Legislator Case Law & Legislation
2015/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's evidence evaluation in car accident liability case.

Case Number 2015/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding car accident damages. The appellant argued for procedural errors in evidence evaluation and violation of specific administrative regulations, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the lower court was not obligated to explicitly evaluate every piece of evidence and that the appellant's attempt to challenge the final judgment on evidence assessment was legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of evidence evaluation is limited, and appeals challenging the substantive assessment of proof without new grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation substantive judgment procedural error car accident liability administrative regulation costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 577, paragraph 1 and 3, in conjunction with Article 569, paragraph 2, letters a and b of the Code of Civil Procedure
Article 561, number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, letter e of the Code of Civil Procedure
Article 246 in conjunction with Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 1395/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2015 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2015/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-11-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων και με την από 26-2-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2129/2014 εν μέρει οριστική και 2609/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2019 αίτησή του και τους από 30-12-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-1-2019 (ειδ. αρ. κατ. 36/16-1-2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 152/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), καθώς και οι από 30-12-2021 (αρ. κατ. 155/2021) πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 σε συνδ. με άρθρ. 569 παρ. 2 περ. α' και β' ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας για την εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 246 σε συνδ. με άρθρ. 573 παρ. 1 ΚπολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την από 20-7-2012 (αρ. κατ. 129634/2012) κύρια αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του σε αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο συνέβη στις 20-7-2012, κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά περιγράφονται στην ως άνω κύρια αγωγή του, ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αριθμό ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, ανασφάλιστου κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί (μετά την μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό), ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 635.229,13 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ'αυτήν (αγωγή).

Επί της αγωγής αυτής (η οποία συνεκδικάσθηκε με δύο παρεμπίπτουσες αγωγές των εναγομένων, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν στην προκείμενη αναιρετική δίκη), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2129/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο (το κεφάλαιο της υπαιτιότητος δεν προσβλήθηκε ούτε στο Εφετείο), διέταξε επανάληψη συζητήσεως της κύριας αγωγής προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, μετά δε τη διενέργεια αυτής, εκδόθηκε η 2609/2015 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τα αγωγικά κονδύλια.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από όλους τους διαδίκους και εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 152/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την από 20-7-2012 κύρια αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (η οποία και μόνο ενδιαφέρει την προκείμενη αναιρετική δίκη) και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 93.697.19 ευρώ κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚπολΔ (ΑΠ 29/2017).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1350/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 577/2013, ΑΠ ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ1072/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τέταρτο και έβδομο κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης και πρώτο, τέταρτο και έβδομο πρόσθετους λόγους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη: 1Α) τις εξοφλητικές αποδείξεις των οικιακών βοηθών Α.

Χ., ποσού 20.650 ευρώ, Φ. Γ., ποσού 20.650 ευρώ και Β. Κ., ποσού 24.780 ευρώ, ήτοι συνολικά χρηματικού ποσού 66.080 ευρώ, οι οποίες συνιστούσαν σύννομο αποδεικτικό μέσον, περί του ότι ο αυτός (αναιρεσείων) κατέβαλε τα προαναφερόμενα ποσά, στις ανωτέρω οικιακές βοηθούς, τις οποίες είχε προσλάβει, προκειμένου να του παρέχουν επί 24 ωρου τις συναφείς υπηρεσίες τους επί συναπτό χρονικό διάστημα έξι μηνών, δεδομένου ότι δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται πλήρως με τις δικές του δυνάμεις, λόγω των προηγηθεισών χειρουργικών επεμβάσεων και οι οποίες (εξοφλητικές αποδείξεις) δεν είχαν προσβληθεί από τους εναγομένους ως εικονικές ή πλαστές, αποδεικνύουσες συνεπώς αμέσως τον προαναφερθέντα αγωγικό ισχυρισμό του, που είχε τεθεί ως λόγος εφέσεως, αλλά και εμμέσως, ως δικαστικά τεκμήρια, κατά το άρθρο 336 παρ. 3 ΚπολΔ (πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, σελ. 8 αιτήσεως αναιρέσως).

Β) την από 20-10-2014 έκθεση του διορισθέντος από το δικαστήριο ως πραγματογνώμονος ιατρού, αναφορικά με την αξίωσή του για αποζημίωση μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ολικής αρθροπλαστικής αριστερού γόνατος και πλαστικής χειρουργικής ουλών του γόνατος αυτού (τέταρτος κύριος αναιρετικός λόγος, σελ. 10 αιτήσεως αναιρέσεως), Γ) το υπ' αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφο της Τροχαίας Πατρών, που με επίκληση προσκόμισε και μνημόνευε αναλυτικά στις από 29-11-2016 εφετειακές προτάσεις του, το οποίο ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και απεδείκνυε πλήρως την αγωγική του αξίωση για αποζημίωση ποσού 2.190,72 ευρώ, για εκτός έδρας εργασία του και το οποίο απώλεσε εξαιτίας του τραυματισμού του και της υποχρεωτικής συνεπεία αυτού αναρρωτικής αδείας του κατά το διάστημα από 24-10-2020 έως την 17-10-2011 (έβδομος κύριος λόγος, σελ. 39 αιτήσεως αναιρέσεως). 2Α) Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (κατά το τμήμα αυτού με στοιχείο Λ1), ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η νομίμως επικληθείσα με τις εφετειακές προτάσεις και προσκομισθείσα (με αριθμό σχετικού ...) ιατρική γνωμάτευση με ημερομηνία 18-5-2016 του χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού Γ.

Β., από την οποία αποδεικνύεται η ανικανότητά του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) να αυτοσυντηρηθεί για χρονικό διάστημα 413 ημερών μετά το χειρουργείο και η συνακόλουθη αναγκαιότητα πρόσληψης τριών οικιακών βοηθών κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, οι οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους ανά 8ωρο και όλο το 24ωρο, για τις οποίες δαπάνησε το συνολικό ποσό των 66.080 ευρώ.

Β) Ακολούθως, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως του, αιτιάται την προσβαλλομένη (εκτός των άλλων πλημμελειών, ήτοι αυτών εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ) και για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚπολΔ, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη της, τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα και δη: 1) την από 20-10-2014 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος από Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού Κ.

