2014/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3753/2018 και 3351/2019 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 637/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-08-2023 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2014/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 79/2024, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2014 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2014/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζοάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CORNELIUS ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΠΟΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "CORNELIUS HELLAS A.E" πρώην "IMI CORNELIΟUS HELLAS S.A.", που εδρεύει στη Γλυφάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Λημνιούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3753/2018 και 3351/2019 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 637/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-08-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27.8.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 637/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 10.10.2006 αγωγή της, η ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη κατάρτιση με την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, διαδοχικών συμβάσεων αποκλειστικής διανομής επαγγελματικών μηχανών παραγωγής παγοκύβων, παγοτρίμματος και μαλακού παγωτού, που έληγαν στις 31.12.2006, εξέθετε ότι παρόλο που δραστηριοποιήθηκε επιτυχώς στις αναφερόμενες στην αγωγή γεωγραφικές περιοχές, ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, η τελευταία παραβιάζοντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις με συμπεριφορά, που επί πλέον ήταν παράνομη και υπαίτια, την ζημίωσε, ενώ κατήγγειλε, άνευ σπουδαίου λόγου, και χωρίς την συμβατικώς ορισθείσα προμήνυση και συνεπώς, ακύρως, τις εν λόγω συμβάσεις.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δήλωσε ότι καταγγέλλει η ίδια τις μεταξύ τους συμβάσεις, με το αγωγικό δικόγραφο, και μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της, με την τροπή του στο σύνολό του, σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη της οφείλει ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των 41.302,60 ευρώ, που συνιστά τον μέσο όρο των ετήσιων αμοιβών της των ετών 2004 -2005, το ποσό των 814.940 ευρώ, για θετικές και αποθετικές ζημίες της, οφειλόμενες σε υπαιτιότητα της εναγομένης, το ποσό των 6.515,25 ευρώ που η ίδια κατέβαλε για εργασίες επισκευής και συντήρησης των διανεμομένων μηχανημάτων, κατά τους όρους της σύμβασης, αλλά δεν της καταβλήθηκε από την υπόχρεη προς τούτο εναγομένη, και το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ηθικής της βλάβης, απάντων των ποσών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 3753/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διορθωθείσα με τη με αριθμό 3351/2019 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Κατά της οριστικής απορριπτικής απόφασης η ηττηθείσα ενάγουσα άσκησε την από 10.6.2020 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.
H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 79/2024, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018).
Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία ρήτρα, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ` αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.
Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.
Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον, στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου ( ΑΠ 79/2024, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή".
Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος 219/1991 ορίζονται τα εξής: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον, κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε, η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: Η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς, κρίσιμοι δε χρόνοι για τη σχετική σύγκριση και τη διαπίστωση ή μη της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες είναι η έναρξη και η λήξη της σύμβασης ( ΑΠ 79/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1441/2015).
Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια δε, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΟλΑΠ 15,16/2013, ΑΠ 610/2022). Όπως προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 προς τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 έως 8 του ίδιου π.δ., η αξίωση αυτή γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο (ΑΠ 1867/2022).
Από την ανωτέρω, προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α` του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ` της ίδιας παραγράφου, αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας.
Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.
Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή στον αποκλειστικό διανομέα ( ΑΠ 79/2024, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 165/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3, 4 και 8 του ως άνω π.δ/τος, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελευθέρως, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών.
Σε περίπτωση καταγγελίας, χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 παρ. 4 του ως άνω π.δ/τος, ο διανομέας δικαιούται, κατ` άρθρο 9 παρ. 1γ` του ως άνω π.δ/τος, πλην της αποζημίωσης πελατείας, και ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και, συνεπώς ,και αποζημίωση από τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε, αν εξακολουθούσε η σύμβαση, όχι, όμως, για όσο χρονικό διάστημα ανέμενε να διαρκέσει η σύμβαση, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της. Κατά την παρ. 8 του άρθρου 8, η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 α` του π.δ/τος 219/1991, δεν οφείλεται η κατά τα ανωτέρω αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση και μάλιστα κατά πάντα χρόνο, λόγω υπαιτιότητας του διανομέα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του αποκλειστικού διανομέα, όταν εφαρμόζονται αναλόγως και στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, όπως προαναφέρθηκε, με την οποία αγωγή ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, αποζημίωση πελατείας ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ο εντολέας ή αντιστοίχως ο παραγωγός μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ` ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ο αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).
Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019).
Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018).
Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία καθώς και την υπαιτιότητα του διανομέα, δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση και βαρύνεται με την υποχρέωση αποζημίωσης. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 του Α.Κ., άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη.
Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004).
Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 του ΑΚ) καλόπιστης απ` αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 683/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι` αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του, ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις ( ΑΠ 630/2021, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).
Κατά δε, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 176/2018, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 929/2014, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως (ΑΠ 597/2005, ΑΠ 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1184/2022, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 176/2018, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 929/ 2014, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 416/1993).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1449/2024, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1449/2024, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007), γεγονός που συμβαίνει, και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό ( ΟλΑΠ 11/1996).
Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, της διάταξης του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης, έχει περιορισμένη εφαρμογή, στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, με την προαναφερθείσα έννοια του αριθμού 8, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων καταλήξει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 449/2019). Για να είναι δε, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους.
Επίσης, ποια η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019). Σύμφωνα εξ άλλου, με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε, μόνον η γενική αναφορά των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (AΠ 336/2012, ΑΠ 1851/2007). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024,ΑΠ 1230/2023) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019).
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).Τέλος, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, τους παρακάτω αναιρετικούς λόγους, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 29.10.2003 έγγραφης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ανατέθηκε στην ενάγουσα η αποκλειστική διάθεση στην ελληνική αγορά των μηχανών παραγωγής παγοκύβων και παγοτρίμματος για επαγγελματική χρήση, παραγωγής του εργοστασίου "ΙΜΙ CORNELIUS" Αμερικής, των οποίων κατά τον χρόνο εκείνο, αποκλειστική εισαγωγέας και αντιπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν η εναγομένη.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε μέχρι και τις 31.12.2004 (όρος 1). Ο τρόπος πληρωμής για κάθε αγορά μηχανήματος από τον διανομέα συμφωνήθηκε να γίνεται τοις μετρητοίς, ή με επιταγή μέχρι 60 ημερών κατ' επιλογήν της εναγομένης (όρος 10). Επίσης συμφωνήθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καταγγείλουν την σύμβαση για σοβαρό λόγο με έγγραφη προειδοποίηση προ 30 ημερών.
Στη περίπτωση που το υπαίτιο μέρος δεν προβεί σε έγκαιρη επανόρθωση, ο καταγγέλλων μπορεί να τερματίσει την σύμβαση με την παρέλευση της χορηγηθείσας ως άνω προθεσμίας (όρος 12). Περαιτέρω, με την από 14.4.2004 έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η εναγομένη, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο ήταν αποκλειστική εισαγωγέας και αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των μηχανών παραγωγής μαλακού παγωτού για επαγγελματική χρήση, ανέθεσε στην ενάγουσα την αποκλειστική διάθεση των ανωτέρω προϊόντων στην περιοχή του Ιονίου, της Ηπείρου και των Κυκλάδων, ενώ για τις πωλήσεις των μηχανών παγωτού στην περιοχή Πελοποννήσου, Χίου, Σάμου, Λέσβου συμφωνήθηκε να εισπράττει η ενάγουσα ποσοστό 6% επί της τιμής πώλησης προς τους τοπικούς διανομείς από τις πωλήσεις στις εν λόγω περιοχές.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε μέχρι τις 31.12.2004 (όρος 1). Ο τρόπος πληρωμής συμφωνήθηκε να γίνεται ως εξής: Με κάθε παραγγελία προκαταβολή 20% της αξίας με επιταγή 60 ημερών. Προ της αποστολής και παράδοσης εξόφληση με επιταγή 60 ημερών (όρος 12). Επίσης συμφωνήθηκε ότι τα μέρη μπορούν να καταγγείλουν την σύμβαση για σοβαρό λόγο, με έγγραφη προειδοποίηση προ 30 ημερών.
Στη περίπτωση που το υπαίτιο μέρος δεν προβεί σε έγκαιρη επανόρθωση, ο καταγγέλλων μπορεί να τερματίσει την σύμβαση με την παρέλευση της χορηγηθείσας ως άνω προθεσμίας (όρος 15). Ακολούθως, με τα από 20.12.2004 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των διαδίκων, οι ανωτέρω συμβάσεις παρατάθηκαν μέχρι τις 31.12.2005, ενώ αναφορικά με την από 14.4.2004 σύμβαση προστέθηκε στην περιοχή δραστηριότητας της ενάγουσας και ο νομός Αττικής και εν συνεχεία με τα από 1.1.2006 ιδιωτικά συμφωνητικά παρατάθηκαν μέχρι 31.12.2006.
