2014/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2014/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α. Στην εντιμότητα και ανταγωνιστικότητα των φορέων λειτουργίας των καζίνων β. Στον αυστηρό έλεγχο όλων των προσώπων, χώρων, φορέων, δραστηριοτήτων και συνθηκών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη λειτουργία των καζίνων ώστε η λειτουργία αυτή να είναι απαλλαγμένη από ύποπτα, επικίνδυνα ή εγκληματικά στοιχεία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2014 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2014/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Σικάγο της Πολιτείας Ιλινόις των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και διατηρεί υποκατάστημα ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Π. του Δ., 2)Δ. Α. του Α., και 3)Α. Π. του Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 3-6-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 3.6.2019 και με αριθ. κατάθεσης 28/4-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών {άρθρα 614 αρ.3 και 621 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 1- άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1-άρθρο ένατο ν.4335/2015} υπ' αριθ. 150/18.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 20.11.2018 και με αριθ. κατάθ. 520/662/2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της υπ' αριθ. 503/17.7.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχθεί την από 24.3.2016 αγωγή για εργατικές αξιώσεις εν μέρει κατ` ουσία ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ. Α. και στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους πρώτο και τρίτο ενάγοντες και ήδη πρώτο και τρίτο αναιρεσίβλητους Γ. Π. και Α. Π.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ο ν. 2160/1993 ( Α' 118 ) με το κεφάλαιό του Β` ( άρθρ. 8 έως 28 ) επέτρεψε την ίδρυση δέκα καζίνο στη Χώρα, παράλληλα δε θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων που αφορούσαν την παραχώρηση των σχετικών αδειών, την οργάνωση, τη λειτουργία και τον έλεγχο των επιχειρήσεων αυτών. Με το άρθρο του δε 8 παρ. 1 έθεσε τις " βασικές αρχές που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και τον έλεγχο των καζίνων " και οι οποίες, όπως ρητώς ορίζεται, " συνίστανται ιδίως :
α. Στην εντιμότητα και ανταγωνιστικότητα των φορέων λειτουργίας των καζίνων β. Στον αυστηρό έλεγχο όλων των προσώπων, χώρων, φορέων, δραστηριοτήτων και συνθηκών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη λειτουργία των καζίνων ώστε η λειτουργία αυτή να είναι απαλλαγμένη από ύποπτα, επικίνδυνα ή εγκληματικά στοιχεία.
γ. Στον αυστηρό έλεγχο των κατασκευαστών, προμηθευτών, διανομέων των διαφόρων μέσων και υλικών διεξαγωγής παιχνιδιού που προμηθεύονται τα καζίνα. δ. Στην ελευθερία πρόσβασης του κοινού στα καζίνα με τη δυνατότητα επιβολής απαγορεύσεων ή περιορισμών για λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. " Ακολούθησε ο ν. 2206/1994 ( Α' 62 ) με το αυτό αντικείμενο, ο οποίος εισήγαγε νέες ρυθμίσεις σχετικά με την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και τον έλεγχο των καζίνο, καταργώντας σχεδόν ολόκληρο το κεφάλαιο Β` του Ν. 2160/1993.
Από την κατάργηση εξαιρέθηκαν μόνο οι αμέσως ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 8, με τις οποίες εξαγγέλλονται οι βασικές αρχές που διέπουν τις επιχειρήσεις των καζίνο, καθώς και ορισμένες διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 8. Στο άρθρο 3 του ν. 2206/1994 με τίτλο: " Λειτουργία των Καζίνο", ορίζεται ότι: "1.
Η λειτουργία των καζίνων υπόκειται στον έλεγχο του Κράτους. 2. Η Επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού (για τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας καζίνων) παραμένει και λειτουργεί ως Επιτροπή Εποπτείας της λειτουργίας των καζίνων. 3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από κοινή πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Τουρισμού, δημιουργείται στο Υπουργείο Τουρισμού διεύθυνση Καζίνων που έχει σκοπό την επικουρία της Επιτροπής και του Υπουργού Τουρισμού στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους .4.
Ο διοικητικός έλεγχος ασκείται από το Υπουργείο Τουρισμού και περιλαμβάνει τον έλεγχο κτιρίων, τη διεξαγωγή παιχνιδιών, τα υλικά και τα μηχανήματα διεξαγωγής των παιχνιδιών και την προμήθειά τους καθώς και την τήρηση των όρων χορήγησης της άδειας. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης...καθορίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και τα όρια του διοικητικού ελέγχου 5.
Σε περίπτωση παράβασης των όρων λειτουργίας, η Επιτροπή με αιτιολογημένη απόφασή της : α) επιβάλλει πρόστιμο...β) ανακαλεί προσωρινά...ή οριστικά την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης...6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης και σύμφωνα με εισήγηση της Επιτροπής καθορίζονται τα δικαιολογητικά των προσλαμβανομένων για εργασία στα καζίνο, ως και κάθε άλλος αναγκαίος έλεγχος τήρησης της δημόσιας τάξης.".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ιδίου νόμου, θεσπίσθηκε ειδική διαδικασία πρόσληψης προσωπικού στις επιχειρήσεις καζίνο. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 ορίστηκαν τα εξής: "1...2...3. Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε κάτοχο άδειας λειτουργίας καζίνου να προσλάβει οποιονδήποτε υπάλληλο παιχνιδιών πριν αυτός λάβει δελτίο καταλληλόλητας, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση του άρθρου 3 παρ. 6.
Οι υπάλληλοι παιχνιδιών οφείλουν να φέρουν το δελτίο καταλληλόλητάς τους καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας τους. 4.α...5...6. Όποιος παραβιάζει τις διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δραχμές.