Σ., 2) την από 18-5-2016 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού Κ. Β., 3) την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου ΘΡΙΑΣΙΟ, 4) την από 14-10-2014 βεβαίωση του Νοσοκομείου της Μεγάλης Βρετανίας υπό την επωνυμία ... και 5) την από 8-4-2016 βεβαίωση του Νοσοκομείου της Μεγάλης Βρετανίας υπό την επωνυμία ..., τα οποία ήσαν ουσιώδη έγγραφα αναφορικά με την βασιμότητα των ενδίκων αξιωσεών του για δαπάνες διενέργειας ορθοπεδικής χειρουργικής αλλά και πλαστικής χειρουργικής επεμβάσεως στα αναφερόμενα ιατρικά κέντρα της Μεγάλης Βρετανίας.

Γ) Τέλος, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση (εκτός από τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8, 1 και 19 ΚπολΔ) και την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚπολΔ, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της για το καθορισμό του ποσού της χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ, τα νομίμως μετ'επικλήσεως προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα εκ των οποίων προέκυπταν οι βαρύτατες μόνιμες αναπηρίες και παραμορφώσεις του σώματός του και οι εξ αιτίας αυτών ισόβιες δυσμενείς συνέπειες και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη της:

α) την από 20-10-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού Κ. Σ., από την οποία προκύπτει η ένταση της βλάβης του και δη ότι μέχρι τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, βαδίζει επίπονα και μόνο με βακτηρίες αλλά επιπλέον και οι κινητικές παραμορφώσεις, το οίδημα και η αποκρουστική εικόνα παρουσιάζει στο αριστερό κάτω άκρο του ακόμα και μέχρι σήμερα, β) την από 14-11-2016 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου ιατρού Γ.

Β., από την οποία προκύπτει ότι αυτός εξ αιτίας του ατυχήματος έχει υποστεί μόνιμη ψυχιατρική αναπηρία σε ποσοστό 30-67%, γ) την από 18-5-2016 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού Κ. Β., στην οποία βεβαιώνεται ότι το ποσοστό μετακαταγματικής αρθρίτιδος στο αριστερό κάτω άκρο του ανέρχεται σε ποσοστό 20% και δ) την από 16-2-2012 ιατρική γνωμάτευση του πλαστικού χειρουργού Δ.

Μ., από την οποία προκύπτουν οι ουλές και παραμορφώσεις που υπέστη το σώμα του εξ αιτίας του ατυχήματος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τις ως άνω δύο αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος, διαβεβαιώνει, κατά πιστή αντιγραφή, στην απόφασή του ότι: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 2129/2014 πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του ενάγοντος Α. Μ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Ράγια, στην εξέταση της οποίας κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ'άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ'του ΚπολΔ ο πρώτος και το δεύτερο των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα α) υπ' αριθμ. ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Δ. Σ. και β) υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Χ., αντίστοιχα, από την υπ' αριθμ. ... από 20-10-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2129/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Κ.

Σ., ορθοπεδικού-χειρουργού και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 24-10-2010 ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου Πατρών, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί....Στην από 16-2-2012 ιατρική γνωμάτευση του Δ.

Μ., πλαστικού χειρουργού αναγράφεται ότι ο ενάγων παρουσιάζει ρικνωτική και δύσμορφη μετεγχειρητική ουλή αριστερού γόνατος διαστάσεων 5Χ1,5 εκατοστών, πολλαπλές μικρότερες μετεγχειρητικές ουλές αριστερού γόνατος και δυσκαμψία της αριστεράς αρθρώσεως του γόνατος, δυσκολία κατά την βάδιση και υπαισθησία στην ευρύτερη περιοχή της ίδιας αρθρώσεως και ότι οι ουλές χρήζουν πλαστικής χειρουργικής αποκατάστασης συνολικού κόστους για τη νοσηλεία δύο ημερών ύψους 6.000 ευρώ.

Περαιτέρω, στην από 20-10-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χειρουργού-ορθοπεδικού Κ. Σ., αναγράφεται ότι ο ασθενής εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη σύνθετη συνδεσμική βλάβη του αριστερού γόνατος, ότι η χειρουργική επέμβαση που ακολούθησε απαίτησε διάστημα αποθεραπείας έξι (6) μηνών, ότι κατά την εξέταση του ενάγοντος διαπίστωσε ....Ο ενάγων προσκομίζει παραδεκτά για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, κατ'άρθρο 529 ΚπολΔ, νέες ιατρικές γνωματεύσεις περί της καταστάσεως της υγείας του και πιο συγκεκριμένα α) την από 7-3-2016 ιατρική γνωμάτευση του Δ.

Μ., πλαστικού χειρουργού, όμοια με την προαναφερθείσα από 16-2-2012 προγενέστερη γνωμάτευσή του περί της ανάγκης διενέργειας πλαστικής χειρουργικής επέμβασης συνολικού κόστους 6.000 ευρώ, β) το από 14-11-2016 ιατρικό πιστοποιητικό της Γ. Β., ψυχιάτρου, με το οποίο πιστοποιεί ότι ο ενάγων πάσχει από ήπια καταθλιπτική διαταραχή μετατραυματικού τύπου, γ) την από 27-4-2016 ιατρική γνωμάτευση πλαστικών χειρουργών της πλαστικής -χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας "ΘΡΙΑΣΙΟ" στην οποία αναγράφεται ότι ο ενάγων φέρει ρικνωτική και δύσμορφη μετεγχειρητική ουλή αριστερού γόνατος διαστάσεων 6Χ2 εκατοστών ...δ) την από 18-5-2010 ιατρική γνωμάτευση του Γ.

Β., ορθοπεδικού χειρουργού, στην οποία αναφέρει ότι ο ενάγων εξήλθε του νοσοκομείου στις 28-10-2010 με σύσταση για μη φόρτιση του αριστερού άκρου, με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής .... Από την εκτίμηση των παραπάνω ιατρικών βεβαιώσεων, γνωματεύσεων και πιστοποιητικών νοσηλείας σε συνδυασμό με την από 24-10-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού-χειρουργού Κ.

Σ., αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών που διήρκεσε η αποθεραπεία του, όπως προκύπτει από τη διενεργηθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη, αδυνατούσε μερικά να αυτοεξυπηρετηθεί ... ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω του τραυματισμού του προσέλαβε σε καθημερινή βάση και για το χρονικό διάστημα από 29-10-2010 έως την 15-11-2011 (413 ημέρες) ως οικιακές βοηθούς την Α.

