2015/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2015/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν είχε εμφανισθεί για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, με την προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2015 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2015/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαρρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Π. Λ. του Β., 3) Ε. Λ. του Β. και 4)Τ.-Ε. Λ. του Β., κατοίκων .... Ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Τσούλο και ο 4ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/1997 μη οριστική, 232/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/2/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 13/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 3994/2011, και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν αρκεί απλώς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου αλλά απαιτείται να έχει και την ικανότητα προς επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, 2) ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της και 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως αποδεικνύεται ότι δεν έχει δοθεί νόμιμα σχετική πληρεξουσιότητα, θεωρείται ως μη παριστάμενος, διότι δεν λαμβάνει μέρος στη δίκη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίσθηκε πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε (είτε αυτοτελής είτε με την αίτηση αναίρεσης και τις πράξεις ορισμού δικασίμου), οπότε η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν είχε εμφανισθεί για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, με την προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με την οικεία σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ενώ οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων Π.
και Τ.-Ε. Λ. που φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Πέτρο Τσούλο, δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, ότι έχουν χορηγήσει την κατά νόμο οριζόμενη πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ως εκ τούτου οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι θεωρούνται ότι είναι δικονομικώς απόντες. Όπως, όμως, προκύπτει περαιτέρω από τις με αριθμούς ..., ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 16/2/2011 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στις 20/11/2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 7/5/2014, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους μη παριστάμενους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, οπότε η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους.
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή αντιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας - αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη η μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο α ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30.12.1947) εισήχθηκαν στα Δωδεκάνησα ο Αστικός Κώδιξ, ο Εισαγωγικός αυτού Νόμος και το ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου". Με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ ορίζεται ότι η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.
Περαιτέρω, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ του 1865 στα Δωδεκάνησα, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το άρθρο 7 του με αριθμό 200/1931 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη η ακίνητη περιουσία στα Δωδεκάνησα ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο. Με το άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε (α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ) στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β)δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ), γ) γαϊες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό, δ)γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων ενός μόνο χωριού, οι οποίες είναι δημόσιες, και ε)νεκρές γαίες οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, οι οποίες είναι επίσης δημόσίες.
Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες, τα δάση. Οι ως άνω εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσεως, οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο).
Με την παραχώρηση, όμως, αυτή οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας εκτάσεως, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), το δε δικαίωμα ψιλής κυριότητας διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο. Ανεξαρτήτως, όμως, της πιο πάνω παραχωρήσεως (ειδικά επί καλλιεργησίμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως /τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ως άνω νόμου περί γαιών σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων και η έκδοση τίτλου (ταπίου) στο όνομα του σφετεριστή, η έκδοση του οποίου άλλωστε ήταν αποδεικτική και όχι συστατική του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως.
Προϋπόθεση, όμως, για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Από το συνδυασμό δε της διατάξεως του άρθρου 1248 του Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία και εκείνης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως ν' αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία) προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (ερζί-εμιριέ).
Εφ' όσον συνεπώς το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, ο χρόνος νομής που διανύθηκε υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας δηλαδή μέχρι 31.12.1931, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στα Δωδεκάνησα. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/29 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30.12.47 ισχύοντος νόμου 510/47, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες:
α) δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ, μιρί κ.λπ.), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ) βακουφιών, όπως είχε κατά το προισχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο. Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας "εραζί εμιριέ θεωρούνται οι γαίες που είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπία) μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα τεσσαρούφ", καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου, θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως, στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 37 και 39, καθίσταται αμετάκλητη (άρθ. 61 εδ.
β'). Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 5 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού δεν συγχωρείται εις βάρος των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες "μιρί ή εραζί-εμιριέ". Από το τελευταίο αυτό άρθρο συνδυαζόμενο και προς το άρθ. 4 εδάφ. στ' με το οποίο, προβλέπεται η από της ισχύος του Κανονισμού παραχώρηση της ωφέλιμης κυριότητας των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων μόνο με πράξη του Κυβερνήτη, σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται πλέον μόνο η παραγραφή (κτητική) του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων και μάλιστα οπωσδήποτε αυτών που έχουν παραχωρηθεί, ενώ αντιθέτως δεν συγχωρείται η παραγραφή του δικαιώματος ψιλής κυριότητας των ίδιων κτημάτων.
