2016/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2016 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2016 /2009
Legislator headnote
AI generated2016/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2016 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2016 /2009
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2016 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2016 /2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νασόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK-ERGASIAS AE", ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως στο σύνολό της, της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία INTERTRUST AEΔΑΚ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3. Ψ3. Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Καρακόϊδα, η δεύτερη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Πιστικό και ο τρίτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4854/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7212/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2008 αίτησή της και τους από 25-2-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ.9428β/19-11-2008, 9429β/19-11-2008 και 10417β/13-3-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαμίας ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, του από 25-2-2009 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως και της υπ' αριθ.185/2008 πράξης του Προέδρου του Α2 Πολιτικού τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η σημειούμενη (27-4-2009) στην αρχή της παρούσης, αντί της αρχικώς ορισθείσας για την 9-11-2009, καθώς και κλήση προς συζήτηση, για την ως άνω δικάσιμο της 27-4-2009 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ψ3. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος προσηκόντως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικαστεί σαν να ήταν παρών (αρθρ.576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή το κύριο και το πρόσθετο αναιρετήριο δεν περιέχουν κανένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Π.ολ.Δ. λόγους αναιρέσεως, αναφορικά με την παραδοχή της αγωγής έναντι του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ψ3. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά το μέρος που στρέφονται κατά του εν λόγω αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, εκτός από τα έγγραφα που η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "INTERTRUST ΑΕΔΑΚ" (της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK-ERGASIAS ΑΕ") επικαλέσθηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεών της μετά τη συζήτηση, γιατί αυτά δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών της αναιρεσείουσας. Από τη γενική αυτή αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (έγγραφα), σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και α) την από 12.10.1999 εξώδικη δήλωση - καταγγελία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, β) τα από 17.8.1999 τέσσερα δελτία ανάλυσης εξαγοράς τίτλου "ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ INTERAMERICAN", με το οποίο ο τρίτος αναιρεσίβλητος αγόρασε με αριθμό μητρώου ... από την δεύτερη αναιρεσίβλητη για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και της παρέδωσε τους υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων αξίας 4.995.658, 5.627.633, 5.627.655 και 4.960.655 δρχ. αντιστοίχως, τους οποίους αγόρασε την 24.8.1999 με την υπ' αριθ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, γ) τις υπ' αριθ. 454, 507, 508, 572, 639/1999 αποδείξεις εισπράξεως του τρίτου αναιρεσιβλήτου, ποσών (24.000) λιρών Αγγλίας, (14230) δολλάρια ΗΠΑ, (1800) τριμήνου (31.000.000) δρχ. και (21.202.783) δρχ., ήτοι συνολικώς (199.642,15) ευρώ και δ) τις υπ' αριθ. 6210/2005, 9010/2006 και 9011/2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, 278/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 2268/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, ο τρίτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίον προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις τα έγγραφα αυτά, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ελλείψεις αναφερόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999 24/1992 861/1984). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο έδωσε ή δεν έδωσε μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα ή σε άλλο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η δεύτερη των εναγομένων (την οποία έχει διαδεχθεί η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) διαχειρίζεται αμοιβαία κεφάλαια "Interamerican" που συστήθηκαν νόμιμα με απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς. Για τη διάθεση των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων στο κοινό η ίδια συνήψε με την πρώτη των εναγομένων, και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, μητρική της εταιρεία, σύμβαση διαμεσολάβησης. Τον Μάιο του έτους 1992 η πρώτη των εναγομένων συνήψε σύμβαση έργου με τον τρίτο των εναγομένων και ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων (Ψ3), ασφαλιστικό σύμβουλο, με την οποίαν του ανέθεσε, αντί προμηθείας, το έργο της προσέλκυσης πελατών για την αγορά μεριδίων των εν λόγω αμοιβαίων κεφαλαίων. Ειδικότερα, παρέσχε σ' αυτόν το δικαίωμα να χρησιμοποιεί, με την πιο πάνω ιδιότητά του, ιδιαίτερο γραφείο μέσα στο υποκατάστημά της στο ..., για την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου. Ο ίδιος, πέραν της ως άνω σχέσης του με την πρώτη των εναγομένων, δεν συνδέετο με υπαλληλική ή άλλη σχέση με αυτή ή με την δεύτερη των εναγομένων, ούτε ήταν διευθυντής σ' αυτές, ούτε οι τελευταίες τον εμφάνιζαν ως διευθυντή, παρά μόνον ως διακεκριμένο ανεξάρτητο συνεργάτη τους. Και είχε μεν το δικαίωμα να ενεργεί κατά την κρίση του, ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο ανεύρεσης αγοραστών αμοιβαίων κεφαλαίων, για την υλοποίηση όμως της απόφασης των τελευταίων να αγοράσουν αμοιβαία κεφάλαια, έπρεπε να ακολουθεί τις οδηγίες και εντολές που του έδιναν η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων και να κινείται μέσα στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων τους και με βάση τη διαδικασία και τους κανόνες που εκείνες είχαν θέσει και περιέχονταν άλλωστε και στις σχετικές ειδικές έντυπες αιτήσεις συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια, με τις οποίες οι ίδιες τον είχαν εφοδιάσει.