Ωστόσο, από το τέλος του 2004 και αρχές του έτους 2005 παρουσιάστηκαν προβλήματα στη συνεργασία των διαδίκων, διότι η ενάγουσα καθυστερούσε την εξόφληση των τιμολογίων πώλησης των μηχανών, που σε κάποιο διάστημα από τον Μάιο του έτους 2005 άρχισε να υπερβαίνει τις 100 ημέρες, τον Ιούνιο του 2005 έφτασε τις 265 ημέρες, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2005 που ήταν στις 125 ημέρες αντί της συμφωνηθείσας προθεσμίας των 60 ημερών, ενώ παρά τη ρητή συμφωνία τους να καλύπτεται το τίμημα με επιταγές, παρουσιαζόταν πρόβλημα στην κάλυψή τους.
Επίσης η ενάγουσα έκανε παραγγελίες για μηχανές, τις οποίες αν και η εναγομένη προσέφερε προσηκόντως, δεν ήταν σε θέση να απορροφήσει, με αποτέλεσμα να μένουν αδιάθετες στις αποθήκες της εναγομένης και να την επιβαρύνουν τόσο ως προς την ομαλή διακίνηση προϊόντων του αποθηκευτικού της χώρου, αλλά και οικονομικά, αφού η ενάγουσα κατέβαλλε το αντίστοιχο τίμημα στο εργοστάσιο παραγωγής τους.
Εξ άλλου, ο συνήθης χρόνος παράδοσης των μηχανών παγοκύβων και παγοτρίμματος, ήταν περίπου έξη (6) μήνες από την ημέρα της παραγγελίας, διότι έρχονταν από τις ΗΠΑ με πλοίο και πάντα ανάλογα με την διαθεσιμότητα του εργοστασίου, ενώ ο συνήθης χρόνος παράδοσης των μηχανών μαλακού παγωτού, οι οποίες έρχονταν από την Ιταλία, ήταν περίπου τρείς εβδομάδες, γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα και είχε συμβατικά ορισθεί για τις τελευταίες...
Συγκεκριμένα στις 30.11.2005 με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) η ενάγουσα παρήγγειλε στην εναγομένη δέκα μηχανές... Η εναγομένη εισήγαγε άπαντα τα παραγγελθέντα στις 18.4.2006, τα οποία προσέφερε αυθημερόν στην ενάγουσα... Ωστόσο η ενάγουσα από τις δέκα παραγγελθείσες μηχανές πάγου απορρόφησε μόνον τις τέσσερις...
Αντίθετα, τα υπόλοιπα έξη παραγγελθέντα μηχανήματα, τα οποία προσηκόντως και εντός της ταχθείσας προθεσμίας προσέφερε η εναγομένη στην ενάγουσα, η τελευταία αρνήθηκε να τα παραλάβει με αποτέλεσμα να παραμείνουν αδιάθετα στις αποθήκες της εναγομένης... Επομένως το σχετικό κονδύλιο ύψους 94.390 ευρώ (9.439 ευρώ κέρδος Χ 10 τεμάχια) το οποίο αφορά στην επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας από την απώλεια διαφυγόντων κερδών εξαιτίας της κατά τους ισχυρισμούς της, μη εκτέλεση της από 30.11.2005 παραγγελίας είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεδομένου ότι η επικαλούμενη ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα της ίδιας της ενάγουσας.
Ακολούθως, στις 10.3.2006 η ενάγουσα παρήγγειλε....οι οποίες της προσφέρθηκαν προσηκόντως χωρίς να παραλάβει καμία καθώς και .... από τις οποίες παρέλαβε... ενώ οι υπόλοιπες παρέμειναν αδιάθετες... Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι από τον Νοέμβριο του έτους 2005 έως και τον Μάρτιο 2006 ... οι πελάτες της ενάγουσας δεν είχαν εκφρασμένη πρόθεση για νέες παραγγελίες, καθώς δεν απορρόφησαν τις ήδη υπάρχουσες και επομένως, δεν πιθανολογείται η απώλεια διαφυγόντων κερδών ύψους 235.975 ευρώ, τα οποία αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι θα αποκέρδαινε από την πώληση 25 τεμαχίων παγομηχανών στους πελάτες της Κ., Γ., Σ., οι οποίοι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν απορρόφησαν ούτε τις αρχικές παραγγελίες, ώστε να παρίσταται ανάγκη για συμπληρωματικές.