Με το άρθρο όμως 65 του ίδιου Κτηματολογικού κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρηση τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις.
Επομένως ισχύει για τα ανωτέρω κτήματα και το άρθρο 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου) περί γαιών, με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς την χρησικτησία, κατ' εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή, και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο μ' εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (τεσσαρούφ), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για 10 συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ) όχι όμως βακουφικές, αποκτά επ' αυτών δικαίωμα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στην δημιουργηθείσα και υφιστάμενη πραγματική κατάσταση (δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας).
Έτσι και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στην Δωδεκάνησο είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη ), αλλά και με δεκαετή εξουσίαση του, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο.
Τέλος, κατά το άρθρο 36 του Ν. περί γαιών ο κάτοχος των δια ταπίου κατεχομένων γαιών δύναται να παραχωρήσει αυτάς εις ον τίνα θελήσει τη άδεια του αρμοδίου υπαλλήλου, είτε δωρεάν, είτε αντί γνωστού τιμήματος. Άκυρος είναι πάσα παραχώρησις δημοσίων γαιών, άνευ της αδείας και συμπράξεως του ειδικού υπαλλήλου".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ανωτέρω δεκαετής διαρκής εξουσίαση της κυριότητος επί δημοσίας γης (τεσσαρούφ) ισχύει και κατά του Δημοσίου, εφόσον αυτή έχει συμπληρωθεί πριν από την ισχύ στη Δωδεκάνησο του Αν. 1539/1938, ήτοι μέχρι την 10-1-1949, ενώ μετά την χρονολογία αυτή απαγορεύεται η παραγραφή οποιουδήποτε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου.
Εξάλλου, υπό την ισχύ τόσο του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, όσο και του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, για την έγκυρη μεταβίβαση από επαχθή ή χαριστική αιτία των προαναφερομένων δημοσίων γαιών (εραζί μιριγιέ) απαιτείται αντίστοιχα η τήρηση ορισμένων διατυπώσεων. Ειδικότερα με το άρθρο 67 του ανωτέρω Κτηματολογικού Κανονισμού, απαιτείται η προηγούμενη άδεια του Ιταλού Κυβερνήτη και η ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής εγγραφής, επίσημης ή επικυρωμένης πράξεως (άρθρο 67 Κτηματολογικού Κανονισμού), ενώ κατά το άρθρο 36 του αναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου " περί γαιών", ο κάτοχος δημοσίων γαιών που τις κατέχει με ταπίο μπορεί να τις μεταβιβάσει ύστερα από άδεια της αρχής και σύμπραξη του αρμοδίου υπαλλήλου.
Κατά συνέπεια, το πιο πάνω δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας δεν μεταβιβάζεται με ειδική διαδοχή παρά μόνο με τις διατυπώσεις του άρθρου 67 του κτηματολογικού κανονισμού, είναι δηλαδή συνδεδεμένο με το πρόσωπο αυτού που το απέκτησε και μόνο κληρονομική διαδοχή σ' αυτό μπορεί να νοηθεί.
Τέλος, ο νόμος 2100/1952 "περί συστάσεως οργανισμού ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω κλπ" με το άρθρο 9 παρ.1, 2 του οποίου ορίζεται ότι επί των ακινήτων της κατηγορίας δημοσίων γαιών ("εραζί-εμιριέ"), επί των οποίων υπάρχει δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) αποσβέννυται οποιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου και οι έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτούν αυτοδικαίως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ' αυτών, έχει εφαρμογή ειδικώς για τα κτήματα των περιφερειών των κτηματολογίων Ρόδου και Κω, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ανωτέρω δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτήθηκε πριν από την έναρξη της καταρτίσεως του Κτηματολογίου και διατηρήθηκε τούτο εξακολουθητικώς μέχρι τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου (26.4.1952), με την έννοια ότι φέρεται καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο στο όνομα κάποιου εξουσιαστή (παραχωρησιούχου).
Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 1, 4 επ., 20 επ., 40, 43, 44, 45, 46, 47, 51 επ., 61, 63. 65, 68, 69 του προαναφερθέντος Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου η αρχική (θεμελιώδης) εγγραφή του ακινήτου ανήκοντος στην κατηγορία των "εραζί-εμιριέ" στο κτηματολόγιο στο όνομα του εξουσιαστή, υπέρ του οποίου εκδίδονται και οι τίτλοι, λαμβάνει χώρα μετά από προηγούμενη, κατά τις ως άνω διατάξεις, βεβαίωση της νομικής και πραγματικής κατάστασης του εν λόγω ακινήτου, εξυπακούει δε και αποδεικνύει συγχρόνως υπέρ του προσώπου, στο όνομα του οποίου έγινε, το παραπάνω δικαίωμα εξουσιάσεως, κατά το χρόνο ενάρξεως του Κτηματολογικού Κανονισμού.
Όπως γίνεται φανερό από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που ανήκε προηγουμένως στην κατηγορία των "εραζί-εμιριέ" και καταστάντος στη συνέχεια ακινήτου ελεύθερης κυριότητας (μουλκ) κατά το άρθρο 9 παρ.1, 2 του ν. 2100/1952, διότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, αρκεί για την πληρότητα αυτής, αναφορικά με την νομική φύση του ακινήτου ως "μουλκ" η επίκληση των ανωτέρω γεγονότων, στα οποία εμμέσως πλην σαφώς εμπεριέχονται και οι τασσόμενες από το άρθρο 9 παρ.2 του ν. 2100/1952 προϋποθέσεις για τη μετατροπή του πιο πάνω ακινήτου από "εραζί-εμιριέ" σε "μουλκ" (ΑΠ 447/2007, 641/1995).
Ενόψει τούτων η ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου, των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου), με την οποία ιστορείται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της α) ότι το περιγραφόμενο σ' αυτή κατά θέση, έκταση και εμβαδόν ακίνητο που ανήκε στην κατηγορία των "εραζί-εμιριέ" (αρζί-μιρί) και καταχωρήθηκε ως τέτοιο, βάσει θεμελιώδους εγγραφής και υπό τα διαλαμβανόμενα σε αυτή στοιχεία, στο κτηματολόγιο της περιφέρειας ...
υπέρ των (εξουσιαστών) Δ. Σ. ή Ρ. και Π. ή Π. Σ. ή Ρ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, περιήλθε στους ενάγοντες μετά από διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου και β) ότι ο εναγόμενος κατέλαβε παράνομα το έτος 1990 τμήμα του παραπάνω ακινήτου, επιφάνειας 109 τ.μ., κατασκευάζοντας σκελετό διώροφης οικοδομής από μπετόν εντός αυτού, είναι αρκούντως ορισμένη και διαλαμβάνει εμμέσως πλην σαφώς τα αξιούμενα περιστατικά για τη μετατροπή του επίδικου ακινήτου από "εραζί-εμιριέ" σε "μουλκ".
Έτσι, το Εφετείο που περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτιολογία ότι το πιο πάνω ακίνητο "νόμιμης φύσης αρζί-μιρί κατέστη μουλκ μετά το ν. 2100/1952" και στη συνέχεια έκρινε ότι είναι νόμιμη και ορισμένη η ένδικη αγωγή, ουδόλως αρκέστηκε ως προς τη δεκτή γενόμενη πληρότητα και νομιμότητα αυτής σε λιγότερα γεγονότα από εκείνα που αξιούσαν οι προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε.
Επομένως, πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 63 του προαναφερθέντος Κτηματολογικού Κανονισμού, ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι: "κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου των αφορωσών εις ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μούλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τας αρχάς της ιταλικής νομοθεσίας μετά δεκαπενταετίαν από της επισυμβάσης εγγραφής" και ότι "ο νομεύς όστις εχρησιδέσποσε δύναται να επιτύχει την εγγραφήν του δικαιώματος είτε δια πράξεως δι' ης συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του εκ μέρους του εγγεγραμμένου τιτλούχου είτε δια δικαστικής αποφάσεως αναγνωριζούσης έναντι του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του ή, εν ελλείψει αυτών, του διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συνεπληρώθη". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, δηλαδή τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομή και συμπλήρωσης της 15ετούς - κτητικής παραγραφής, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις τις ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή, όμως, αυτή που είναι γνήσια έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπιση τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά.
Συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα" είναι σαφές ότι από 30/12/1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ.
α' του πιο πάνω ν. 510/1947, ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1946 ''περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού Αυτού Νόμου" η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του ελληνικού ΑΚ που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο και από τις οποίες πλέον διέπεται η 15ετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της (ολ ΑΠ 188/1980, ΑΠ 2367/2009).