Χ., Φ. Γ. και Β. Κ. που απασχολούνταν επί οκτάωρο η κάθε μία, στις οποίες κατέβαλε τα ποσά των 20.650 ευρώ, 20.650 ευρώ και 24.780 ευρώ, αντίστοιχα, και προς απόδειξη τούτου προσκομίζει τις από 16-12-2011, 17-12-2011 και 18-12-2011 αποδείξεις πληρωμής, ενώ για την παροχή υπηρεσιών οικιακών βοηθών στον ενάγοντα κατέθεσαν η μάρτυρας του ενάγοντος κατά την εξέτασή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο....Αντίθετα δεν αποδείχθηκε, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο ενάγων το ως άνω διάστημα του τραυματισμού του θα εργαζόταν εκτός έδρας και συνεπώς το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης ύψους 2.190,72 ευρώ για την ως άνω αιτία πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο".

Από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και από την διαβεβαίωση για λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά μέσα για τα οποία αναιρεσείων με τους προαναφερόμενους κύριους και πρόσθετους λόγους αιτιάται αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ότι δεν έλαβε υπόψη της, δεν είναι δε, αναγκαίο στοιχείο του περιεχομένου της απόφασης η ιδιαίτερη μνεία αυτών, αρκεί η γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα (αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος για εκτός έδρας υπηρεσίες και την με αριθμό ...

Βεβαίωση του Τμήματος Τροχαίας Πατρών, για την οποία δεν γίνεται ειδική μνεία ότι λήφθηκε υπόψη στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως ειδικότερα εκτίθεται στον έβδομο κύριο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως). Επομένως, οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 11, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος). Η μελλοντική περιουσιακή ζημία την οποία υφίσταται ο παθών δεν είναι μόνον αποθετική ή διαφυγόν κέρδος. Μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία.

Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα, πλαστικές εγχειρήσεις (ΑΠ 1751/2017, ΑΠ1935/2013, ΑΠ 1379/2010). Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.

Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλά ενδεχόμενη, στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους με την έννοια που προαναφέρθηκε, η απόρριψη δε αυτή έχει την έννοια ότι η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή οριστική της διαφοράς επί της ουσίας (ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/2010, ΑΠ 2076/2006).

Συνεπώς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 601/2010, ΑΠ 1306/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 349/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά, αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 1545/2021, ΑΠ 164/1994).

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992).

Το λόγο αυτό αναίρεσης δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων (ΑΠ 1431/2015). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας απόφασης (ΑΠ 1431/2015, 283/1988).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 198/2015, ΑΠ1987/2007). Με τον 2ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

α' ΚπολΔ, διότι απέρριψε ως πρόωρο, το αγωγικό αίτημά του για αποζημίωση μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ολικής αρθροπλαστικής αριστερού γόνατος και πλαστικής χειρουργικής ουλών του γόνατος αυτού, μολονότι επρόκειτο για προβλεπτή μελλοντική ζημία, η οποία γεννήθηκε αμέσως μετά το ατύχημα και ήταν αμέσως αποκαταστατέα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, ενώ εξάλλου όσον αφορά το ίδιο ως άνω αγωγικό αίτημα, ο ενάγων με τον τρίτο κύριο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚπολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο ζήτησε να περιέχονται στο αγωγικό δικόγραφο, για το ορισμένο του πραγματικά περιστατικά και δη βεβαιότητα της μέλλουσας δαπάνης αποκαταστάσεως των βλαβών του ποδιού του, ήτοι προϋπόθεση μη απαιτούμενη για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους ως άνω δύο αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων λόγω του προαναφερθέντος τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, θα υποβληθεί στο μέλλον, για τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας του, σε ολική αρθροπλαστική αριστερού γόνατος και σε πλαστική χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης των ουλών στο αριστερό του γόνατο, επεμβάσεις που γίνονται όχι μόνο σε εξειδικευμένα κέντρα του εξωτερικού, αλλά και με επιτυχία και ασφάλεια σε εξειδικευμένα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία της Ελλάδος.

Ο ενάγων, όπως προεκτέθηκε, δεν έχει υποβληθεί ακόμα στις ως άνω χειρουργικές επεμβάσεις αν και έχουν παρέλθει έξι (6) χρόνια από την ημερομηνία του ατυχήματος και υπάρχει αμφιβολία και αβεβαιότητα για το αν ο ενάγων θα υποβληθεί στις επεμβάσεις αυτές στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, όπως ισχυρίζεται, που σε περίπτωση επιλογής μεταβάσεώς του στο εξωτερικό θα κριθεί αν ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη η δαπάνη αυτή, ή στην Ελλάδα σε εξειδικευμένα δημόσια ή ιδιωτικά νοσοκομεία και συνακόλουθα και αβεβαιότητα ως προς τη συνολική δαπάνη που θα απαιτηθεί για εκάστη χειρουργική επέμβαση, καθότι το κόστος πραγματοποίησης αυτών διαφέρει σημαντικά και συναρτάται από την επιλογή νοσηλευτικού ιδρύματος στο εξωτερικό ή στην Ελλάδα και στην τελευταία περίπτωση από την επιλογή δημόσιου ή ιδιωτικού νοσηλευτικού ιδρύματος.

Επιπρόσθετα και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.5 του ΠΔ 237/1986 με το οποίο ορίζεται ότι "η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως για την αυτή αιτία στο ζημιωθέντα", που ως τέτοιος οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως νοείται και το Δημόσιο όταν καταβάλει νοσήλια στον ασφαλισμένο παθόντα του ή ο αντίστοιχος ασφαλιστικός φορέας που καλύπτει ασφαλιστικά τον παθόντα υπάλληλο του Δημοσίου, εισάγεται περιορισμός στην ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατ'εξαίρεση της ρυθμίσεως του άρθρου 930 εδ.

γ'του ΑΚ, με συνέπεια να περιορίζεται η υποχρέωση αποζημίωσης του νομικού αυτού προσώπου στη συμπλήρωση του ποσού της δαπάνης που δεν καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό φορέα του παθόντος... Συνακόλουθα, και για τους δύο ως άνω λόγους, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος για αποζημίωση για μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως πρόωρα ασκηθείσες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως πρόωρα ασκηθέντος, σε περίπτωση τελεσιδικίας, δεν δημιουργεί δεδικασμένο γιατί, δεν είναι απόρριψη επί της ουσίας και συνεπώς δεν τέμνει την διαφορά ως προς το αίτημα αυτό ... Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε δεκτές εν μέρει ως βάσιμες τις ως άνω αγωγικές αξιώσεις για μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, καθότι έπρεπε να απορρίψει αυτές ως ασκηθείσες πρόωρα και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσία αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, καθό μέρος ζητούν να απορριφθούν οι ως άνω αγωγικές αξιώσεις ως κατ' ουσία αβάσιμες, να απορριφθούν ως κατ'ουσία αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι εφέσεως του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος με τους οποίους ζητεί να γίνουν δεκτές καθ'ολοκληρία οι ως άνω αγωγικές αξιώσεις και να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι εφέσεως των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων περί προώρου ασκήσεως των ενδίκων αυτών αξιώσεων του ενάγοντος ως κατ'ουσία βάσιμοι".

Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος κύριος λόγος της αιτήσεως αναιρέσως (πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚπολΔ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 298 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το ανωτέρω σχετικό κονδύλιο για τις μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέν και συνεπώς δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν.

Απορριπτέος είναι ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος κύριος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚπολΔ, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δικάσαν Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ζήτησε να περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής (για το ορισμένο των ενδίκων αξιώσεων για μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις) πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν απαιτεί το πραγματικό της εφαρμοστέας διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ένδικες αυτές αξιώσεις απορρίφθηκαν ως προώρως ασκηθείσες λόγω της αβεβαιότητας όχι ως προς το αναγκαίο διενέργειας αυτών των επεμβάσεων, αλλά λόγω αβεβαιότητας του εάν πράγματι ο ενάγων θα υποβληθεί σε αυτές τις επεμβάσεις στο Λονδίνο, συνακόλουθα και αβεβαιότητας ως προς τη συνολική δαπάνη που θα απαιτηθεί για κάθε μία από αυτές, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, όπως επακριβώς αναγράφεται πιο πάνω (ΑΠ 776/2007).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως (ΑΠ 95/2017, 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα", οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 353/2020, 195/2017).

Με τον έβδομο κύριο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (σελ. 39 αναιρετηρίου), καθώς και με τους πρώτο πρόσθετο λόγο στα με στοιχεία Δ, Ε , ΣΤ, Ζδ'ε', στ', Η και Λ αρ.3 (σελ. 13, 15, 17,18,19, 21 και 28 προσθέτων λόγων, αντίστοιχα), πέμπτο πρόσθετο λόγο (σελ. 54) και τέλος έβδομο πρόσθετο λόγο (σελ. 73), ο ενάγων - αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο αφενός δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, αφετέρου έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ειδικότερα : 1) Ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο της Τροχαίας Πατρών, στο οποίο αναφέρονταν οι εκτός έδρας υπηρεσίες του.. 2) Περαιτέρω, όσον αφορά την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για αποζημίωση συνολικού ποσού των 66.080 ευρώ, τα οποία ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι κατέβαλε στις επακριβώς αναφερόμενες οικιακές βοηθούς, τις οποίες προσέλαβε για διάστημα έξι μηνών, ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων θα μπορούσε να ανεύρει οικιακή βοηθό με μηνιαίο μισθό 700 ευρώ για 8 ώρες ημερησίως και να μην καταβάλει τα ποσά που ο ίδιος διατείνεται με την αγωγή του ότι κατέβαλε σ'αυτές, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 εδ.

α' ΚπολΔ, αφού δέχθηκε ως βάσιμους, ουδέποτε προβληθέντες ισχυρισμούς-ενστάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και επιδίκασε τα επακριβώς αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για αμοιβές οικιακών βοηθών. Ο έβδομος κύριος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλει τη ανωτέρω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, αλλά σε προσκομιζόμενο από διάδικο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αξιώσεώς του για αποζημίωση υπηρεσίας εκτός έδρας Ο πρώτος πρόσθετος (με στοιχ.

Δ) λόγος, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα" αλλά σε επιχείρημα του αναιρεσείοντος, προς υποστήριξη του σχετικού ισχυρισμού του ως προς τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά στις προσληφθείσες οικιακές βοηθούς που αναφέρει. Σε κάθε περίπτωση δε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο απέρριψε το αγωγικό αίτημα μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεχθέν εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και απορριπτομένων ως κατ'ουσία αβασίμων των σχετικών λόγων των εφέσεων των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με στοιχεία Ε , ΣΤ, Ζδ',ε',στ', Η και Λ αρ.3 (σελ. 15, 17,18,19, 21 και 28 του δικογράφου προσθέτων λόγων, αντίστοιχα), που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ και αφορά το ίδιο ως άνω αγωγικό κεφάλαιο της αποζημίωσης για αμοιβές οικιακών βοηθών, είναι απορριπτέος.

Ειδικότερα: ι) ο με στοιχείο "Ε" πρόσθετος λόγος (σελ. 15) ότι δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις εξοφλητικές αποδείξεις των οικιακών βοηθών και τις αναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις που καθορίζουν τις ελάχιστες αποδοχές αποκλειστικών αδερφών νοσοκόμων, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα", αλλά σε προσκομιζόμενο από διάδικο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αξιώσεώς του, όπως έχει αναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσης, ανεξαρτήτως δε και πέραν αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο απέρριψε το αγωγικό αίτημα μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιι) ο με στοιχ. "ΣΤ" (σελ. 17) πρόσθετος λόγος ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από τον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα, με τον πρώτο λόγο της από 16-10-2015 εφέσεώς του, ισχυρισμό, ο οποίος είναι κατά πιστή αντιγραφή του αναιρετηρίου ο εξής: {"και δίχως οι αντίδικοι να αμφισβητήσουν παντελώς δια το ύψος της ανωτέρω δαπάνης και δίχως να προβάλλουν κάποια σχετική παραδεκτή και αποδεδειγμένη ένσταση σχετικά με το ύψος της ανωτέρω δαπάνης", ότι οι αντίδικοι δεν προέβαλαν στο ακροατήριο της πρώτης πρωτοβάθμιας δίκης οποιοδήποτε ισχυρισμό είτε ένσταση, είτε ένσταση συντρέχοντος πταίσματός μου, σχετικά με την αγωγική μου αξίωση της αμοιβής των τριών προσληφθέντων οικιακών βοηθών και ούτε υπέβαλλαν αίτημα μετριάσεως της ενδίκου αγωγικής μου αξίωσης}, είναι επίσης απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, αλλά σε επιχείρημα του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος, προβληθέν προς υποστήριξη της ανωτέρω αγωγικής του αξιώσεως, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές.

