2015/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2015 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2015/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2015 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2015 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2015/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, δικηγόρου,ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του. Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σκούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1753/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3366/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη του ίδιου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγου αυτής. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 92 παρ. 1α, 3 και 5 του αυτού Κώδικα, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Επιτρέπεται συμφωνία, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή το αποτέλεσμα της εργασίας από οποιαδήποτε άλλη αίρεση. Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Η εξαρτώσα την αμοιβή από την έκβαση της δίκης εν λόγω συμφωνία τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς, σε περίπτωση αποτυχίας, να λάβει κάποια αμοιβή ούτε ο ίδιος ούτε ο κατά τον αυτό ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 Α.Κ., συνάγεται ότι α) μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα και β) επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός υπάρξεως αντίθετης συμφωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής : Ο αναιρεσίβλητος στις 18-7-1991 συνήψε με τον αναιρεσείοντα δικηγόρο σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ανέθεσε σ΄ αυτόν τη διεκπεραίωση υποθέσεώς του, που αφορούσε τη διεκδίκηση δεδουλευμένων μισθών του, προερχομένων από την απασχόλησή του στην αναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία, από την οποία είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Με έγγραφη συμφωνία των διαδίκων η αμοιβή του αναιρεσείοντος καθορίσθηκε σε ποσοστό 20% επί του επιδικαστέου ποσού, είτε με δικαστική απόφαση, είτε συμβιβαστικώς, πλέον της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, ενώ, σε περίπτωση, αποτυχίας, συμφωνήθηκε να μη οφείλεται αμοιβή. Ακολούθως δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι ο αναιρεσείων άσκησε για λογαριασμό του εντολέα του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 13-12-1991 αγωγή, η οποία τελικά έγινε δεκτή κατά ένα μέρος με την υπ΄ αριθ. 4587/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.295.056 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως και το ποσό των 170.000 δρχ., ως δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Όμως λόγω της ανωτέρω έγγραφης συμφωνίας, συνέχισε το αυτό Δικαστήριο, ο αναιρεσείων δεν δικαιούταν να λάβει και τα έξοδα, που κατέβαλε ο ίδιος για τη δίκη, παρά μόνο την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα έξοδα αυτά.. Στη συνέχεια δέχθηκε τούτο ότι ο αναιρεσείων, εις εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως, εισέπραξε το κεφάλαιο και τους τόκους, που ανήλθαν σε 1.664.969 δρχ. και συνολικά 3.960.025 δρχ., η δε συμφωνηθείσα αμοιβή του ανέρχεται σε 792.005 δρχ. πλέον της δικαστικής δαπάνης των 170.000 δρχ.. Ο τελευταίος απέδωσε στον αναιρεσίβλητο 2.600.000 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 1.360.025 δρχ., από το οποίο, μετ΄ αφαίρεση του ποσού της αμοιβής του, έπρεπε να αποδώσει σ΄ αυτόν 568.020 δρχ.. Επίσης, ο αναιρεσείων εισέπραξε από τον αντίδικό του για δικαστική δαπάνη 400.000 δρχ., ήτοι εισέπραξε επιπλέον 230.000 δρχ.. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την ένδικη περί αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-
Επειδή, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό. Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων ή την ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1β΄ Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του διδάγματος της κοινής πείρας, ότι ως αμοιβή του δικηγόρου νοείται το καθαρό ποσό, το οποίο εισπράττει ο ίδιος και υπολογίζεται μετά την αφαίρεση των εξόδων, το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και χρησιμοποίησε το ως άνω δίδαγμα της κοινής πείρας. Ενόψει όμως των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, παρεκτός του ότι τούτο δεν είναι δίδαγμα της κοινής πείρας, χρησιμοποίησε αυτό κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία της ως άνω έγγραφης συμβάσεως των διαδίκων, κατά την οποία η αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου καθορίσθηκε σε ποσοστό 20% επί του επιδικαστέου ποσού, είτε με δικαστική απόφαση είτε συμβιβαστικώς, πλέον της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, χωρίς να δικαιούται με βάση τη συμφωνία αυτή να εισπράξει από τον εντολέα του και τα άλλα έξοδα, που κατέβαλε ο ίδιος για τη δίκη. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-10-2006 αίτηση του x1 για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 3366/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