Συνεπώς, αυτός, όσον αφορά τα αμοιβαία κεφάλαια, ήταν προστηθείς των (πρώτης και δεύτερης) εναγόμενων εταιρειών. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του έτους 1999, έδωσε στον τελευταίο (Ψ3) τα πιο κάτω ποσά: Την 29/1/1999 24.000 λίρες Αγγλίας, την 3/6/1999 14.230 δολάρια Η.Π.Α. και 1.800 μάρκα Γερμανίας, την 4/7/1999 31.000.000 δραχμές και την 24/8/1999, 21.202.783 δραχμές με επιταγή, έλαβε δε αντίστοιχες έγγραφες αποδείξεις. Συνολικά, η αναιρεσείουσα του έδωσε, με βάση την ισοτιμία της δραχμής προς τα ως άνω ξένα νομίσματα (κατά το χρόνο που δόθηκαν τα ποσά αυτά σε ξένο νόμισμα), 24.000 λίρες Αγγλίας Χ 463,880 = 11.133.120 δραχμές + 4.397.255 δραχμές (14.230 δολάρια Η.Π.Α. Χ 309,013) + 294.907 δραχμές (1.800 μάρκα Γερμανίας Χ 163,837) + 31.000.000 δραχμές + 21.202.783 δραχμές = 68.028.065 δραχμές ή 199.642,15 ευρώ. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά δόθηκαν από την αναιρεσείουσα στον Ψ3 για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων των εναγομένων (πρώτης και δεύτερης) εταιρειών, αλλά ούτε και με την ιδιότητά του ως συνεργάτη αυτών των εταιρειών. Αντίθετα, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία συνδεόταν από ετών με οικογενειακή φιλία με τον Ψ3 και είχε μείνει ικανοποιημένη από τις μέχρι τότε υποδείξεις του για επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια, έδωσε σ' αυτόν τα πιο πάνω χρηματικά ποσά, προκειμένου ο ίδιος, ως ελεύθερος επαγγελματίας, που επεδείκνυε δραστηριότητα και στον τομέα των χρηματιστηριακών συναλλαγών, να τα επενδύσει με τον πιο συμφέροντα κατά την κρίση του τρόπο, γενικώς σε προϊόντα του χρηματιστηρίου, σε μία χρονική περίοδο, που επικρατούσε στην ελληνική κοινωνία η πεποίθηση ότι το χρηματιστήριο είναι ο εύκολος και γρήγορος τρόπος για να αυξήσει κάποιος τα κεφάλαιά του και όχι ειδικώς σε αμοιβαία κεφάλαια "Interamerican", ούτε πολύ περισσότερο να τα επενδύσει με την ιδιότητά του ως συνεργάτη των εναγομένων (πρώτης και δεύτερης) εταιρειών. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Ψ3 δεν επένδυσε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά στο όνομα της αναιρεσείουσας, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και προκάλεσε σ' αυτήν ισόποση ζημία (68.028.065 δραχμές ή 199.642,15 ευρώ), την οποία και οφείλει να αποκαταστήσει μόνο αυτός και όχι και οι εναγόμενες εταιρείες, αφού η συγκεκριμένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του βρίσκεται εκτός του κύκλου της δραστηριότητάς του στις εναγόμενες εταιρείες και θα μπορούσε να υπάρξει, όπως και πράγματι υπήρξε, ανεξάρτητα από την πιο πάνω συνεργασία του με αυτές, καθώς και ότι ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του και της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας ελλείπει και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται ευθύνη των (πρώτης και δεύτερης) των εναγομένων εταιρειών από πρόστηση. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τους πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297 και 298 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν οι εκτεθείσες -μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου- πραγματικές του διαπιστώσεις υπάγονται ή όχι στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών των διατάξεων. Ειδικότερα, τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και, κυρίως, της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, αφού τα γεγονότα αυτά παρέχουν σαφή και ασφαλή βάση στην (αποφατική) κρίση περί μη συνδρομής εν προκειμένω (εσωτερικής) αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ειρημένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Ψ3 και της εκ μέρους των άνω εταιριών ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας. Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετειου, ότι "και αν η αναιρεσείουσα είχε σκοπό να επενδυθούν τα προαναφερόμενα ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων εταιρειών, τότε εκείνη θα είχε τηρήσει τη νόμιμη διαδικασία, την οποία ήδη γνώριζε και είχε ακολουθήσει παλαιότερα, δηλαδή θα είχε υποβάλει έντυπη αίτηση συμμετοχής με ειδικούς όρους και ειδικό περιεχόμενο και θα είχε καταβάλει το τίμημα της αγοράς απευθείας με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης των αμοιβαίων κεφαλαίων ή με επιταγή σε διαταγή της ίδιας εταιρείας και όχι στον τρίτο εναγόμενο- αναιρεσίβλητο. Κατά τη διαδικασία αυτή η αναιρεσείουσα είχε επανειλημμένα κατά το προηγούμενο έτος 1998 αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια "Interamerican" και μάλιστα και τότε ως ασφαλιστικός σύμβουλος στις αγορές εμφανιζόταν ο τρίτος εναγόμενος (βλ. και τις υπ' αριθ. 554650/31-7-98, 591087/98, 591088/98 και 588248/98 αιτήσεις συμμετοχής υπογεγραμμένες από την αναιρεσείουσα και τον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, από τις οποίες, στην πρώτη αναγράφεται ότι η καταβολή του τιμήματος της αγοράς έγινε με επιταγή στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης (INTERTRUST ΑΕΔΑΚ), στη δε, δεύτερη και τρίτη επισυνάπτονται τα από 23/9/1999 δελτία κατάθεσης μετρητών στη θεματοφύλακα τράπεζα από την Eurobank και στην τέταρτη αίτηση μνημονεύεται ότι η καταβολή του τιμήματος έγινε με μεταφορά του προϊόντος εξαγοράς άλλων αμοιβαίων κεφαλαίων. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η αναιρεσείουσα δεν είχε την πρόθεση να τηρήσει την πιο πάνω γνωστή της νόμιμη διαδικασία ή είχε μετέπειτα απλουστευθεί η διαδικασία και στην πράξη τα χρήματα παραδίδονταν στον τρίτο εναγόμενο- αναιρεσίβλητο και δεν γινόταν καταβολή των ποσών επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια αποκλειστικά και μόνον με τους τρόπους που αναφέρονται στην έντυπο αίτηση συμμετοχής (κατάθεση στον λογαριασμό τράπεζας του αντίστοιχου αμοιβαίου κεφαλαίου, επιταγή μόνον εις διαταγήν INTERTRUST ΑΕΔΑΚ, ανταλλαγή αξιόγραφων απ' ευθείας με την τελευταία), η αναιρεσείουσα θα είχε ζητήσει από τον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο να αναγραφεί στις αποδείξεις που αυτός της χορήγησε ότι η αιτία της καταβολής αυτών των χρηματικών ποσών ήταν η αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων. Επίσης θα είχε ζητήσει να έχουν συνταχθεί οι αποδείξεις αυτές σε έντυπα που θα έφεραν κάποιο διακριτικό στοιχείο των εναγομένων εταιρειών, ώστε η λήψη των χρημάτων της από τον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο απευθείας, να συνδέεται με τις εναγόμενες εταιρείες. Όμως οι αποδείξεις που χορήγησε ο τρίτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα δεν αναγράφουν την αιτία της καταβολής, αλλά αναγράφουν μόνον το ποσό και ημεροχρονολογία, ενώ φέρουν τα ατομικά στοιχεία του τρίτου εναγομένου ως ελεύθερου επαγγελματία ασφαλιστικού - χρηματοοικονομικού συμβούλου και διεύθυνση εργασίας άσχετη από το πιο πάνω υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και ειδικότερα φέρουν στο αριστερό επάνω μέρος τους τις έντυπες ενδείξεις "....", ανάγονται στην εκτίμηση από αυτό (Εφετείο) των πραγματικών γεγονότων και στην αιτιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια, και δεν στοιχειοθετούν τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα αναιρετικό λόγο για έλλειψη νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι του κύριου αναιρετηρίου και πρώτος και δεύτερος λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Επίσης οι ίδιοι λόγοι