Επομένως, μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο αρκεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974-979, 1045 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί 15ετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, η οποία, προκειμένου για ακίνητο, συνίσταται στην άσκηση εμφανών υλικών ενεργειών πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Η πιο πάνω 15ετία πρέπει να είναι μεταγενέστερη από την εγγραφή στο κτηματολόγιο επ' ονόματι του δικαιούχου, κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία (ολ ΑΠ 188/1890, ΑΠ 1004/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτό, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή, επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της, κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 56θπαρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα περιστατικά: "Στη θέση " ..." της κτηματικής περιφέρειας ..., βρίσκεται ακίνητο, εκτάσεως 300 τ,μ. με κτηματολογικά στοιχεία τόμος … γαιών ..., φύλλο 84, μερίδα 2021 και φάκελος 2834, νομικής φύσης "αρζί-μιρί" και ήδη μουλκ, μετά την ισχύ του ν. 2100/1952, που συνορεύει ανατολικά με τις μερίδες γαιών 2023-2020, νότια με τις μερίδες γαιών 2016-1019, δυτικά με τη μερίδα γαιών 2019 και βόρεια με τις μερίδες γαιών 2014-2022.
Από το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου αποδεικνύονται τα εξής: Α] Το επίδικο ακίνητο (μερίδα 2021 γαιών ...) φέρεται γραμμένο από θεμελιώδη (αρχική) εγγραφή στα ονόματα των Δ. Σ. ή Ρ. του Γ. και Π. ή Π. Σ. ή Ρ. του Γ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα. Β] 1) Με την με αριθ. 273/1948 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος το έτος 1936 Δ.
Σ. ή Ρ. του Γ. είναι τα πέντε τέκνα του Π., Κ., Γ., Μ. και Σ. Δ. Ρ. ή Σ. κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου καθένας επί του μεριδίου του του 1/2 διαμορφώθηκαν έτσι των ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του ακινήτου σε 5/10 εξ αδιαιρέτου για τον Π. Σ. ή Ρ. του Γ. και ανά 1/10 εξ αδιαίρετου για τους πέντε ως άνω κληρονόμους. 2) Με την με αριθ. 107/1967 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1950 Κ.
Σ. ή Ρ. του Δ. είναι η μητέρα του Α. χήρα Δ. Σ. ή Ρ. και τα τέσσερα αδέλφια του Γ. Σ.ς ή Ρ. του Δ., Μ. σύζυγος Σ. Τ., Σ. σύζυγος Γ. Δ. και Π. σύζυγος Ι. Σ., κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου καθένας αντίστοιχα, επί του μεριδίου του του 1/10. 3) Με το 177/1978 κληρονομητήριο πιστοποιήθηκε ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας το έτος 1978 Α.ς χήρας Δ.
Σ. ή Ρ. είναι τα τέσσερα τέκνα της όπως ανωτέρω αναφέρονται Γ., Μ., Σ. και Π. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου το καθένα επί του μεριδίου της του 1/10. δ) Με το με αριθ. 20/15.3.1979 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Ρόδου Σ. Σαρρή-Γιώρτσου τα μερίδια των Γ. Σ. ή Ρ. του Δ., Μ. συζ. Σ. Τ., Σ. συζ. Γ. Δ. και Π. συζ. Ι. Σ. όλων το γένος Δ.
Σ. ή Ρ., ήτοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, μεταβιβάστηκαν λόγω δωρεάς στον Η. Τ. του Σ. (1ο ενάγοντα). Γ] Με την με αριθμ. 661/1963 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ετέρου των αρχικών ιδιοκτητών Π.-Π. Σ. ή Ρ. του Γ. είναι τα έξι (6) τέκνα του ήτοι οι Γ.
Σ. ή Ρ. του Π., Δ. συζ. Π. Τ. το γένος Π. Σ. ή Ρ., Σ. Σ. ή Ρ. του Π., Ε. Σ. ή Ρ. του Π. και Π. σύζυγος Ι. Κ. το γένος Π. Σ. ή Ρ. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου καθένας επί του μεριδίου του του 1/2 ήτοι κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου καθένας επί του όλου ακινήτου. 2) Με την με αριθ. 160/1964 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1963 Ε.