ιιι) Τα ίδια λεκτέα και για την πλημμέλεια που αποδίδεται με στοιχ. "Ζ" δ', ε',στ' (σελ. 18,19) προσθέτων λόγων, αφού ο μεν ισχυρισμός του αναιρεσείοντος "..ο επ' ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυράς μου Ν. Φ. κατέθεσε ότι είχα προσλάβει τον επίδικο χρόνο τις ανωτέρω οικιακές βοηθούς και μετά την 15-12-2011 χρέη οικιακής βοηθού ασκούσε η σύζυγός μου δια χρονικό διάστημα 1,5 μηνός", δεν αφορά σε "πράγμα" , αλλά σε αποδεικτικό μέσο κατά τα προεκτεθέντα, η δε κρίση του Εφετείου ως προς την αξιοπιστία του ως άνω μάρτυρος αποδείξεως, χωρίς την άσκηση σχετικού λόγου εφέσεως εκ μέρους των εναγομένων, αφορά την ανεξέλεγκτη αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικάσαν Εφετείο και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ.

ιιιι) Και η επικαλούμενη με στοιχ. "Η" (σελ. 21) πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 εδ. α' ΚπολΔ, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο μη προβληθέντα ισχυρισμό -ένσταση των αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με τον μηνιαίο και όχι ημερήσιο καθορισμό αμοιβής οικιακής βοηθού, επίσης δεν μπορεί να στηρίξει παραβίαση εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚπολΔ, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, αλλά σε επιχείρημα του αναιρεσείοντος, προς υποστήριξη της απόψεώς του ως προς τον καθορισμό της αμοιβής των οικιακών βοηθών.

ιv) τέλος, ο πρόσθετος λόγος (με στοιχ. Λ αρ. 3, σελ. 28) της μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού που πρότεινε με τον πρώτο λόγο της από 16-10-2015 εφέσεως του ο αναιρεσείων, αναφορικά με την αδυναμία αυτοσυντηρήσεώς του, η οποία αποδεικνύετο από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρός του Α. Μ., προς επίρρωση του οποίου επικαλέσθηκε και προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Ραγιά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αποτελεί επιχείρημα του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος, προβληθέν προς υποστήριξη του αγωγικού ισχυρισμού του για την πρόσληψη των οικιακών βοηθών και όχι "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ, όπως στη νομική ως άνω σκέψη αναπτύχθηκε.

Επομένως, απορριπτέοι κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις είναι άπαντες οι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι) που πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 663/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1399/2018, ΑΠ 1623/2017, ΑΠ 1207/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση, ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 701/2020, 548/2020, ΑΠ 142/2020).

Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου Πατρών, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου αριστερού γόνατος, ρωγμώδες κάταγμα κεφαλής-περόνης αριστερά, μερική ρήξη οπισθίου χιαστού αριστερού γόνατος, ρήξη εξώ μηνίσκου αριστερού γόνατος, ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου αριστερού γόνατος και οστεοχόνδρινο κάταγμα με καθίζηση έξω κνημιαίου plateau αριστερού γόνατος.

Την επομένη ημέρα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο νοσηλευτικό κέντρο "..." του Παλαιού Φαλήρου Αττικής και υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία του αριστερού γόνατος όπου διαπιστώθηκαν οι ως άνω βλάβες. Ακολούθως ο ενάγων υποβλήθηκε στο ως άνω νοσοκομείο σε χειρουργικές επεμβάσεις α) συνδεσμοπλαστικής προσθίου χιαστού συνδέσμου αριστερού γόνατος, β) μηνισεκτομής έξω μηνίσκου αριστερού γόνατος και γ) συρραφής έσω πλαγίου συνδέσμου αριστερού γόνατος.

Από το από 28-10-2010 εξιτήριο του ως άνω νοσηλευτικού κέντρου αποδείχθηκε ότι ενάγων νοσηλεύθηκε από 25-10-2010 έως 28-10-2010 και εξήλθε του νοσοκομείου με σύσταση αποφυγής φορτίσεως του αριστερού σκέλους, λήψη φαρμακευτικής αγωγής και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών. Επιπρόσθετα στην από 18-11-2010 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού-χειρουργού Σ.

Κ. αναγράφεται ότι ενάγων εξήλθε του νοσοκομείου στις 28-10-2010 σε καλή κατάσταση φέροντας νάρθηκα γόνατος προσθίου χιαστού χιαστού τεσσάρων σημείων και ότι η αποκατάσταση του ασθενούς θα διαρκέσει έξι (6) μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων θα υποβάλλεται σε φυσιοθεραπευτική αγωγή. Στην από 16-2-2012 ιατρική γνωμάτευση του Δ.

Μ., πλαστικού χειρουργού αναγράφεται ότι ο ενάγων παρουσιάζει ρικνωτική και δύσμορφη μετεγχειρητική ουλή αριστερού γόνατος διαστάσεων 5 Χ 1,5 εκατοστών, πολλαπλές μικρότερες μετεγχειρητικές ουλές άριστε γόνατος και δυσκαμψία της αριστεράς αρθρώσεως του γόνατος, δυσκολία κατά τη βάδιση και υπαισθησία στην ευρύτερη περιοχή της ίδιας αρθρώσεως και ότι οι ουλές χρήζουν πλαστικής χειρουργικής αποκατάστασης συνολικού κόστους για νοσηλεία δύο (2) ημερών ύψους 6.000 ευρώ.