αναιρέρεως είναι απαράδεκτοι ως προς τις αιτιάσεις α) για πεπλανημένη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ των ενεργειών των αναιρεσιβλήτων που δέχθηκε το Εφετείο και της ζημίας της αναιρεσείουσας και β) για ελλείψεις, συνιστάμενες στον μη προσδιορισμό από την προσβαλλόμενη απόφαση 1) του αρμοδίου οργάνου που θα υπεδείκνυε στην αναιρεσείουσα, τον νόμιμο τρόπο συμμετοχής αυτής στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και τους όρους και τον τρόπο καταβολής του αντιτίμου τούτων, 2) της μορφής και του είδους συμμετοχής του τρίτου αναιρεσιβλήτου, 3) του "εάν ο ίδιος (τρίτος αναιρεσίβλητος) είχε υποδείξει στην αναιρεσείουσα και τη νόμιμη διαδικασία και είχε υποβάλει τα σχετικά έγγραφα προκειμένου να αποδεχθεί τους όρους αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων και τον τρόπο καταβολής του αντιτίμου τούτων, 4) του "ποια υπήρξε η συμμετοχή του τρίτου αναιρεσιβλήτου στη διαδικασία αγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων από την αναιρεσείουσα και ποιός υπέδειξε τον τρόπο που τηρήθηκε κατά την επίδικη αγορά κεφαλαίων από αυτήν, 5) του "υπό ποίαν ιδιότητα εμφανίσθηκε ο τρίτος αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα, ποιό ήταν το περιεχόμενο της συνομιλίας τους σχετικά με τις υποχρεώσεις αυτής έναντι της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) και ποιο το είδος της μεσολάβησής του κατά την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων, 6) του "αν κατά την εντολή της αναιρεσείουσας το έτος 1998 προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, υποδείχθηκε η σχετική διαδικασία και αυτός επιμελήθηκε της διεκπεραίωσης της υπόθεσης με την ιδιότητα του προστηθέντος και 7) των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών μέσων με τα οποία ήχθη το Εφετείο στην κρίση του ότι τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά παραδόθηκαν από την αναιρεσείουσα στον τρίτο αναιρεσίβλητο, για να επενδυθούν σε προϊόντα χρηματιστηριακά κατά τη βούλησή του και όχι σε αμοιβαία κεφάλαια interamerican και μάλιστα με την ιδιότητα του συνεργάτη των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων εταιρειών και ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν επένδυσε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι και αν υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε τα πιο πάνω ποσά στον τρίτο αναιρεσίβλητο για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων "Interamerican" μέσω της δραστηριότητάς του στις εναγόμενες-αναιρεσίβλητες εταιρείες, τότε και πάλι η αγωγή, όσον αφορά τις τελευταίες, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 300 Α.Κ., που αυτές πρότειναν. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα, η οποία είναι νοσηλεύτρια - βαθμοφόρος στις ένοπλες δυνάμεις, γνώριζε ήδη, πριν να δώσει τα πιο πάνω ποσά στον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, τη νόμιμη διαδικασία, για να αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια, αφού κατά το προηγούμενο έτος 1998 είχε επανειλημμένα αγοράσει μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου "Interamerican", ακολουθώντας τη διαδικασία αυτή. Άλλωστε, οι σχετικοί όροι για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων περιέχονταν και στις έντυπες αιτήσεις που η αναιρεσίουσα είχε υπογράψει τότε (1998), όπως είχαν προνοήσει οι εναγόμενες εταιρείες, ώστε να αποτρέπεται το ενδεχόμενο εξαπάτησης των επενδυτών από ασυνείδητους συμβούλους και η αναιρεσίουσα τους είχε διαβάσει και αν δεν είχε πράξει τούτο από αμέλεια το παρέλειψε, αφού η μόρφωσή της και το επάγγελμά της δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τέτοια παράλειψη. Έκρινε δε το Εφετείο με βάση αυτά, ότι η αναιρεσείουσα συνετέλεσε με δικό της πταίσμα στη ζημία της και το πταίσμα της αυτό, με βάση και τα μέτρα που είχαν λάβει οι εναγόμενες (πρώτη και δεύτερη) εταιρείες για να αποφευχθεί τέτοια ζημία, οδηγεί σε ολική απαλλαγή τούτων (εναγομένων εταιρειών). Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους του κύριου αναιρετηρίου και τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο και ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ και πάντως με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε τη σχετική ένσταση των αναιρεσίβλητων εταιριών και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσειουσας, κρίνουν ότι η τελευταία συνετέλεσε από δικό της πταίσμα στην επέλευση της ζημίας της. Οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους πλήττεται η, επικουρικώς διατυπωθείσα, ως άνω (επάλληλη) απορριπτική της αγωγής αιτιολογία του Εφετείου, είναι αλυσιτελείς, αφού, μετά την ήδη κριθείσα ως ανεπιτυχή προσβολή της κύριας αιτιολογίας, αυτοτελώς στηρίζουσας το (απορριπτικό της αγωγής) διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι σε θέση να οδηγήσουν στην εξαφάνιση αυτής της αποφάσεως, και ως εκ τούτου εξέλιπε συναφώς το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 17 και 18 του ν.1969/199i όπως ισχύει μετά το Π.Δ 433/1993 και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού), προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρίες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφαλαίο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ' αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρία που συνιστάται για τον σκοπό αυτόν. Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1, 2 και 20 παρ.1 και 5 του ίδιου ως άνω νόμου (1969/199i) προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από την διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι τράπεζα. Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται 1)γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ 2)αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στον θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απόρριψαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως προς τις δυο πρώτες των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την αγωγή, ως μη νόμιμη κατά την από τη σύμβαση πωλήσεως των αναφερομένων σ' αυτήν μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων βάση της, έκρινε ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από τις προαναφερθείσες διατάξεις προϋποθέσεις για την κατάρτιση των συμβάσεων πώλησης των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες εταιρείες στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, και συνακόλουθα δεν έγινε πώληση των μεριδίων αυτών, ώστε να συντρέχει αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης των εναγομένων εταιρειών να παραδώσουν στην ενάγουσα τα αγορασθέντα μερίδια και να δικαιούται αυτή αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της ως άνω υποχρεώσεώς τους. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ, και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τρίτος λόγο του κύριου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού έλεγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση της Χ και τους από 25-2-2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ'αριθ. 7212/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ για την πρώτη (INTERAMERICAN-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ) και σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για την δεύτερη (τράπεζα EFG EUROBANK - ERGASIAS ΑΕ αυτών
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