Σε περίπτωση υποτροπής τα ποσά αυτά μπορούν να διπλασιαστούν".
Επειδή, με βάση την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 3 του Ν. 2206/1994, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1036/26.5.1995 απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης ( Β' 549 ), στην οποία ορίζονται τα εξής: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'. Προϋποθέσεις πρόσληψης Προσωπικού στα Καζίνο. Άρθρο 1. Πρόσληψη προσωπικού 1. Το προσωπικό που εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε επιχείρηση Καζίνο προσλαμβάνεται, αμείβεται και απολύεται απ' ευθείας από τον κάτοχο αδείας Καζίνο, με τον όρο τήρησης των διατάξεων της εθνικής και κοινοτικής εργατικής νομοθεσίας.
Οι όροι εργασίας του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε επιχείρηση καζίνο καθορίζονται με την σύμβαση πρόσληψής του. 2. Ειδικά για το προσωπικό των Καζίνο, που απασχολείται αμέσως ή εμμέσως με τη διεξαγωγή των παιχνιδιών ή λόγω της φύσης της εργασίας του εισέρχεται και παραμένει στους χώρους, όπου διεξάγονται παιχνίδια που για τους σκοπούς της παρούσης θ' αποκαλούνται υπάλληλοι παιχνιδιών, πρέπει να συντρέχουν υποχρεωτικά οι όροι και προϋποθέσεις των διατάξεων του Ν. 2206/1994 και της απόφασης αυτής.
Άρθρο 2. Δελτία Καταλληλόλητας. 1. Απαγορεύεται στις επιχειρήσεις Καζίνο να προσλαμβάνουν και απασχολούν σε θέσεις υπαλλήλων παιχνιδιών πρόσωπα, που δεν έχουν λάβει Δελτία Καταλληλόλητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής. 2. Τα Δελτία Καταλληλόλητας εκδίδονται από την Επιτροπή Καζίνο, και καθορίζονται κατά τον τύπο και το περιεχόμενο με απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημοσίας Τάξεως μετά από εισήγηση της Επιτροπής Καζίνο.
Τα Δελτία Καταλληλόλητας υπογράφονται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Καζίνο και φέρουν την σφραγίδα του Υπουργείου Τουρισμού. 3. Κάθε πρόσληψη προσώπου σε θέση υπαλλήλου παιχνιδιών, που δεν είναι εφοδιασμένο με Δελτίο Καταλληλόλητας είναι αυτοδικαίως άκυρη και συνεπάγεται τις κυρώσεις του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης. 4.
Κάθε Δελτίο Καταλληλόλητας είναι αορίστου ισχύος. Οι κάτοχοι Δελτίου Καταλληλόλητας είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο τον μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους Υπεύθυνη Δήλωση, από την οποία θα προκύπτει, ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της κοινής υπουργικής απόφασης 1036/1995, όπως ισχύει... (Η παρ.4 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο μόνον της παρ.1 της Υ.Α Τ/2945/2003 (Β'391 /2003), αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω με το άρθρο μόνον της Κ.Υ.Α 8854/2007, Β' 970/2007). 5.
Η Επιτροπή Καζίνο έχει το δικαίωμα ν' ακυρώνει ή να ανακαλεί μονομερώς και οποτεδήποτε οποιοδήποτε Δελτίο Καταλληλόλητας χορήγησε, εφόσον διαπιστωθεί από αυτήν, μετά από νεότερη ερευνά της, που διεξήγαγε είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν καταγγελίας ότι εξέλειπε κάποια από τις προϋποθέσεις χορήγησης του.
Άρθρο 3. Υπάλληλοι Παιχνιδιών. Ως υπάλληλοι παιχνιδιών, που πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με Δελτίο Καταλληλόλητας, θεωρούνται για τους σκοπούς του νόμου και της παρούσας απόφασης οι εξής: α. Ο Διευθύνων Σύμβουλος. β. Ο Γενικός Διευθυντής, οι Διευθυντές και Υποδιευθυντές όλων των τμημάτων ή υπηρεσιών του Καζίνο.
γ. Ο Οικονομικός Διευθυντής και ο Αρχιλογιστής του Καζίνο. δ. Το προσωπικό Ασφαλείας, ελέγχου και επιτήρησης του Καζίνο. ε. Οι Ταμίες και Λογιστές. στ. Όλο το Διοικητικό, τεχνικό και λοιπό κύριο ή βοηθητικό προσωπικό του Καζίνο, που λόγω της φύσης της εργασίας του, είτε είναι υπεύθυνο των παιχνιδιών, είτε εισέρχεται και παραμένει στους χώρους των παιχνιδιών κατά τη διεξαγωγή τους.
Άρθρο 4. Κυρώσεις. 1. Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε κάτοχο αδείας λειτουργίας Καζίνο να προσλάβει οποιονδήποτε από το ανωτέρω προσωπικό πριν αυτός λάβει δελτίο καταλληλόλητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Το προσωπικό αυτό οφείλει να φέρει το δελτίο καταλληλόλητας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του. 2.
Όποιος παραβιάζει τις ρυθμίσεις της παραπάνω παραγράφου τιμωρείται με πρόστιμο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δραχμές. Σε περίπτωση υποτροπής τα ποσά αυτά μπορούν να διπλασιασθούν και αν πρόκειται για υπάλληλο δύναται να ανακαλείται και το Δελτίο καταλληλόλητας αυτού. 3.
Τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου επιβάλλονται με απόφαση της Επιτροπής Καζίνο. Άρθρο 5. Δικαιολογητικά - Διαδικασία. 1. Οι υποψήφιοι για πρόσληψη σε επιχείρηση καζίνο καταθέτουν στη Γραμματεία της Διεύθυνσης Καζίνο, με επιμέλεια της ενδιαφερόμενης επιχείρησης Καζίνο, τα παρακάτω δικαιολογητικά: α. Αίτηση...
β...γ. Αντίγραφο Ποινικού Μητρώου γενικής χρήσης από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης... (το εδάφιο γ', στο οποίο απαριθμούνται τα αδικήματα για τα οποία δεν πρέπει να έχει καταδικασθεί τελεσιδίκως ο ενδιαφερόμενος που υποβάλλει αίτηση εκδόσεως δελτίου καταλληλόλητας, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο μόνο παρ.1 της Κ.Υ.Α.
Τ/2945/2003, Β'391 /2003). δ. Πιστοποιητικό Εισαγγελικής Αρχής, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν παραπεμφθεί σε δίκη για τα αδικήματα του προηγουμένου εδαφίου. ε. Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 ότι δεν έχουν καταδικασθεί για αθέτηση υποχρεώσεων προς το Δημόσιο ή δεν έχουν απολυθεί για λόγους πειθαρχίας από αυτό ή από Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 14 παρ.1 του Ν. 2190/94. στ... ζ. Πιστοποιητικό υγείας, Νοσοκομείου ή Κέντρου Υγείας, από το οποίο να προκύπτει ότι ο προσλαμβανόμενος δεν πάσχει από μολυσματική ή μεταδοτική ασθένεια. η. ... 2 ... 3. Η Επιτροπή Καζίνο ελέγχει την αίτηση και την πληρότητα των υποβληθέντων δικαιολογητικών και αποφασίζει για τη χορήγηση ή μη του Δελτίου καταλληλόλητας μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από της υποβολής της αιτήσεως.
Πριν τη λήψη της αποφάσεως η Επιτροπή Καζίνο μπορεί να καλεί σε συνέντευξη τον ενδιαφερόμενο και να ζητά κατά την κρίση της από Δημόσιες Υπηρεσίες, Οργανισμούς ή τρίτα πρόσωπα σχετικές πληροφορίες ή στοιχεία που αφορούν τον υποψήφιο.4. Η απόφαση της Επιτροπής Καζίνο δεν απαιτείται να έχει ειδική αιτιολογία, αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα τα στοιχεία και δικαιολογητικά της αίτησης".
Στο άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2206/ 1994 ορίζεται : "1...2...3. Απαγορεύεται σε οποιουδήποτε κάτοχο άδειας λειτουργίας καζίνου να προσλάβει οποιονδήποτε υπάλληλο παιχνιδιών πριν αυτός λάβει δελτίο καταλληλόλητας, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση του άρθρου 3 παρ. 6. Οι υπάλληλοι παιχνιδιών οφείλουν να φέρουν το δελτίο καταλληλόλητάς τους καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας τους.
Με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 3 του Ν. 2206/ 1994, εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1036/26.5.1995 απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης ( B' 54), στην οποία ορίζονται τα εξής: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α Προϋποθέσεις πρόσληψης Προσωπικού στα Καζίνο. Άρθρο 1. Πρόσληψη προσωπικού..... . Άρθρο 2. Δελτία Καταλληλόλητας. 1.
Απαγορεύεται στις επιχειρήσεις Καζίνο να προσλαμβάνουν και απασχολούν σε θέσεις υπαλλήλων παιχνιδιών, πρόσωπα που δεν έχουν λάβει Δελτία καταλληλόλητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής. 2. Τα Δελτία καταλληλόλητας εκδίδονται από την Επιτροπή Καζίνο και καθορίζονται κατά του τύπο και το περιεχόμενο με απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Δημοσίας Τάξεως μετά από εισήγηση της Επιτροπής Καζίνο.
Τα Δελτία Καταλληλόλητας υπογράφονται από του Πρόεδρο της Επιτροπής Καζίνο και φέρουν την σφραγίδα του Υπουργείου Τουρισμού. 3. Κάθε πρόσληψη προσώπου σε θέση υπαλλήλου παιχνιδιών, που δεν είναι εφοδιασμένο με Δελτίο καταλληλόλητας είναι αυτοδικαίως άκυρη και συνεπάγεται τις κυρώσεις του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης. 4.Κάθε Δελτίο Καταλληλόλητας είναι αορίστου ισχύος.
Οι κάτοχοι Δελτίου Καταλληλόλητας είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο του μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους Υπεύθυνη Δήλωση, από την οποία θα προκύπτει, ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της κοινής υπουργικής απόφασης 1036/ 1995,δηλαδή κακουργήματος ή των εγκλημάτων ανυποταξίας, λιποταξίας, προσβολών του πολιτεύματος, προδοσία της Χώρας, προσβολών κατά της πολιτειακής εξουσίας, κατά της ελεύθερης άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων, εγκληματικής οργάνωσης, παραχάραξης, κιβδηλείας, πλαστογραφίας, ψευδούς καταμήνυσης, ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης απιστίας περί την Υπηρεσία, παράβασης καθήκοντος, ανθρωποκτονίας (εκτός της προερχόμενης από αμέλεια), κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας, κλοπής, υπεξαίρεσης, απιστίας, απάτης, δωροδοκίας, καταπίεσης, ζωοκλοπής, ζωοκτονίας, λαθρεμπορίας, βαρείας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, του νόμου περί καταπολέμησης και διάδοσης των ναρκωτικών και προστασίας των νέων, παράνομης οπλοφορίας - οπλοχρησίας, κατασκοπείας, ληστείας, κλεπταποδοχής, τοκογλυφίας και αδικημάτων της νομοθεσίας περί παιγνίων", όπως ισχύει (Η παρ.4 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο μόνου της παρ. 1 της Υ.Α Τ/2945/2003 (B '391 / 2003), αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω με το άρθρο μόνου της ΚΥ.Α 8854/2007, B' 970/2007). 5.