Περαιτέρω, στην από 20-10-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χειρουργού-ορθοπεδικού Κ. Σ., αναγράφεται ότι ο ασθενής εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη σύνθετη συνδεσμική βλάβη του αριστερού γόνατος, ότι η χειρουργική επέμβαση που ακολούθησε απαίτησε διάστημα αποθεραπείας έξι (6) μηνών, ότι κατά την εξέτασή του ενάγοντος διαπίστωσε ότι βαδίζει με βακτηρίες ότι παρουσιάζει χωλότητα και δυσχέρεια στη βάδιση, δυσκαμψία με ελλείμματα έκτασης 10-15 μοίρες και κάμψης περίπου 5 μοιρών, μυϊκή ατροφία τετρακέφαλου, διαλείπουσα αστάθεια γόνατος που εμφανίζεται μετά από μικρή δραστηριότητα και οίδημα στην άρθρωση που επιδεινώνεται σε ορθοστασία καθώς και μυϊκές κράμπες, ότι δυσκολεύεται στη βάδιση σε κατηφορικούς και ανηφορικούς δρόμους, στη χρήση σκάλας, στο βαθύ κάθισμα και στο ημικάθισμα και περιφερειακό οίδημα στο ταρσό του αριστερού ποδιού, ότι η κινητικότητα του γόνατο εξακολουθεί και είναι περιορισμένη, δυσκολεύοντας απλές καθημερινές και αθλητικές δραστηριότητες και καθιστώντας αδύνατη την προηγούμενη εργασιακή του απασχόληση, ότι η πώρωση των καταγμάτων είναι σε σχετικά παραδεκτή θέση, ότι η χειρουργική αντιμετώπιση των ρήξεων του ΠΧΣ, μηνίσκου και έσω πλαγίου συνδέσμου έχουν συντελέσει στη σχετική σταθερότητα του γόνατος αλλά οι χόνδρινες βλάβες έχουν οδηγήσει σε μετατραυματική δυσκαμψία μονίμου μορφής και δυσλειτουργία της άρθρωσης σε κίνηση, ότι ο ασθενής είναι βέβαιο ότι θα αναπτύξει μετατραυματική- μετεγχειρητική αρθρίτιδα ως συνέπεια του τραυματισμού του και ότι πρέπει να χειρουργηθεί εκ νέου για την αντιμετώπισή της, ότι το ποσοστό αναπηρίας στην περίπτωση ολικής αρθροπλαστικής γόνατος είναι 20%, ότι το ποσοστό αναπηρίας του από τη δυσκαμψία που παρουσιάζει είναι 5%, ότι είναι άμεσες οι επεμβάσεις αποκατάστασης με αρθροσκοπικό καθαρισμό και η πλαστική αποκατάσταση ενώ σε δεύτερο χρόνο είναι αναγκαία η ολική αρθροπλαστική γόνατος, ότι οι επεμβάσεις αυτές μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα και σε εξειδικευμένα κέντρα εξωτερικού, ότι η χειρουργική τους αντιμετώπιση στην Ελλάδα δεν είχε τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα και ως εκ τούτου ενδείκνυται η πραγματοποίησή της στο εξωτερικό, ότι επιβάλλεται να χειρουργηθεί το συντομότερο δυνατό για να έχει ένα λειτουργικό γόνατο, ότι δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα του αστυνομικού, ενώ μετά τη διενέργεια των ως άνω χειρουργικών επεμβάσεων θα μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του βοηθού αστυνομικού και ότι με δεδομένη την ηλικία του ασθενούς είναι βέβαιη η ανάπτυξη αρθρίτιδας με δυσλειτουργία και δυσχέρεια στην κινητικότητα του γόνατος καθώς και η μονιμότητα της δυσκαμψίας του γόνατος αν δεν προβεί σε επιτυχή χειρουργική αποκατάσταση.

Ο πρώτος εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται την από 22-1-2015 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού-χειρουργού Μ. Π., στην οποία αναγράφεται ότι δεν είναι σίγουρο ότι ο ενάγων θα χρειαστεί ολική αρθροπλαστική γόνατος και ότι στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλη εμπειρία και δεν είναι αναγκαία η χειρουργική αντιμετώπιση αυτής σε εξειδικευμένο κέντρο του εξωτερικού.

Ο ενάγων προσκομίζει παραδεκτά για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, κατ'άρθρο 529 του ΚΠολΔ, νέες ιατρικές γνωματεύσεις περί της καταστάσεως της υγείας του και πιο συγκεκριμένα την από 7-3-2016 ιατρική γνωμάτευση του Δ. Μ., πλαστικού χειρουργού, όμοια με την προαναφερθείσα από 16-2-2012 προγενέστερη γνωμάτευση του περί της ανάγκης διενέργειας πλαστικής χειρουργικής επέμβασης συνολικού κόστους 6.000 ευρώ, β) το από 14-11-2016 ιατρικό πιστοποιητικό της Γ.

Β., ψυχιάτρου, με το οποίο πιστοποιεί ότι ο ενάγων πάσχει από ήπια καταθλιπτική διαταραχή μετατραυματικού τύπου, γ) την από 27-4- 2016 ιατρική γνωμάτευση πλαστικών χειρουργών της πλαστικής- χειρουργικής κλινικής του Γ ενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας "ΘΡΙΑΣΙΟ" στην οποία αναγράφεται ότι ο ενάγων φέρει ρικνωτική και δύσμορφη μετεγχειρητική ουλή αριστερού γόνατος διαστάσεων 6X2 εκατοστών πολλαπλές μικρές μετεγχειρητικές ουλές αριστερού γόνατος και δυσκαμψία του αριστερού γόνατος με δυσκολία κατά τη βάδιση καθώς και υπαισθησία στην ευρύτερη περιοχή της κακώσεως λόγω του τραυματισμού των αισθητικών νεύρων, ότι οι ως άνω ουλές απαιτούν πλήρη χειρουργική αποκατάσταση, ότι δεν πρόκειται να εξαλειφθούν πλήρως παρά να βελτιωθούν σε εξειδικευμένο κέντρο της Ελλάδας ή στο εξωτερικό, ότι η δυσλειτουργικότητα του αριστερού γόνατος και η υπαισθησία στο τραυματισμένο σκέλος θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα χωρίς δυνατότητα βελτίωσης, δ) την από 18-5-2016 ιατρική γνωμάτευση του Γ.

Β., ορθοπεδικού-χειρουργού, στην οποία αναφέρει ότι ο ενάγων εξήλθε του νοσοκομείου στις 28-10-2010 με σύσταση για μη φόρτιση του αριστερού άκρου, με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, ότι μετά τον 4ο μήνα από την έξοδό του έγινε προσπάθεια μερικής φόρτισης και ότι ακολούθησε πρόγραμμα κινησιοθεραπείας- φυσικοθεραπείας, ότι λαμβάνει βελτιωμένη διατροφή για την αποκατάσταση των βλαβών, ότι για ένα χρόνο δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού επί 24ωρου βάσεως, ότι κατά την εξέταση του ενάγοντος στις 18-5-2016 εμφάνιζε πώρωση κατάγματος σε μετρίως παραδεκτή θέση και σχετική σταθερότητα του γόνατος μετά την αρθροσκοπική αποκατάσταση του ΠΧΣ, ότι όμως, οι χόνδρινες βλάβες δεν είχαν αποκατασταθεί με συνέπεια να του προκαλούν μετεγχειρητικά άλγη που θα οδηγήσουν με σιγουριά σε ανάπτυξη μετατραυματικής - μετεγχειρητικής αρθρίτιδας στην άρθρωση του παθόντα, ότι εμφάνιζε μόνιμο οίδημα της άρθρωσης του γόνατος με επιδείνωση κατά τη βάδιση, κόπωση και ορθοστασία προκαλώντας πόνο, δυσχέρεια και χωλότητα βάδισης καθώς και έλλειμμα τελικών κινήσεων (έλλειμμα κάμψης 5ο και έλλειμμα έκτασης-υπερέκτασης 10ο) επιδεινούμενο και μόνιμο, ότι οι επιπλοκές του ατυχήματος προκαλούσαν μόνιμα δυσλειτουργικά προβλήματα στον παθόντα που με την πάροδο του χρόνου θα οδηγούσαν σε μόνιμες μετατραυματικές αρθριτικές βλάβες και σε ολική αρθροπλαστική γόνατος για την πραγματοποίηση της οποίας το κόστος νοσηλείας, χειρουργικής επέμβασης σε ιδιωτικό νοσοκομείο και μετεγχειρητικής αποκατάστασης θα ανέλθει στο ποσό των 15.000 ευρώ, χωρίς πλήρη αποκατάσταση της μόνιμης βλάβης ότι η επέμβαση αυτή μπορεί να γίνει με ασφάλεια και για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σε εξειδικευμένο ορθοπεδικό κέντρο του Ηνωμένου Βασιλείου ή των ΗΠΑ, ότι η κατάσταση της υγείας του έχει δημιουργήσει στον ενάγοντα ψυχική επιβάρυνση και ψυχικό φόρτο και ότι οι ως άνω βλάβες του παθόντος συνολικά είναι πολύ σοβαρές, μόνιμες και μη πλήρως αναστρέψιμες προκαλώντας σοβαρή αναπηρία που το συνολικό ποσοστό της ξεπερνά το 60%.