Σ. ή Ρ. του Π. είναι η σύζυγος του Μ. χήρα Ε. Σ. ή Ρ. και η θυγατέρα του Α. Σ. ή Ρ. του Ε., κατά ποσοστό η μεν σύζυγος 1/4 εξ αδιαιρέτου η δε θυγατέρα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του μεριδίου του του 1/6 του 1/2, 3) Με την με αριθ. 660/1963 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίστηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας Π.
συζύγου Ι. Κ., το γένος Π. Σ. ή Ρ. είναι ο Ι. Κ. του Ε. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και η Ε. Κ. του Ι. κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του μεριδίου της του 1/6 του 1/2. 4) Με το με αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαίρης Παπαδάκη Γιαννόπουλου τα μερίδια των Δ. συζ. Π. Τ. το γένος Π. Σ., Γ. Σ. του Π., Σ. Σ. του Π., Μ.
χήρας Ε. Σ. το γένος Σ. Τ., Ε. συζύγου Σ. Δ. το γένος Ι. Κ., Ι. Κ. του Ε. και Α.ς Σ. του Ε., ήτοι συνολικά τα 20/48 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου μεταβιβάστηκαν λόγω πωλήσεως στην Σ. χήρα Β. Λ. το γένος Π. Σ., καθισταμένης ούτω κυρίας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου (20/48 λόγω πωλήσεως και 4/48 ως κληρονόμου του πατρός της Π. Σ.). 5) Με το με αριθ. ...
κληρονομητήριο πιστοποιήθηκε ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας το έτος 1994 Σ. χήρας Β. Λ., το γένος Π. Σ. ή Ρ. είναι οι Π. Λ. του Β., Ε. Λ. Β. και Τ.-Ε. Λ. του Β. (ενάγοντες) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας επί του μεριδίου της του 1/2. Επομένως από το ως άνω πιστοποιητικό αποδεικνύεται ότι ο 1ος ενάγων Η. Τ.
είναι συγκύριος της KM 2021 γαιών ... κατά ποσοστό 3/6 ή 1/2 εξ αδιαιρέτου και καθένας από τους 2ο, 3ο και 4ο των εναγομένων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Τμήμα του ανωτέρω ακινήτου εκτάσεως 109 τ,μ, με στοιχεία γωνιών α-β-γ-δ-ε-α, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.
Α., κατέλαβε ο εναγόμενος, όπως και ο ίδιος συνομολογεί και κατασκεύασε εντός αυτού σκελετό από μπετόν διώροφης οικοδομής. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του εναγομένου 15ετής νομή για την κτήση με κτητική παραγραφή του επιδίκου τμήματος των 109 τ.μ. Ειδικότερα ο εναγόμενος επικαλέστηκε ότι νέμεται και κατέχει το επίδικο τμήμα με διάνοια κυρίου από το έτος 1958, το οποίο χρησιμοποιούσε αρχικά ως αλώνι, στη συνέχεια το φύτεψε αμπέλι, το καλλιεργούσε με οπωροκηπευτικά, το περιέφραξε και τέλος ότι το έτος 1989 ανήγειρε το σκελετό διώροφης οικοδομής μετά από έκδοση της 218/1989 οικοδομικής άδειας.
Ως προς τη χρήση του επιδίκου ως αλώνι αποδείχθηκε ότι το αλώνι του εναγόμενου ευρίσκετο έξω από το επίδικο και καταλήφθηκε από την απαλλοτρίωση που έγινε στην 10ετία του 1950 για τη διεύρυνση της αυλής του δημοτικού σχολείου με το οποίο γειτνιάζει το επίδικο. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι κάτοικος του χωριού ...
που απέχει από την ... 25 χιλιόμετρα ότι η σύζυγος του που κατάγεται από την ... έχει κτήματα εκεί αλλά βρίσκονται έξω από το χωριό. Δεν κρίνονται επομένως πειστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του εναγομένου ότι ο εναγόμενος καλλιεργούσε στο επίδικο οπωροκηπευτικά, αφού η καλλιέργεια αυτή απαιτεί πολύ συχνή παρουσία για το πότισμα τους και τούτο εξ αντικειμένου δεν ήταν εφικτό αφού κατοικούσε σε απόσταση 25 χιλιομέτρων περίπου.
