ιδιοκτησίας της στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος για την σύνταξη του Εθνικού κτηματολογίου ούτε μνημονεύεται στους τίτλους των απωτέρων δικαιοπαρόχων της. Η εκκαλούσα, φερόμενη στον τίτλο της ως κυρία του επίδικου εξώστη απέκτησε παρά μη κυρίου, καθώς η άμεσος δικαιοπάροχος της μητέρα της, Ά. Β. δεν είχε εξουσία διαθέσεως, αφού η ίδια ούτε είχε, ούτε ποτέ απέκτησε την κυριότητα του επίδικου δώματος (εξώστη) και δεν ήταν κυρία αυτού κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως. Στο ανωτέρω αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής με τον αριθμό .../2005, αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται στην κυριότητα της εναγομένης όχι μόνο η ανωτέρω οικία αλλά και το επίδικο δώμα, το οποίο όμως περιλαμβάνεται για πρώτη φορά στον τίτλο κτήσης της εναγομένης και όχι σε αυτούς των δικαιοπαρόχων της. Η δικαιοπάροχος και μεταβιβάσασα προς την εναγομένη δεν ήταν κυρία του επιδίκου δώματος και επομένως, η μεταβίβαση έγινε από μη δικαιούχο, αφού προς έγκυρη, κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, μεταβίβαση με δικαιοπραξία της κυριότητας ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, ο δε αποκτών παρά μη κυρίου δεν καθίσταται κύριος αυτού, έστω και αν, αγνοώντας κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας την έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, προβεί σε μεταγραφή της μεταβιβαστικής πράξης. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι κατέστη κυρία του επιδίκου δώματος με έκτακτη χρησικτησία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή ότι το κατείχε με διάνοια κυρίου από το έτος 1906, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε σε αυτό πράξεις νομής που συνιστούν το περιεχόμενο του κυκλαδικού εθίμου, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας." Εξάλλου, ούτε και η ίδια επικαλείται πράξεις νομής τέτοιας μορφής ενώ οι μάρτυρες της μιλούν για χρήση του επίδικου δώματος από τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης προκειμένου να απλώνουν ρούχα, να αερίζεται και να φωτίζεται το δωμάτιο του ανωγαίου της εναγομένης.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός της, δεδομένου ότι οιαδήποτε τυχόν πράξη των δικαιοπαρόχων της επί του δώματος (πχ το άπλωμα των ρούχων που κατά κόρον ισχυρίζεται η εναγομένη ως πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους της) γινόταν δυνάμει παρακλητικής σχέσης, ενόψει της καλής γειτονίας και παροδικά χωρίς την διάνοια κυρίου, δεδομένου ότι οι σχετικές ένορκες καταθέσεις-βεβαιώσεις των μαρτύρων της, μη ενισχυόμενες από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και αναιρούμενες από τις περί του αντιθέτου ένορκες καταθέσεις-βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόντων, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για το σχηματισμό ανάλογης, ασφαλούς, σαφούς και πλήρους δικανικής πεποίθησης. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η προκάτοχος της εκκαλούσας κατά την σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου δεν είχε δηλώσει ούτε δικαίωμα κυριότητας επί του δώματος, αλλά ούτε δικαίωμα δουλείας χρήσης του επίδικου εξώστη, ούτε δικαίωμα δουλείας φωτός και αερισμού. Άλλωστε από την προσκομιζόμενη δικογραφία της υπ' αριθμ. 21ΤΜ/1989 απόφασης (βλ. τα υπ' αριθμ. 3/1987 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου) προκύπτει ότι ο τότε μάρτυρας της ενάγουσας και δικαιοπαρόχου των νυν εναγόντων Τ. Σ. κατέθεσε για τις επισκευαστικές εργασίες του δώματος ότι γίνονταν ανέκαθεν από τον ίδιο που ήταν αδελφός της, είτε από εργάτες για λογαριασμό της. Επίσης η ίδια η τότε εναγόμενη Ά. συζ. Β. Β. δικαιοπάροχος της εναγομένης παραδέχεται στις προτάσεις της ότι η τότε ενάγουσα Μ. Σ. (κυρία του επίδικου δώματος) είχε τοποθετήσει σε αυτό κεραία τηλεόρασης, τις οποίας οι αντένες στήριξης καταλάμβαναν όλη την επιφάνεια του δώματος και απέκλειαν κάθε χρήση, ενώ από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Π. και Ν. Β. της τότε ενάγουσας στην σχετική δίκη που εμπεριέχονται στην υπ' αριθμ. .../1987 ένορκη βεβαίωση δεν προκύπτει ότι η δικαιοπάροχος τον εναγόντων είχε απωλέσει την χρήση του δώματος της , στο οποίο ανέβαινε τότε με ξύλινη σκάλα εδραζόμενη στην αυλή της. Επίσης στην νήσο Σύρο, όπου το επίδικο, ίσχυε τοπικό έθιμο που καταργήθηκε με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα , σύμφωνα με το οποίο "ο κύριος του εδάφους και των σ' αυτό κτισμάτων, δεν αποκτά από το λόγο αυτό δικαίωμα και επί του πάνω από αυτά εκτεινόμενου χώρου (δώματος - αέρινης στήλης), εκτός εάν ρητώς και εγγράφως του μεταβιβάστηκε παρά του δικαιοπαρόχου του, αλλιώς, δικαιούχος του χώρου παραμένει ο μη μεταβιβάσας δικαιοπάροχος ή ο τρίτος στον οποίο ο δικαιοπάροχος τον μεταβίβασε". Επομένως αφού ρητά αναγράφεται σε όλους τους τίτλους των εναγόντων ότι μεταβιβάστηκε ο αέρας υπεράνω της ανωγαιοκατώγαιας οικίας δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία, ότι οι ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες της αέρινης αυτής στήλης. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το ακίνητο αυτό νέμονταν διαδοχικά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή δηλαδή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου και δυνάμει των αναφερόμενων πιο πάνω τίτλων τόσο οι ενάγοντες, όσο και οι μνημονευόμενοι παραπάνω δικαιοπάροχοι τους, χωρίς ποτέ κανείς να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα τους επ 'αυτού, ενεργώντας σ' αυτό κάθε πράξη νομής και κατοχής που αρμόζει σε κυρίους, νομείς και κατόχους, Ανέκαθεν δε τόσο αυτοί, όσο και οι δικαιοπάροχοι τους συντηρούσαν τακτικά με σημαντικές, εκτεταμένες και δαπανηρές επισκευές την εν λόγω οικία, η οποία λόγω της παλαιότητας της, έχρηζε και χρήζει σχεδόν ανά διετία σημαντικών επεμβάσεων, ειδικότερα όσο αφορά στο επίδικο δώμα που ήταν παλαιάς κατασκευής με τα υλικά της εποχής, δηλαδή σπαθωτά με επάλειψη τσιμεντοκονίας φρόντιζαν με κάθε τρόπο την στεγανότητα του και το χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν ως "βεράντα" στην οποία είχαν πρόσβαση μέσω κλίμακας εδραζόμενης επί του οικοπέδου τους όπου εναπόθεταν και διάφορα αντικείμενα. Οι τυχόν στο απώτερο παρελθόν (πριν 30ετία) αποσπασματικές διακατοχικές πράξεις της απώτερης δικαιοπαρόχου της εναγομένης της γίνονταν κατά παράκληση και με την συγκατάθεση ή την ανοχή των εκάστοτε δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους ενόψει των φιλικών σχέσεων που είχαν με τους προκατόχους της εναγομένης και χωρίς διάνοια εμπραγμάτου δικαιούχου ή δουλιούχου χωρίς ποτέ οι δικοί τους δικαιοπάροχος να έχουν στερηθεί την χρήση του επιδίκου δώματος της οικίας τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου δώματος, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας που απέκτησε παραγώγως αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της τελευταίας, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τον εθιμικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου "περί αέρος" ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στον παραπάνω εθιμικό κανόνα, όπως η έννοιά του αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και στο συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, ενόψει των σαφών παραδοχών του ότι 1) κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, το μείζον ακίνητο των εναγόντων δηλαδή το οικόπεδο με την ανώγεια οικία και τον εναέριο χώρο πάνω από αυτήν ανήκε κατά πλήρη κυριότητα σε έναν και τον αυτόν ιδιοκτήτη και άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων, στον οποίο μεταβιβάσθηκε με αιτία την πώληση με βάση συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως, με ρητή αναφορά τόσον σ' αυτό, όσον και στους μεταβιβαστικούς της κυριότητας του ίδιου ακινήτου τίτλους των προγενεστέρων κυρίων αυτού με απώτατο το 1911, που καταρτίσθηκαν συμβολαιογραφικώς και μεταγράφηκαν νομίμως, ότι μεταβιβάζεται και "ο αέρας" σύμφωνα με το ισχύον τότε κυκλαδικό έθιμο, που δεν απέκλεισε από την εφαρμογή του τη ρύθμιση της κυριότητας του δώματος περισσοτέρων ορόφων πλην εκείνου του ισογείου, 2) ότι το έθιμο καταργήθηκε από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα εφόσον αφορά το δικαίωμα της κυριότητας, που ρυθμίζεται πλέον από τις διατάξεις του σύμφωνα με το άρθρο 55 του Εισ.ΝΑΚ και συνεπώς έπαψε να υπάρχει και το ιδιαίτερο και αυτοτελές δικαίωμα του κυρίου του οικοδομήματος στον εναέριο χώρο πάνω από την οικοδομή, που αποτελεί έκτοτε από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα επέκταση και περιεχόμενο της επί του ακινήτου κυριότητας και δε διατηρήθηκε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα αφού δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν απέκτησαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας την κυριότητα του επιδίκου ούτε παραγώγως ούτε πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του παραπάνω εθιμικού κανόνα από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με εσφαλμένη ερμηνεία είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθείσα διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2013 αίτηση της Μ. Μ. περί αναιρέσεως της 1/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