Από την εκτίμηση των παραπάνω ιατρικών βεβαιώσεων, γνωματεύσεων και πιστοποιητικών νοσηλείας σε συνδυασμό με την από 24-10-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού-χειρουργού Κ. Σ., αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη στις 24-10-2010 στο ένδικο τροχαίο ατύχημα ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου αριστερού γόνατος, ρωγμώδες κάταγμα κεφαλής-περόνης αριστερά, μερική ρήξη οπισθίου χιαστού αριστερού γόνατος, ρήξη έξω μηνίσκου αριστερού γόνατος, ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου αριστερού γόνατος και οστεοχόνδρινο κάταγμα με καθίζηση έξω κνημιαίου plateau αριστερού γόνατος, ότι υποβλήθηκε στο νοσοκομείο "..." σε χειρουργικές επεμβάσεις α) σύνδεσμο πλαστικής προσθίου χιαστού συνδέσμου αριστερού γόνατος, β) μηνισκεκτομής έξω μηνίσκου αριστερού γόνατος και γ) συρραφής έσω πλαγίου συνδέσμου αριστερού γόνατος, ότι εξήλθε του νοσοκομείου στις 28-10-2014 φέροντας νάρθηκα γόνατος προσθίου χιαστού τεσσάρων σημείων με σύσταση αποφυγής φορτίσεως του αριστερού σκέλους, λήψη φαρμακευτικής αγωγής και χορηγήσεως αναρρωτικής άδειας δύο (2) μηνών, ότι μετά την πάροδο των δύο (2) μηνών συνεστήθη μερική φόρτιση του αριστερού σκέλους, ότι το διάστημα αποθεραπείας ανήλθε σε έξι (6) μήνες, ότι μετά το διάστημα αποθεραπείας υπήρξε πώρωση του κατάγματος κεφαλής περόνης του αριστερού γόνατος σε παραδεκτή θέση που σε συνδυασμό με τη χειρουργική αντιμετώπιση των ρήξεων του πηχεοκαρπικού συνδέσμου και του έσω πλαγίου συνδέσμου συντέλεσε στη σχετική σταθερότητα του γόνατος, ότι οι χόνδρινες βλάβες δεν αποκαταστάθηκαν με συνέπεια να δημιουργηθεί μετατραυματική δυσκαμψία μονίμου μορφής με δυσλειτουργία της άρθρωσης στην κίνηση με κίνδυνο ανάπτυξης, μελλοντικά, μετατραυματικής-μετεγχειρητικής αρθρίτιδας στην άρθρωση, ότι υπάρχει μόνιμο οίδημα της άρθρωσης του γόνατος με επιδείνωση στη βάδιση και στην ορθοστασία και ότι εξαιτίας των ως άνω βλαβών υπάρχει μόνιμο έλλειμμα τελικών κινήσεων (έλλειμμα κάμψης 5ο και έλλειμμα έκτασης-υπερέκτασης 10ο), ότι στο μέλλον ο ενάγων θα πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής γόνατος και σε πλαστική χειρουργική επέμβαση διόρθωσης των δύσμορφων ουλών στο αριστερό του γόνατο, ότι το ποσοστό μονίμου αναπηρίας από τη δυσκαμψία στο αριστερό γόνατο ανέρχεται σε 5% και ότι αυτό θα ανέλθει μετά την ολική αρθροπλαστική γόνατος σε ποσοστό 20% και ότι, τέλος, ο ενάγων εμφανίζει λόγω του τραυματισμού του ήπια καταθλιπτική διαταραχή στα πλαίσια μετατραυματικού συνδρόμου ...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών που διήρκεσε η αποθεραπεία του, όπως προκύπτει από τη διενεργηθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη, αδυνατούσε μερικά να αυτοεξυπηρετηθεί ....αντίθετα μετά την πάροδο των έξι (6) μηνών, ο ενάγων παρότι συνέχιζε να έχει ενοχλήσεις και να χρησιμοποιεί περιοδικά βακτηρίες δεν αποδείχθηκε ότι είχε ανάγκη παροχής υπηρεσιών τρίτου προσώπου...

Επιπρόσθετα ο ενάγων λόγω της φύσεως του τραυματισμού του είχε ανάγκη λήψης βελτιωμένης διατροφής από της εξόδου του από το νοσοκομείο και για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών που διήρκεσε η αποθεραπεία του, πλούσιας σε πρωτεϊνες και σε ασβέστιο .....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας 48 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, λόγω του τραυματισμού του και των συνεπειών του εξ αυτού υπέστη ηθική βλάβη.

Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος και τη βαρύτητα του τραυματισμού του, την ψυχική και σωματική του ταλαιπωρία που δοκίμασε κατά το διάστημα νοσηλείας του στο νοσοκομείο, τις χειρουργικές επεμβάσεις που υποβλήθηκε και που θα υποβληθεί στο μέλλον, το γεγονός ότι εξαιτίας του τραυματισμού του παρουσιάζει δυσχέρεια στην βάδιση και στην εν γένει κίνησή του, πάσχει από έντονους πόνους και έχει περιέλθει σε αγχώδη κατάθλιψη, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, εν ενεργεία αστυνομικού κατά το χρόνο του ατυχήματος και ήδη συνταξιούχου και το πρώτου εναγομένου, συνταξιούχου ΙΚΑ και πατέρα τριών ενήλικων τέκνων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση του δεύτερου εναγομένου νομικού προσώπου του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική ..το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 35.000 ευρώ, ποσό που μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ορθά εφάρμοσε το νόμο κι τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι -εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθό μέρος, όμως, επιδίκασε για την ως άνω αιτία στον ενάγοντα ποσό 25.000 ευρώ, ενώ όφειλε να επιδικάσει το επιδικαζόμενο με την παρούσα ποσό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος.