Περαιτέρω, λόγω της παραπάνω διαμορφωθείσας κατάστασης και των οξύτατων προβλημάτων, που είχαν προκύψει, με το από 13.4.2006 συμφωνητικό, οι διάδικοι συμφώνησαν να τροποποιήσουν τα από 29.10.2003 (που αφορούσε μηχανές παγοκύβων) και από 14.4.2004 (που αφορούσε μηχανές παγωτού) ιδιωτικά συμφωνητικά συνεργασίας διανομής, ως προς τους όρους πληρωμής ως εξής:...
Ωστόσο, η ενάγουσα δεν ήταν συνεπής προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις και από τις 16.6.2006 άρχισε να αφήνει ακάλυπτα τιμολόγια και συγκεκριμένα:... Επομένως, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2006 έως 3.7.2006 η ενάγουσα κατέστη υπερήμερη έναντι της εναγομένης κατά το συνολικό ποσό των 38.099,95 ευρώ. Να σημειωθεί δε, ότι η ανωτέρω οφειλή της ενάγουσας έναντι της μητρικής εταιρείας της εναγομένης "ΙΜΙ CORNELIUS EUROPE SA/NV" αναγνωρίστηκε τελεσίδικα, δυνάμει της με αριθμό 59/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατόπιν άσκησης της από 28.11.2006 αγωγής αποζημίωσης από την τελευταία.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1/6/2006 έως 3/7/2006 είχε χορηγήσει στην εναγομένη τα ακόλουθα πινάκια παραλαβής αξιογράφων και συγκεκριμένα: α) τα με αριθμούς ....2006 πινάκια συνολικής αξίας 29.189 ευρώ, β) το με αριθμό ....2006 πινάκιο συνολικής αξίας 2.821,50 ευρώ, γ) το με αριθμό ....2006 πινάκιο συνολικής αξίας 72.178,50 ευρώ και δ) το με αριθμό ....2006 πινάκιο συνολικής αξίας 11.750 ευρώ, διότι αφενός η ενάγουσα δεν αναφέρει ποια τιμολόγια καλύπτονται με τις ανωτέρω επιταγές, και αν αυτές έχουν εξολφληθεί, αφετέρου διότι οι ημερομηνίες έκδοσης των ανεξόφλητων τιμολογίων είναι μεταγενέστερες της ημερομηνίας παραλαβής των πινακίων των αξιογράφων και συνεπώς, εκ του λόγου τούτου είναι προφανές ότι καλύπτουν προγενέστερα τιμολόγια και οφειλές της ενάγουσας προς την εναγομένη.
Εξ άλλου ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν τελούσε σε υπερημερία, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στο γεγονός ότι η εναγομένη και μετά τις 16.6.2006 της απέστειλε εμπορεύματα και συγκεκριμένα, στις 30.6.2006 διά του με αριθμό ... τιμολογίου και στις 3.7.2006 διά του με αριθμό....τιμολογίου, κρίνεται αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω τιμολόγια αφορούσαν στην εκτέλεση προγενεστέρων παραγγελιών και ειδικότερα, τις από 30.11.2005 και 10.3.2006 παραγγελίες από στοκ προηγούμενων παραγγελιών, ενώ ο λόγος που δεν έγινε αποδεκτή η επιταγή της ενάγουσας ποσού 45.000 ευρώ.. και της επιστράφηκε, ήταν διότι υπερέβαινε κατά πολύ το όριο των 30.000 ευρώ ως προς τις δικές της επιταγές, που είχε τεθεί στο από 13.4.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό και όχι διότι η εναγομένη δεν είχε απαιτήσεις από την ενάγουσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.