Η Επιτροπή Καζίνο έχει το δικαίωμα να ακυρώνει ή να ανακαλεί μονομερώς και οποτεδήποτε οποιοδήποτε Δελτίο Καταλληλόλητας χορήγησε, εφόσον διαπιστωθεί από αυτήν, μετά από νεότερη ερευνά της, που διεξήγαγε είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν καταγγελίας ότι εξέλειπε κάποια από τας προϋποθέσεις χορήγησης του.
Άρθρο 4. Κυρώσεις. 1. Απαγορεύεται σε οποιουδήποτε κάτοχο αδείας λειτουργίας Καζίνο να προσλάβει οποιονδήποτε από το ανωτέρω προσωπικό πριν αυτός λάβει δελτίο καταλληλόλητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Το προσωπικό αυτό οφείλει να φέρει το δελτίο καταλληλόλητας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθμό 98/5/21-3-2014 απόφαση της ΕΕΕΠ (ΦΕΚ 767B/2014) τροποποιήθηκε εν μέρει η ως άνω ΥΑ, προστέθηκε 33ο άρθρο στην ΥΑ T /6736/2003 σύμφωνα με το οποίο "Άρθρο 33: Πιστοποίηση εργαζομένων και συνεργαζόμενων προσώπων με επιχειρήσεις καζίνο.
1. Ορισμοί Πρόσωπα προς Πιστοποίηση θεωρούνται, για τους σκοπούς του νόμου και της απόφασης αυτής, και ανεξάρτητα από την έννομη σχέση με την οποία συνδέονται με την επιχείρηση καζίνο, οι εξής: 1.1...... 1.2..... 1.3..... 1.4. 1.5 ...... 1.6 Το διοικητικό, τεχνικό και λοιπό κύριο ή βοηθητικό προσωπικό του Καζίνο, που λόγω της φύσης της εργασίας του, είτε είναι υπεύθυνο των παιγνίων, είτε εισέρχεται και παραμένει στους χώρους των παιγνίων κατά τη διεξαγωγή τους. Φορέας Πιστοποίησης ενός Καζίνο είναι ο κάτοχος της άδειας ίδρυσης λειτουργίας και εκμετάλλευσης του Καζίνο αυτού. Υπεύθυνος Πιστοποίησης είναι ο υπάλληλος (οι υπάλληλοι) του Φορέα Πιστοποίησης, που γνωστοποιούνται από αυτόν στην Ε.Ε.Ε.Π. Πιστοποίηση είναι ο έλεγχος, από τον Υπεύθυνο Πιστοποίησης, της συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 της απόφασης αυτής και η χορήγηση σχετικού κωδικού αριθμού Πιστοποίησης σε κάθε πιστοποιούμενο πρόσωπο. Πιστοποιημένο Πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που έχει λάβει Πιστοποίηση. Δελτίο Καταλληλόλητας είναι η κάρτα που εκδίδει ο Φορέας Πιστοποίησης για κάθε Πιστοποιημένο Πρόσωπο, από το οποίο αποδεικνύεται η Πιστοποίηση. Χώρος παιγνίων είναι ο χώρος των παιχνιδιών του Καζίνο.
2. Γενικές αρχές.
2.1. Πρόσωπο που ανήκει στα Πρόσωπα προς Πιστοποίηση, απαγορεύεται, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, να εισέρχεται, στους χώρους των παιγνίων, χωρίς να φέρει Δελτίο Καταλληλόλητας.
2.2. Η Πιστοποίηση ενός προσώπου πραγματοποιείται και ισχύει ανά επιχείρηση Καζίνο. Ένα πρόσωπο μπορεί να λάβει συγχρόνως Πιστοποίηση σε περισσότερες επιχειρήσεις καζίνο.
2.3. Το Δελτίο Καταλληλόλητας μπορεί, ταυτόχρονα, να χρησιμοποιείται και για άλλες λειτουργίες της επιχείρησης Καζίνο, όπως π.χ. ως μαγνητική κάρτα πρόσβασης.
3. Προϋποθέσεις και διαδικασία χορήγησης της Πιστοποίησης.
3.1 Ένα πρόσωπο για να λάβει Πιστοποίηση πρέπει να: 3.1.1 Έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. 3.1.2 Μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, απιστία, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, εκβίαση, πλαστογραφία, ενεργητική ή παθητική δωροδοκία, επικίνδυνη ή βαριά σωματική βλάβη, παρασιώπηση εγκλήματος, έγκλημα περί το νόμισμα, κοινώς επικίνδυνο έγκλημα, έγκλημα κατά της προσωπικής ελευθερίας, έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, καθώς και για έγκλημα που προβλέπεται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών και φοροδιαφυγής. 3.1.3 Η απασχόλησή του στο Καζίνο να μην αντίκειται στις διατάξεις της παραγράφου α του άρθρου 4 του Ν. 2206/1994 (Α' 62), της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 3229/2004 (Α' 38) και της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του Ν. 4002/2011 (Α' 180).