Περαιτέρω, ο ενάγων ηλικίας 48 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος λόγω του τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα υπέστη, όπως προεκτέθηκε μερική αναπηρία σε ποσοστό 5% λόγω της μετατραυματικής. δυσκαμψίας του αριστερού γόνατος με έλλειμμα έκτασης 10-15 μοίρες και κάμψης 5 μοίρες και δυσλειτουργίας της άρθρωσης που του δημιουργεί χωλότητα στη βάδιση και στην κίνηση, με μεγάλη πιθανότητα ανάπτυξης αρθρίτιδας στο μέλλον, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του καθότι συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα ως αστυνομικός, στον τρόπο ζωής του, στην άθλησή του, στην πολύωρη οδήγηση οχήματος, καθημερινές ενασχολήσεις του που απαιτούν ορθοστασία, βάδιση, ανέβασμα και κατέβασμα σκαλοπατιών και που τον καθιστούν γενικά άτομο που μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας του και που έχουν δυσμενείς επιδράσεις στις κοινωνικές συναναστροφές, που αποτελούν έκφραση της συνταγματικά προστατευόμενης προσωπικότητας και ατομικότητας του ανθρώπου, για, δε, τη μερική αντιμετώπιση του ως άνω προβλήματος υγείας και για τη βελτίωση της λειτουργικότητας του αριστερού του γόνατος, θα υποβληθεί στο μέλλον σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής με συνέπεια η αναπηρία του να ανέλθει λόγω της επέμβασης αυτής σε ποσοστό 20%.

Συνακόλουθα, λόγω της αναπηρίας του ενάγοντος και των ως άνω συνεπειών της στο πρόσωπο του, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ ιδιαίτερης εύλογης αποζημίωσης, η οποία, βάσει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του ενάγοντος και του ποσοστού της μερικής αναπηρίας του, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ.

Επομένως το- πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθό μέρος, όμως, επιδίκασε για την ως άνω αιτία στον ενάγοντα ποσό 20.000 ευρώ, ενώ όφειλε να επιδικάσει το επιδικαζόμενο με τη παρούσα ποσό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών εν μέρει ως κατ'ουσία βασίμων των σχετικών λόγων εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων και απορριπτομένου ως κατ'ουσίαν αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος με τον οποίο ζητεί την επιδίκαση του αιτουμένου στην αγωγή ποσού...".

Το Εφετείο με την κρίση του αυτή ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης κατ'άρθρο 932 ΑΚ και ιδιαίτερης εύλογης αποζημίωσης κατ'άρθρο 931 ΑΚ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Τούτο διότι το ανωτέρω ποσό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και συγκεκριμένα, αφενός μεν την έλλειψη συνυπαιτιότητάς του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, το είδος των ζημιών που υπέστη, την προπεριγραφείσα βαρύτητα του τραυματισμού του και την ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία αυτού, αφετέρου δε την ηλικία του και την κοινωνική και οικονομική της κατάσταση.

Συνακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932, 931 του ΑΚ και 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και οι έκτος κύριος λόγος και πέμπτος, έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ακολούθως, με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος για δαπάνες μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων στο εξωτερικό, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και των πέντε εγγράφων (ιατρική πραγματογνωμοσύνη, γνωμάτευση και ιατρικές βεβαιώσεις, που προαναφέρονται), τα οποία ο ενάγων επικαλέσθηκε και προσκόμισε, τα οποία και μνημονεύει ρητά και αναπτύσσει και ως προς το περιεχόμενό τους στην προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) θα υποβληθεί στο μέλλον για τη βελτίωση της υγείας σε ολική αρθροπλαστική και σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης των ουλών στο αριστερό του γόνατο, πλην όμως η εν λόγω αξίωση έχει ασκηθεί πρόωρα και γι'αυτό πρέπει ν'απορριφθεί.

Με τον πέμπτο κύριο λόγο αναιρέσεως και με τους τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους αυτής, προσάπτονται στην προσβαλλομένη (εκτός από την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ'ΚΠολΔ, για την οποία έγινε λόγος στην αρχή της παρούσης αποφάσεως) και οι πλημμέλειες του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 929 σε συνδ.298 ΑΚ την οποία δεν εφάρμοσε, με ανεπαρκείς δε και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και απέρριψε το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό το πρόσχημα των πλημμελειών αυτών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το πραγματικό ζήτημα. Τέλος, όσον αφορά τον έβδομο λόγο, αυτός, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 1 και 19 ΚπολΔ, ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1ε. 1 της υπ'αριθμ. 2/72000/0022 κοινής απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης στο Αστυνομικό Προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ που εκτελεί υπηρεσία εκτός έδρας, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν, αφού η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για αποζημίωση υπηρεσίας εκτός έδρας, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσία και ειδικότερα, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω (στο σχετικό λόγο αναιρέσεως για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔ), το Εφετείο, αφού εκτίμησε τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στην ως άνω απορριπτική για την συγκεκριμένη αγωγική αξίωση, διάταξη.

Επίσης, ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως (έβδομος κύριος), κατά το μέρος που αποδίδει την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι ότι κατέληξε στην ως άνω παραδοχή χωρίς να λάβει υπόψη της αποδείξεις και ειδικότερα το προσκομισθέν από αυτόν με ημερομηνία 6-5-2016 έγγραφο της Τροχαίας Πατρών, είναι προεχόντως αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, με την επισήμανση, ότι το δικαστήριο ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική αναφορά του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1395/2014).

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι υπό το πρόσχημα της παραπάνω πλημμέλειας επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν με χωριστούς πληρεξουσίους δικηγόρους έκαστος και κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα νόμιμα και βάσιμα αιτήματά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2019 (ειδ. αρ. κατ. 36/16-1-2019) αίτηση αναίρεσης και τους από 30-12-2021 (αρ. κατ. 155/2021) πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Σ. Δ. Π. κατά της υπ' αριθμ. 152/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