Κατόπιν αυτών η εναγομένη και ενώ είχε γνωστοποιήσει διά των αρμοδίων υπαλλήλων της... στην ενάγουσα , ότι η τελευταία δεν θα μπορεί να παραλάβει νέα προϊόντα προς πώληση, σύμφωνα με τον σχετικό όρο στην από 13.4.2006 τροποποιητική σύμβαση, για το λόγο ότι δεν τηρούσε, κατά τα προαναφερόμενα, τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η ενάγουσα, αν και ήταν υπερήμερη τελώντας σε επίσχεση από 16.6.2006, στις 23.6.2006 και στις 5.7.2006 προέβη σε νέες παραγγελίες 27 συνολικά μηχανημάτων, χωρίς αντίστοιχη οικονομική κάλυψη των παραγγελιών, ενώ στις 26.7.2006 απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) με το οποίο διαμαρτυρόταν για τη μη εκτέλεση των παραγγελιών, στο οποίο αναφέρεται και στην μη τήρηση από πλευράς της των συμφωνηθέντων όρων πληρωμής...
Επομένως, το σχετικό κονδύλιο ύψους 162.640 ευρώ (97.430 + 45.210 + 20.000) το οποίο αφορά στην επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας, λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών από τη μη εκπλήρωση της από 5.6.2006 παραγγελίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Μετά από αυτά, η εναγομένη με την από 26.7.2006 επιστολή της, απευθυνόμενη προς την ενάγουσα, έταξε σε αυτή την προβλεπόμενη τριακονθήμερη προθεσμία συμμόρφωσης, μετά την άπρακτη περίοδο της οποίας, δήλωσε ότι καταγγέλλει τις μεταξύ τους συμβάσεις για σπουδαίο λόγο.
Στις 23.8.2006. λίγες ημέρες πριν από την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης και του Η. Ν., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας, όπως η ίδια συνομολογεί στην αγωγή της και έλαβε γνώση της γενομένης καταγγελίας, η οποία απευθυνόταν σε αυτή ως αντισυμβαλλομένη και όχι στον υπάλληλό της Η.
Ν., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, δεδομένου ότι στην αγωγή της αναφέρει, ότι "απέστειλα στις 23.8.2006 τον υπάλληλο που απασχολώ για τις ανάγκες της επιχείρησής μου, κύριο Η. Ν., στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας στον Άλιμο... ο διευθυντής κ. Λ. Κ. τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία αποφάσισε να διακόψει την συνεργασία μαζί μου και χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία και του παρέδωσε προς τούτο και την από 23.8.2006 έγγραφη επιστολή περί οριστικής διακοπής της μεταξύ μας συνεργασίας, την οποία σημειωτέον μου παρέδωσε ο έμπιστος υπάλληλός μου"...
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι στις 30.8.2006 , ήτοι σε μεταγενέστερο της καταγγελίας χρόνο η εναγομένη, σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς την ενάγουσα της επισήμανε την, κατά τα ανωτέρω, γενομένη καταγγελία, και την εξ αυτής λύση των μεταξύ τους συμβάσεων, χωρίς η ενάγουσα να την αντικρούσει, ενώ για πρώτη φορά με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δήλωσε άγνοια της καταγγελίας και προέβη η ίδια στην καταγγελία των συμβάσεων.
Από τα ανωτέρω σαφώς αποδείχθηκε , ότι η εναγ0μένη εγκύρως κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις για σπουδαίο λόγο, από υπαιτιότητα της ενάγουσας, που συνίσταται στην μη εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει η ενάγουσα έναντι της εναγομένης και επομένως, τα αγωγικά κονδύλια περί αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α' του π.δ. 219/1991 και αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη της, ύψους 321.935 ευρώ (29.235 + 292.610), τα οποία ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι απώλεσε εξ αιτίας της ματαίωσης των πωλήσεων, που θα πραγματοποιούσε κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2006, ήτοι μέχρι τον συμβατικά ορισθέντα χρόνο λήξης των συμβάσεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα...
Περαιτέρω, το αγωγικό κονδύλιο ύψους 6.515,25 ευρώ, για πραγματοποιηθείσες, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, δαπάνες προς επισκευή-συντήρηση των πωλουμένων μηχανημάτων μαλακού παγωτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα παραστατικό στοιχείο (τιμολόγιο, απόδειξη παροχής υπηρεσιών) αλλά ούτε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας, κατέθεσε κάτι σχετικό με τις ανωτέρω δαπάνες...