3.1.4 Ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης, έχει την ευθύνη για κάθε Πιστοποιούμενο Πρόσωπο, να ζητά και να διατηρεί, διαρκώς σε ισχύ, τα παρακάτω έγγραφα:
α. Επικυρωμένο αντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας ή του διαβατηρίου του. β. Στην περίπτωση που το πιστοποιούμενο πρόσωπο είναι πολίτης χώρας μη μέλους της Ε.Ε., επικυρωμένο αντίγραφο της άδειας παραμονής και εργασίας του στην Ελλάδα. γ. Απόσπασμα ποινικού μητρώου, από το οποίο να προκύπτει η συνδρομή των όρων της παραγράφου 3.1.2. Κάθε μεταβολή στο ποινικό μητρώο Πιστοποιημένου Προσώπου σε σχέση με τα αδικήματα της παραγράφου 3.1.2 γνωστοποιείται άμεσα στο Φορέα Πιστοποίησης, με ευθύνη του προσώπου αυτού. Ανεξάρτητα από αυτό, κάθε έτος από την ημερομηνία ισχύος του Δελτίου Καταλληλόλητας τα Πιστοποιημένα Πρόσωπα υποβάλλουν στο Φορέα Πιστοποίησης υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86, με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής, με την οποία δηλώνουν την ύπαρξη ή μη μεταβολών στο ποινικό τους μητρώο σε σχέση με τα αδικήματα της παραγράφου 3.1.2.
3.1.5 Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 του Προσώπου προς Πιστοποίηση, με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής, ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 4.α του άρθρου 4 του Ν. 2206/1994 (Α' 62), της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 3229/2004 (Α' 38) και της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του Ν. 4002/2011 (Α' 180).
3.2 Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3.1, ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης προβαίνει στην Πιστοποίηση και εκδίδει το Δελτίο Καταλληλότητας.
3.3 Η Πιστοποίηση έχει αόριστη διάρκεια, εφόσον το Πιστοποιημένο Πρόσωπο εργάζεται στον Φορέα Πιστοποίησης και πληροί την προϋπόθεση της παραγράφου 3.1.2.
3.4 Η Πιστοποίηση ανακαλείται αμέσως μόλις ένα πρόσωπο πάψει να ανήκει, για οποιονδήποτε λόγο, στο προσωπικό του καζίνο ή πάψει να πληροί την προϋπόθεση της παραγράφου 3.1.2.
3.5 Ανάκληση της Πιστοποίησης ενός προσώπου συνεπάγεται την άμεση επιστροφή στον Υπεύθυνο Πιστοποίησης του Δελτίου Καταλληλόλητας του προσώπου αυτού. Μετά την επιστροφή, το Δελτίο Καταλληλόλητας καταστρέφεται.
3.6 Το Δελτίο Καταλληλόλητας έχει διάρκεια ισχύος πέντε (5) έτη, μετά τη λήξη της οποίας επανεκδίδεται με νέα πρόσφατη φωτογραφία του Πιστοποιημένου Προσώπου.
3.7 Σε περίπτωση απώλειας του Δελτίου Καταλληλότητας, εκδίδεται νέο, με τον ίδιο κωδικό αριθμό Πιστοποίησης. Στην περίπτωση αυτή ζητείται υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 του Πιστοποιημένου Προσώπου, με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής, με την οποία δηλώνεται η απώλεια.
3.8 Τα σχετικά με τις Πιστοποιήσεις έγγραφα και αρχεία φυλάσσονται από τον Φορέα Πιστοποίησης, που συνεχίζει να τα διατηρεί επί τρία (3) έτη μετά την ανάκληση κάθε Πιστοποίησης.
3.9 Ο Φορέας Πιστοποίησης παρέχει πρόσβαση στην Ε.Ε.Ε.Π. στα στοιχεία της προηγούμενης παραγράφου, αμέσως και με τον τρόπο που θα του ζητηθεί.
4. Υποχρεώσεις του Φορέα Πιστοποίησης 4.1 Μέσα στις πρώτες πέντε (5) εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης αποστέλλει στην Ε.Ε.Ε.Π. κατάσταση Πιστοποιημένων Προσώπων. Η κατάσταση αναφέρει το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο, τον αριθμό της αστυνομικής ταυτότητας ή του διαβατηρίου, τον κωδικό της κατηγορίας του Πιστοποιημένου Προσώπου και τον κωδικό αριθμό Πιστοποίησης. Η ίδια κατάσταση με τα ίδια στοιχεία, αναφέρει τα πρόσωπα που απώλεσαν την Πιστοποίηση.
4.2 Ο Φορέας Πιστοποίησης υποχρεούται να χορηγεί στα Πιστοποιημένα Πρόσωπα, κατόπιν αίτησής τους, βεβαίωση Πιστοποίησης, για κάθε νόμιμη χρήση.
4.3 Το Πιστοποιημένο Πρόσωπο φέρει το Δελτίο Καταλληλότητας σε εμφανές σημείο, έτσι ώστε να είναι ευχερής ο άμεσος οπτικός έλεγχος, σε όλη τη διάρκεια παραμονής του στους χώρους παιγνίων.
4.4 Κατ' εξαίρεση, το προσωπικό ασφαλείας μπορεί να μη φέρει το Δελτίο Καταλληλότητας σε εμφανές σημείο αλλά να το επιδεικνύει, σε κάθε περίπτωση που θα του ζητηθεί από τα ελεγκτικά όργανα.
5. Δελτίο Καταλληλότητας.
5.1. Ο Υπεύθυνος Πιστοποίησης χορηγεί στο Πιστοποιημένο Πρόσωπο Δελτίο Καταλληλότητας, το οποίο φέρει στην κύρια όψη του τα εξής στοιχεία:
5.1.1. Το όνομα ή/και το λογότυπο του Καζίνο.
