Legislator Case Law & Legislation
2016/2006 AI generated

2016/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2016/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2016/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2016 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2016/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1....., 2. .... , 3.... , 4. .... , 5..... και 6. .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μακρή.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ:1)Φιλανθρωπικό Σωματείο υπό την επωνυμία .... που εδρεύει στο ... νομίμως εκπροσωπουμένου και 2)του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του ως άνω Σωματείου Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 126 παρ.3 αν. νόμου 2039/1939, που δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1987 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και με την δια των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :1394/1988 προδικαστική, 729/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 10468/1997, 2832/1999 μη οριστικές και 8357/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι επί της οποίας εκδόθηκε η 1149/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 1019/2003 και 5854/2005 μη οριστικές και 3349/2006 οριστική αποφάσεις, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/7/2006 αίτηση του και τους από 25/9/2006 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 18-7-2006 αίτηση αναίρεσης και οι από 25-9-2006 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της 3349/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Oλ. ΑΠ 43/1990). Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από τον αριθ.10 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο αποφάνθηκε περί της μη γνησιότητας της επίδικης διαθήκης χωρίς να ταχθεί απόδειξη, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περί της πλαστότητας αυτής, εις βάρος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επικαλέσθηκαν την πλαστότητα της ανωτέρω διαθήκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται σ΄ αυτόν ότι η πλημμέλεια της οικείας πράξης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης και τον καθορισμό του διαδίκου που έφερε το βάρος αυτής προτάθηκε στο Εφετείο.

Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος λόγος, δεύτερο μέρος, από τον αριθμ. 13 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται, ότι κατά παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης επί του ανωτέρω ουσιώδους ισχυρισμού των εναγόντων-ήδη αναιρεσιβλήτων, τάχθηκαν αποδείξεις, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εις βάρος του αναιρεσείοντος, περί της γνησιότητας της ως άνω διαθήκης, διότι επίσης δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Επειδή, κατά το άρθρο 245 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ΄ έφεση διαδικασία (άρθρ.524 παρ.1ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση.

Οι διασαφήσεις που παρέχονται από τους διαδίκους που εμφανίζονται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339ΚΠολΔ, αλλά υπόκεινται απλώς σε δικαστική αξιολόγηση σε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα μέσα και μόνο όταν το δικαστήριο διαμορφώσει την πεποίθησή του αποκλειστικά από τις διασαφήσεις αυτές ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη το σύνολο των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, τις επεξηγήσεις και διασαφήσεις που έδωσαν οι διάδικοι, των οποίων διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο του Εφετείου με την 5854/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του.

Επομένως το Εφετείο αξιολόγησε τις επεξηγήσεις και διασαφήσεις αυτές σε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν στήριξε αποκλειστικά σ' αυτές το αποδεικτικό του πόρισμα, γιαυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις επεξηγήσεις και διασαφήσεις αυτές ως αποδεικτικό μέσο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3,339 και 395 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα δικαστικά τεκμήρια, μπορούν να συναχθούν από οποιοδήποτε έγγραφο, επομένως και από δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, που παρέχονται σε επιστολές τους, εκτός αν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συντάχθηκαν πριν ή κατά τη δίκη ειδικώς προς τον σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε αυτή, γιατί έτσι γίνεται καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 396 επ.

ΚΠολΔ που αναφέρονται στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ... έλαβε υπόψη και την αναφερόμενη στον τρίτο αναίρεσης επιστολή τρίτου, χωρίς όμως να δεχθεί ότι η επιστολή αυτή είχε συνταχθεί πριν ή κατά τη δίκη με σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο σε αυτή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης ,από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από τον αριθ.11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο διότι έλαβε υπόψη μη επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις από 4-5-1974, 29-7-1974, 24-10-1974 και 8-6-1974 επιστολές της διαθέτιδας .... , προς σύγκριση με την προσβληθείσα ως πλαστή διαθήκη, διότι από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των διαδίκων προκύπτει ότι έγινε επίκληση από μεν τους αναιρεσίβλητους των από 4-5-1974, 24-10-1974 και 8-6-1974 επιστολών αυτών από δε τον αναιρεσείοντα της από 29-7-1974 επιστολής.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Ειδικότερα οι αναφερόμενες στο άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ΄ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο αναίρεσης και τον έκτο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έγγραφα, τις αναφερόμενες στο δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, τρεις έγχρωμες φωτογραφίες, το πρωτότυπο της επίδικης διαθήκης, καθώς επίσης και την αναφερόμενη στον πέμπτο λόγο αναίρεσης και στον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων έκθεση της ειδικής γραφολόγου και γραφοψυχολόγου .... , των αναφερόμενων στον πέμπτο λόγο, πρώτο μέρος, του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εκθέσεων της πραγματογνώμονος ...

και των δικαστικών γραφολόγων ...., ..... Γιαυτό και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, ο τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα .... , την οποία θεώρησε αναξιόπιστη, διότι με την 3489/1998 απόφαση του ΣτΕ απολύθηκε από τη θέση του θεολόγου, για τους λόγους που αναφέρονται σ΄αυτήν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη θεώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αξιολογήθηκε δε περαιτέρω ως μη πειστική για τους λόγους που αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση, οι οποίοι και ανάγονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων.