Εξ άλλου, από όλα τα ανωτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη τήρησε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας και επομένως, δεν προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα της τελευταίας, ώστε να έχει η ενάγουσα αξίωση για χρηματική ικανοποίηση κατ'άρθρα 59, 914 και 932 του ΑΚ, όπως αβάσιμα αιτείται με την αγωγή της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10.10.2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 172531/9333/2006 αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις...". Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν προέβη σε ερμηνεία των επιδίκων συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και των τροποιητικών αυτών συμφωνιών, ως προς τον οριζόμενο συμβατικώς χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων από την αναιρεσίβλητη-πωλήτρια και χρόνο καταβολής του τιμήματος αυτών από την αναιρεσείουσα-αγοράστρια, και συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει, αλλά ούτε και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για την ανεύρεση του αληθούς περιεχομένου αυτών (συμβάσεων) , αλλά αντιθέτως η κρίση του συναφώς με τα ανωτέρω περιστατικά, αποτελεί πραγματική διαπίστωση, συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικών μέσων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, διέλαβε δε, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως ή/και εκ πλαγίου των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σε αυτούς, παρότι (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας) υπήρχε συμβατικό κενό ή αμφιβολία στο περιεχόμενο της από 29.10.2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής και του από 13.4.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης των όρων πληρωμής της αντιπροσώπου αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενά και αμφιβολίες ως προς την έννοια των όρων της από 29.10.2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής με την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ανατέθηκε στην αναιρεσείουσα η αποκλειστική διάθεση στην ελληνική αγορά των μηχανών παγοκύβων και παγοτρίμματος για επαγγελματική χρήση, παραγωγής του εργοστασίου "IMI CORNELIUS" Αμερικής, των οποίων, κατά τον χρόνο εκείνο η αναιρεσίβλητη ήταν αποκλειστική εισαγωγέας και αντιπρόσωπος στην Ελλάδα, αλλά αντιθέτως, δέχθηκε, ότι, από τις με αριθμούς ..., ...,....2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Θ.
Τ., Ε. Π. και Χ. Λ., αποδείχθηκε, ότι ο συνήθης χρόνος παράδοσης των μηχανών παγοκύβων και παγοτρίμματος ήταν περίπου έξη μήνες από την ημέρα της παραγγελίας, καθώς και ότι από τη συμβατική πρόβλεψη στην από 14.4.2004 σύμβαση κατάρτισης αποκλειστικής διανομής επαγγελματικών μηχανών παραγωγής μαλακού παγωτού, σε συνδυασμό με τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, αποδείχθηκε, ότι ο συνήθης χρόνος παράδοσης των μηχανών αυτών, ήταν περίπου τρείς εβδομάδες.
Δέχθηκε, εξ άλλου, το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία του από 13.4.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης των όρων πληρωμής του τιμήματος αγοράς των υπόψη μηχανών, ότι αυτό (τίμημα) ήταν καταβλητέο από την αναιρεσείουσα εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης του προϊόντος στον τελικό πελάτη ή στον διανομέα, και ότι η τελευταία υπήρξε υπερήμερη ως προς την καταβολή του τιμήματος των αγορών για τις οποίες εκδόθηκαν τα από 1.6.2006 έως 3.7.2006 τιμολόγια, χωρίς με την κρίση αυτή της προσβαλλομένης να δημιουργείται ασάφεια ως προς την υπερημερία της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η ειδικότερη συμφωνία στο από 13.4.2006 τροποποιητικό του τρόπου πληρωμής του τιμήματος αγοράς των προϊόντων από την αναιρεσείουσα, ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ορίζεται ως τελική ημέρα εξόφλησης του τιμήματος αγοράς των μηχανημάτων το τέλος του έτους 2006, αφορά στην εξόφληση των οφειλομένων διά επιταγών, χωρίς όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης , να γίνεται δεκτό ότι τα εν λόγω τιμολόγια εξοφλήθηκαν μέσω επιταγών.