Εξ άλλου όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες από το αμπέλι που φύτεψε στο επίδικο, δεν πρόλαβε να κόψει καρπούς διότι το εκρίζωσε για να κτίσει την οικοδομή εκ τούτου συνάζεται ότι πέντε με έξι χρόνια πριν από την άσκηση της αγωγής φύτεψε το αμπέλι ο εναγόμενος, Δεν αποδείχθηκαν επομένως πράξεις νομής του εναγομένου με διάνοια κυρίου επί 15έτη πριν από την άσκηση της αγωγής και πρέπει ν' απορριφθεί η σχετική ένσταση." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) για συμπλήρωση στο πρόσωπο του της 15ετούς κτητικής παραγραφής και δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ένστασης του αναιρεσείοντος, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.1β' πλημμέλεια, διότι με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η καλλιέργεια των οπωροκηπευτικών απαιτεί πολλή συχνή παρουσία για το πότισμα τους και τούτο εξ αντικειμένου δεν ήταν εφικτό, αφού (ο εναγόμενος) κατοικούσε σε απόσταση 25 χλμ περίπου," παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "τα οπωροκηπευτικά πέραν του ότι φυτεύονται και τη χειμερινή περίοδο, η απόσταση των 25 χλμ δεν είναι απαγορευτική της καλλιέργειας οπωροκηπευτικών" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών, αλλά αναφέρεται στη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων κοινής πείρας προς διαπίστωση πραγματικών περιστατικών.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του, επί δε διεκδικητικής αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητα του υπό του εναγομένου κατεχόμενου πράγματος (ολ ΑΠ 17/95, ολ ΑΠ 62/90, ολ ΑΠ 8/01).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚπολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή απαράδεκτος ή μη νόμιμος, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 147/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν εξέτασε την (επικουρικά) προβληθείσα με τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ως εναγομένου-εφεσιβλήτου)ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων-εκκαλούντων) για διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι αυτός το κατέχει και το νέμεται από το έτος 1958 για λογαριασμό του με διάνοια αποκλειστικού κυρίου δημόσια, ειρηνικά και με καλή πίστη, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, οι οποίες συνίστανται στο ότι το χρησιμοποιούσε αρχικά ως αλώνι και στη συνέχεια το φύτεψε με αμπέλι, το καλλιεργούσε με οπωροκηπευτικά, το περιέφραξε και εν τέλει κατά το έτος 1989 ανήγειρε επ1 αυτού διώροφη οικοδομή με βάση τη 218/1989 οικοδομική άδεια της πολεοδομίας Ρόδου.
Περαιτέρω δε ισχυρίστηκε ότι το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση των αναιρεσιβλήτων και ιδίως της δικαιοπαρόχου τους Σ. Λ., η οποία αν και γνώριζε ότι ο αναιρεσείων κατείχε με διάνοια κυρίου το επίδικο πριν πολλά χρόνια και είχε κατασκευάσει την πιο πάνω οικοδομή μέσα σε αυτό, κακόπιστα προέβη στη σύνταξη και υπογραφή του ...
συμβολαίου της συμβ/φου Ρόδου Μαίρης Παπαδάκη-Γιαννοπούλου, προκειμένου αυτή και, στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι, ως κληρονόμοι της, να ασκήσουν εναντίον του την ένδικη διεκδικητική αγωγή (το έτος 1995), ενώ για πρώτη φορά τον είχαν ενοχλήσει με την επίδοση σε αυτόν της από 6/2/1991 εξώδικης διαμαρτυρίας τους.
Ότι ενόψει αυτών, η άσκηση της εν λόγω αγωγής μετά 20ετία και πλέον συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, ως αντικείμενη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Τα επικαλούμενα πιο πάνω περιστατικά, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τη μη άσκηση πράξεων νομής του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο επί 15 έτη πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και την κατάληψη του από τον τελευταίο κατά το έτος 1989 με την ανέγερση του σκελετού διώροφης οικοδομής δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για διεκδίκηση του εν λόγω ακινήτου, ώστε να εμπίπτει στη θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγόρευση και, επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι με βάση τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνεται η σχετική ένσταση, την οποία και απέρριψε σιωπηρά, δεν υπέπεσε στην από τον αρ.8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ.9 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/2/2011 αίτηση του Ι. Π. για αναίρεση της 164/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου τέταρτου αναιρεσίβλητου Ε. Λ., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2014 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