Επειδή, με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου αναίρεσης, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθ.10 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον, παρόλο ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του πρώτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητου, περί της ύπαρξης στενών δεσμών φιλίας και αγάπης που δικαιολογούσαν την εγκατάστασή του ως κληρονόμου, ότι δεν διέμενε δωρεάν στην οικία της διαθέτιδας, αλλά κατέβαλε μισθώματα καθόλη τη διάρκεια της παραμονής του, δεν τάχθηκαν αποδείξεις περί τούτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που οδηγούν σε αποδυνάμωση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων και επομένως ορθώς δεν τάχθηκαν αποδείξεις επί αυτών.

Επειδή, ο έκτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη, την από 8-1-1993 έφεση της Α ΔΟΥ κατά της 10839 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αναγράφεται ότι οι τετιμημένοι με την πρώτη διαθήκη ενάγοντες-ήδη αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν ανακλητική δήλωση προς την ανωτέρω ΔΟΥ, που έγινε δεκτή, στην οποία δήλωναν ρητώς ότι η μεταγενέστερη επίδικη διαθήκη της 27-5-1983 είναι ισχυρότερη της αρχικής με την οποία εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τον χρόνο και τρόπο επίκλησης του ανωτέρω αποδεικτικού στοιχείου στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, δοθέντος ότι για να λάβει υπόψη το δικαστήριο αποδεικτικό μέσο, πρέπει όχι μόνο να προσκομίζεται, αλλά και να γίνεται επίκληση αυτού σαφώς και ορισμένως με τις προτάσεις της συζήτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πλην όμως για να δημιουργηθεί κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ ΚΠολδ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αυτής, πρέπει να γίνει επίκλησή της από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρεστήριο.

Διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος. Στην υπόθεση που κρίνεται με το πρώτο μέρος του έβδομου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων περί του ότι, οι υπογραφές που υπάρχουν στις δηλώσεις φόρου εισοδήματος των ετών 1976 έως 1983, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή μη της επίδικης διαθήκης, έχουν τεθεί από το ίδιο πρόσωπο που έγραψε και υπέγραψε την επίδικη διαθήκη και επομένως, ομολογούν ότι, οι υπογραφές στις δηλώσεις αυτές είναι της διαθέτιδας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο χρόνος και τρόπος επίκλησης του ανωτέρω αποδεικτικού στοιχείου στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση διότι δεν έλαβε ως αποδεικτικά στοιχεία (άρθρο 559 αριθ.11 περ.

γ ΚΠολΔ) τις εκδοθείσες επί της ίδιας υπόθεσης, υπ΄αριθμ. 8357/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή, καθώς και υπ΄ αριθμ. 1149/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τελευταία απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι εν λόγω αποφάσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, αλλά διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, εκτός εάν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τους περιοριστικώς μνημονευόμενους στο άρθρο 559ΚΠολΔ.

Επειδή, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, ψέγεται η πληττόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, και ειδικότερα για ελλειπή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ), διότι αποφαίνεται για την μη γνησιότητα της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης στηριζόμενη στις αναφερόμενες στο λόγο αυτό γραφολογικές εκθέσεις, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν δέχεται ως πειστικές και αντικειμενικές τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό αντίθετες γραφολογικές εκθέσεις, οι οποίες αποφαίνονται υπέρ της γνησιότητας της ανωτέρω διαθήκης και οι οποίες για τους αναφερόμενους λόγους πλεονεκτούν από άποψη αξιοπιστίας έναντι των πρώτων.

Επίσης με τον όγδοο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα της μη γνησιότητας της επίδικης διαθήκης, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η γραφή και η υπογραφή στην επίδικη διαθήκη δεν ανήκουν στην διαθέτιδα, στηριζόμενο στις αναφερόμενες στο λόγο αυτόν κρίσεις, που κατά τον αναιρεσείοντα είναι αυθαίρετες, δεν στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά ή δεν ασκούν επιρροή, καθώς και στις επίσης αναφερόμενες αποδοχές, οι οποίες δεν συνοδεύονται από πραγματικά περιστατικά.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου πραγματικών γεγονότων, αναγομένων στη μη γνησιότητα της επίδικης διαθήκης και στην αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το τρίτο και δεύτερο μέρος, αντίστοιχα, από την ίδια διάταξη, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αποδέχθηκε μη γνησιότητα της υπογραφής της διαθέτιδας στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος έτους 1976 με ενδοιαστική και αμφίβολή συλλογιστική, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο χωρίς αμφίβολη ή ενδοιαστική συλλογιστική δέχθηκε ότι υπογραφή στην ως άνω φορολογική δήλωση ετέθη εκ των υστέρων και σε αντικατάσταση προϋπάρχουσας υπογραφής επί του πρωτοτύπου ........

και δεν είναι γνήσια της διαθέτιδας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης του ... κατά της 3349/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών,και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