Συνεπώς, ο 4ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη κατ' ορθή εκτίμηση των ισχυρισμών της, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αλλά και αυτής από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου -ΑΠ 440/2019, ΑΠ 823/2018, ΑΠ 76/2010) είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από την ίδια και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ότι: (α) δεν υπήρξε έγγραφη καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, καθόσον στο έγγραφο της καταγγελίας δεν γίνεται επίκληση σπουδαίου λόγου ούτε τάσσεται επισήμως προθεσμία προμήνυσης, (β) ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης εταιρείας ότι είχε προβεί σε επίσχεση εργασιών της αναιρεσείουσας ήταν ψευδής και (γ) ότι η επιστροφή στην ίδια (αναιρεσείουσα) του από 15.6.2006 πινακίου αξιογράφων και δη επιταγών ύψους 45.000 ευρώ, σήμαινε την ανυπαρξία της ισόποσης απαίτησης εναντίον της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να αποδοθεί η σχετική πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά οι μεν υπό στοιχεία (α) και (β) ισχυρισμοί συνιστούν αρνήσεις των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ο δε υπό στοιχείο (γ) ισχυρισμός αφορά σε αποδεικτικό μέσο, και δη σε έγγραφο και το περιεχόμενό του.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων όλους τους άνω προβληθέντες ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, ότι δηλαδή, η από 26.7.2006 καταγγελία της αναιρεσίβλητης, ήταν έγκυρη και ισχυρή καθόσον έγινε με προμήνυση 30 ημερών και για σπουδαίο λόγο, που αφορούσε στην παραβίαση συμβατικών της υποχρεώσεων και δη, στην υπερημερία της αναιρεσείουσας ως προς την καταβολή του τιμήματος αγοράς των μηχανημάτων που της πωλούσε η αναιρεσίβλητη, ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε επίσχεση από 16.6.2006, και ότι η επιταγή ονομαστικής αξίας 45.000 ευρώ που περιλαμβανόταν στο επιστραφέν στην αναιρεσείουσα, από 15.6.2006 πινάκιο παράδοσης αξιογράφων επιστράφηκε, όχι εξ αιτίας ανυπαρξίας της σχετικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης, αλλά διότι υπερέβαινε το όριο των 30.000 ευρώ που είχε ορισθεί συμβατικά ως το ανώτερο ποσό πίστωσης.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι συναφώς προς την αποδειχθείσα υπερημερία της στην εξόφληση των τιμολογίων, η προσβαλλομένη "... υιοθετεί την άποψη των ενόρκως βεβαιωσάντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης...
οι οποίοι βεβαιώνουν ψευδώς και προσχηματικώς" το γεγονός της υπερημερίας της, πλην, ως εκ του ταυτοσήμου περιεχομένου τους ".. θεωρούνται ως ήκιστα πειστικές" με συνέπεια η αλήθεια των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης να έπρεπε να ερευνηθεί με περαιτέρω αποδεικτικά μέσα, ότι το Εφετείο στηρίχθηκε για την απόδειξη της υπερημερίας της και στην με αριθμό 51/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία όμως δεν είναι τελεσίδικη, καίτοι χαρακτηρίζεται ως τέτοια από την προσβαλλομένη, και ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε καθεστώς επίσχεσης, χωρίς να προσκομισθεί περί τούτου ουδέν αποδεικτικό μέσο και χωρίς το Εφετείο να λάβει υπόψη του την καταχρηστικότητα της επίσχεσης εξ αιτίας της οικονομικής δυσπραγίας στην οποία αυτή περιήλθε, λόγω της ανυπαίτιας ως προς την ίδια καθυστέρησης στην εκτέλεση της από 30.11.2005 παραγγελίας της.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά σε αρνήσεις των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, σε κάθε δε περίπτωση, ελέγχεται ως αβάσιμος, καθόσον μνημονεύονται στη προσβαλλομένη, όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 13.4.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με τους τροποποιημένους όρους πληρωμής, τα με αριθμούς ....2006, ....2006 και ...2006 πινάκια παραλαβής αξιογράφων, το με αριθμό 35 σχετικό (καρτέλα συνεργασίας διαδίκων) από το οποίο φαίνεται η εμπρόθεσμη εξόφληση της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα, το με αριθμό 44 σχετικό (ηλεκτρονικό μήνυμα) και το με αριθμό 17 σχετικό (απόδειξη ακύρωσης του από 15.11.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πελάτη της Γ.
Κ.), από τα οποία έγγραφα, προέκυπτε η καθυστέρηση στην εκτέλεση των παραγγελιών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και όχι η υπερημερία της αναιρεσείουσας. Η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη παραπάνω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον, από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με όλες τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της παραβίασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας των συμβατικών της υποχρεώσεων και της εντεύθεν έγκυρης καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων για σπουδαίο λόγο από υπαιτιότητα της ενάγουσας και την συνακόλουθη απόρριψη ως αβασίμων των αγωγικών της αξιώσεων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να ήταν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου αυτών.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, κατ'άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο , να επιβληθούν δε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.8.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 637/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