5.1.2. Το ονοματεπώνυμο ή το όνομα του Πιστοποιημένου Προσώπου.
5.1.3. Πρόσφατη, ευκρινή, έγχρωμη φωτογραφία του, διαστάσεων, τουλάχιστον, 2.00. x 2,50cm.
5.1.4. Τον κωδικό αριθμό Πιστοποίησης.
5.1.5. Τον μήνα και το έτος λήξης της ισχύος του.
5.2 Το Δελτίο Καταλληλότητας φέρει στην πίσω όψη του θέση για την υπογραφή του κατόχου και το εξής κείμενο: (Το Δελτίο αυτό ανήκει στο Καζίνο ...... Η χρήση του είναι αυστηρώς προσωπική.......
6. Κυρώσεις 6.1. Σε Πρόσωπο προς Πιστοποίηση, το οποίο, ενώ δεν έχει λάβει την απαιτούμενη Πιστοποίηση εισέρχεται στους χώρους παιχνιδιών ή σε Πιστοποιημένο Πρόσωπο, του οποίου τα έγγραφα, στα οποία βασίστηκε η Πιστοποίηση δεν βρίσκονται σε ισχύ, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι 1.000 ευρώ και, σε περίπτωση υποτροπής, μέχρι το τριπλάσιο του ποσού αυτού.
6.2. Σε Φορέα Πιστοποίησης, στον χώρο των παιχνιδιών του οποίου καταλαμβάνονται Πρόσωπα χωρίς Πιστοποίηση ή/και με Πιστοποίηση, της οποίας τα έγγραφα επί των οποίων αυτή βασίστηκε δεν είναι σε ισχύ, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι 5.000 ευρώ, σε περίπτωση πρώτης υποτροπής μέχρι το τριπλάσιο του ποσού αυτού και σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής, προσωρινή αφαίρεση της άδειας λειτουργίας για τρεις μήνες.
6.3. Σε Πιστοποιημένο Πρόσωπο, το οποίο, ενώ εργάζεται στο χώρο των παιχνιδιών, δεν φέρει το Δελτίο Καταλληλόλητας, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, επιβάλλεται πρόστιμο 100 ευρώ και, σε περίπτωση υποτροπής, μέχρι το τριπλάσιο του ποσού αυτού. Εάν το συγκεκριμένο παράπτωμα σημειωθεί περισσότερες από τρεις φορές, εντός του ίδιου έτους, ακυρώνεται η Πιστοποίηση.
6.4. Στην περίπτωση που διαπράττεται η παράβαση της παραγράφου 6.3, στον Φορέα Πιστοποίησης επιβάλλεται 5πλάσιο πρόστιμο από αυτό που επιβάλλεται στο Πιστοποιημένο Πρόσωπο και, στην περίπτωση ακύρωσης της Πιστοποίησης, πρόστιμο 5.000 ευρώ.
7. Ισχύς Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου τίθενται σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2014. Από την ημερομηνία αυτή, τα Δελτία Καταλληλόλητας αρχίζουν να εκδίδονται με βάση τις διατάξεις της απόφασης αυτής. Τα Δελτία Καταλληλόλητας που εκδόθηκαν με βάση τις προγενέστερες διατάξεις, αντικαθίστανται σταδιακά με νέα και η διαδικασία αντικατάστασης ολοκληρώνεται έως την 31.12.2014, ημερομηνία μετά από την οποία Δελτία Καταλληλόλητας, που έχουν εκδοθεί με τις προγενέστερες διατάξεις, παύουν να ισχύουν.".
Επειδή, από τις ως άνω διατάξεις του ν. 2206/1994 και των κανονιστικών πράξεων, που έχουν εκδοθεί κατ` εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, προκύπτει ότι η ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία των καζίνο, διέπεται από αυστηρό νομικό καθεστώς, που επιβάλλει στενό και αδιάλειπτο κρατικό έλεγχο με πρόδηλο σκοπό την προστασία των παικτών αλλά και γενικώς του κοινωνικού συνόλου από τους κινδύνους που συνεπάγεται η, κατά κρατική παραχώρηση, επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα (βλ.
Ολ. ΣτΕ 4025/1998). Ο έλεγχος αυτός, ο οποίος ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν ανωτέρω, από την Επιτροπή Εποπτείας λειτουργίας των Καζίνο, και τα διοικητικά όργανα της Διεύθυνσης Εποπτείας Καζίνο του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, αφορά τα πρόσωπα, τους χώρους, τη διεξαγωγή των παιχνιδιών, τα υλικά και τα μηχανήματα διεξαγωγής των παιχνιδιών και την προμήθειά τους, ώστε να διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η λειτουργία των καζίνο είναι απαλλαγμένη από ύποπτα, επικίνδυνα ή εγκληματικά στοιχεία, όπως άλλωστε επιβάλλει μια εκ των βασικών αρχών ίδρυσης, οργάνωσης και λειτουργίας τους ( άρθρο 8 παρ. 1 περ.
β' ν. 2160/1993). Προς επίτευξη του δημοσίου αυτού συμφέροντος σκοπού, όσον αφορά ειδικότερα τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις καζίνο, θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2206/1994, ως προϋπόθεση προσλήψεως ή απασχολήσεως σε αυτές, η προηγούμενη χορήγηση από την Επιτροπή Εποπτείας της λειτουργίας των Καζίνο διοικητικής αδείας, ήτοι Δελτίου Καταλληλόλητας, ύστερα από την υποβολή και τον έλεγχο συγκεκριμένων δικαιολογητικών των ενδιαφερόμενων να απασχοληθούν στις εν λόγω επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη διοικητική διαδικασία που ορίζεται στην Κ.Υ.Α. 1036/1995.(ΣΤΕ 215/2012).
Οι επιχειρήσεις καζίνο απαγορεύεται ν' απασχολούν προσωπικό που δεν έχει λάβει Δελτία Καταλληλόλητας, κάθε δε πρόσληψη προσωπικού στο οποίο δεν έχουν χορηγηθεί προηγουμένως τα εν λόγω δελτία είναι αυτοδικαίως άκυρη και συνεπάγεται την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για τον επιχειρηματικό φορέα που κατέχει την άδεια καζίνο.
Τα δελτία καταλληλόλητας, που είχαν εκδοθεί μέχρι 31.5.2014, δηλαδή πριν την αλλαγή του νομικού καθεστώτος, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού των καζίνο με την υπ' αριθμό 98/5/21-3-2014 απόφαση της ΕΕΕΠ (ΦΕΚ 767B/2014), που τροποποίησε εν μέρει την ως άνω ΥΑ 1036/26.5.1995,με την προσθήκη 33ου άρθρο στην ΥΑ T /6736/2003, ήταν αόριστης διάρκειας.
Μόνο δε η Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο είχε το δικαίωμα να ακυρώνει ή να ανακαλεί μονομερώς και οποτεδήποτε οποιοδήποτε Δελτίο Καταλληλόλητας χορήγησε, εφόσον διαπιστωθεί από αυτήν, μετά από νεότερη ερευνά της, που διεξήγαγε είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν καταγγελίας ότι εξέλειπε κάποια από τας προϋποθέσεις χορήγησης του(άρθρο 5 ΥΑ 1036/26.5.1995, όπως ισχύει.
Η μη τήρηση από τους κατόχους Δελτίου Καταλληλόλητας της υποχρέωσης να υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο τον μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους Υπεύθυνη Δήλωση, από την οποία θα προκύπτει, ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της κοινής υπουργικής απόφασης 1036/ 1995, δεν έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη ακύρωση ή ανάκληση του αορίστου ισχύος δελτίου καταλληλόλητας, που έχει εκδοθεί από Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο και κατέχει ο υπάλληλος του καζίνο και εν προκειμένω ο υπάλληλος των παιχνιδιών.
Και τούτο διότι αν ο νόμος ήθελε την αυτοδίκαιη ακύρωση ή ανάκληση του αορίστου ισχύος δελτίου καταλληλόλητας, σε χρονικό μάλιστα διάστημα που ο εργαζόμενος δεν προσφέρει τις υπηρεσίες του λόγω άρνησης του καζίνο να τις αποδεχθεί, οπότε και δεν τίθεται ζήτημα προστασίας του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος, θα το όριζε ρητά, όπως έχει ορίσει σε άλλες διατάξεις.
Ειδικότερα, όπως έχει ορίσει, στην περίπτωση των εργαζομένων σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος που η έλλειψη του βιβλιαρίου υγείας ή μη θεώρηση αυτού από τον εργαζόμενο μετά τη λήξη του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 §§ 1 εδ. α` & 10 εδ. β` της με αριθ.
Α1β/8557/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β` 526) "Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών", η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940, όπως η διάταξη του άρθρου 14 αντικαταστάθηκε με την με αριθ. 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β`/11.11.1992), ορίσθηκε δε ότι "όσοι ασκούν ή επιθυμούν ν` ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία ή άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του" (§ 1 εδ.
α`) και ότι "οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μην προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα, τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει αυτό σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου" {§ 10 εδ.
β` ΑΠ451/2020}. Περαιτέρω μετά την προαναφερόμενη αλλαγή του νομικού καθεστώτος τα Δελτία Καταλληλόλητας που εκδόθηκαν με βάση τις προγενέστερες διατάξεις, αντικαθίστανται σταδιακά με νέα και η διαδικασία αντικατάστασης ολοκληρώνεται έως την 31.12.2014, ημερομηνία μετά από την οποία Δελτία Καταλληλόλητας, που έχουν εκδοθεί με τις προγενέστερες διατάξεις, παύουν να ισχύουν.
Η αντικατάσταση γίνεται από το Φορέα Πιστοποίησης ενός Καζίνο που είναι ο κάτοχος της άδειας ίδρυσης λειτουργίας και εκμετάλλευσης του Καζίνο αυτού. Υπεύθυνος Πιστοποίησης είναι ο υπάλληλος (οι υπάλληλοι) του Φορέα Πιστοποίησης, που γνωστοποιούνται από αυτόν στην Ε.Ε.Ε.Π. Η πιστοποίηση του προσωπικού του καζίνο είναι αόριστης διάρκειας ενώ το δελτίο καταλληλότητας που επίσης εκδίδει από 1-6-2014 ο υπεύθυνος πιστοποίησης είναι πενταετούς διάρκειας.
Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη - καζίνο, σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, που έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου παιχνιδιών, να έχει εφοδιασθεί με το απαιτούμενο κατά το νόμο ως άνω δελτίο καταλληλόλητας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη (πρβλ ΑΠ 911/2015, ΑΠ 1320/2008), η δε αρχικά έγκυρη σύμβαση εργασίας μετατρέπεται σε άκυρη από το χρόνο λήξης του ισχύος του δελτίου καταλληλόλητας,εφόσον δεν εκδοθεί νέο δελτίο (ΑΠ1129/2018),χωρίς να έχει σημασία ποιος είναι υπαίτιος για την έλλειψη του δελτίου καταλληλόλητας ( ΔΕΝ 2012, 177 επ.
πρβλ ΑΠ 350/1995).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 324 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως και συγκεκριμένως καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλαδή την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση υπό την έννοια των περιστατικών που ήσαν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου.
Ειδικότερα, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.
Επομένως, εν όψει της διατάξεως του άρθρ. 656 Α.Κ., κατά την έννοια της οποίας όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλλει στον μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλλει κατά το ίδιο διάστημα σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως.
Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι η εγκυρότητα αυτής, διότι σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος, ούτε υποχρέωση πραγματικής απασχόλησης αυτού έχει και δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μισθούς υπερημερίας κατ` άρθρο 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 τουν.4139/2013(ΑΠ1452/2018,ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 524/2015, ΑΠ135/2014) Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη δελτίου καταλληλόλητας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του εργαζομένου, επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτής και για το μεταγενέστερο, που αναφέρεται στη νέα αγωγή, διότι η έλλειψη του δελτίου καταλληλότητας κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας, είναι μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό και δεν ήταν αναγκαίο ζήτημα για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης (ΑΠ391/2011,ΑΠ 569/1992).
Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠΟΛΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τον αναιρετικό έλεγχο προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24-3-2016 (αρ.καταθ.378/2017) αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι από το έτος 1996 οι δύο πρώτοι και από το έτος 1998 ο τρίτος, δυνάμει έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούνταν οι δύο πρώτοι ως συντηρητές τεχνικών μέσων και υλικών τυχερών παιχνιδιών και ο τρίτος ως χειριστής συστήματος εσωτερικής παρακολούθησης στο υποκατάστημα της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας στο Ρίο Αχαΐας, όπου διατηρεί επιχείρηση καζίνο.
Ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, κατήγγειλε τις μεταξύ τους συμβάσεις την 2-6-2006, οπότε οι συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονταν στο ποσό των 1.441,17€ για τον πρώτο, στο ποσό των 1.482,81€ για το δεύτερο και στο ποσό των 1.817,42€ για τον τρίτο. Ότι για τους λόγους που αναφέρουν, η απόλυσή τους υπερέβαινε τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και για το λόγο αυτό ήταν άκυρη.
Ότι η ακυρότητα της από 2-6-2006 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους αναγνωρίσθηκε με την 97/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών,η οποία εκδόθηκε επί της από 24-6-2006 (αρ. κατ.3353/2006) προγενέστερη αγωγής τους, η οποία επικυρώθηκε με την 442/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Ότι παρά ταύτα, η εναγόμενη αρνείται έως σήμερα να αποδεχθεί την εργασία τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από παραίτησή τους από μέρος των αιτημάτων τους και τροπή μέρους των λοιπών αιτημάτων τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, που παραδεκτά έλαβαν χώρα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις προτάσεις τους (άρθρα 223εδ.β, 294 295, 297 και 591 ΚΠολΔ), ζήτησαν, να υποχρεωθεί η εναγόμενη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-1-2015 κατά το οποίο έχει καταστεί υπερήμερη δανείστρια, το ποσό των 18.743,01€ στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 16.310,91€ στο δεύτερο ενάγοντα και το ποσό των 19.991,62€ στον τρίτο ενάγοντα, να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καταβάλει επιπλέον το ποσό των 43.253,07€ στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 42.386,56€ στο δεύτερο ενάγοντα και το ποσό των 58.157,44€ στον τρίτο ενάγοντα, όπως λεπτομερώς επιμερίζουν τα ανωτέρω ποσά σε μηνιαίους μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας με το νόμιμο τόκο για κάθε μηνιαίο μισθό από την έκτη εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα, για κάθε επίδομα Χριστουγέννων από την 21η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και για κάθε επίδομα Πάσχα από τη Μεγάλη Τετάρτη του ίδιου έτους, άλλως για κάθε ποσό από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί η αντίδικός τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την 503/2018 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη εν μέρει ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και στο σύνολό της ως προς τους πρώτο και τρίτο από τους ενάγοντες. Μετά δε την άσκηση της από 20-11-2018 και με αριθ. κατάθ.520/662/2018 έφεσης της εναγομένης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την ως άνω έφεση.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 150/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα παρακάτω: Οι ενάγοντες, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθησαν στο Ρίο Πατρών, προσελήφθησαν από την εναγόμενη, ο πρώτος ενάγων στις 31.5.1996, ο δεύτερος στις 6.6.1996 και ο τρίτος στις 1.12.1998, απασχολούμενοι έκτοτε σε αυτήν και ειδικότερα στο υποκατάστημα στο Ρίο Πατρών, που αποτελεί το φορέα διαχείρισης και εκμετάλλευσης του καζίνο Ρίου, οι πρώτος και δεύτερος με την ειδικότητα του συντηρητή τεχνικών μέσων και υλικών τυχερών παιχνιδιών και ο τρίτος με την ειδικότητα του χειριστή συστήματος εσωτερικής παρακολούθησης.
Όλοι τους κατά το χρόνο της πρόσληψής τους διέθεταν το δελτίο καταλληλότητας της διάταξης του αρ. 4 παρ. 3 του Ν. 2206/1994. Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά το προσήκοντα τρόπο, με συνέπεια κα επαγγελματισμό, γεγονός που δικαιολογεί εξάλλου τη μακρόχρονη απασχόλησή τους στην εναγόμενη εταιρία, που διήρκησε χωρίς προβλήματα ως τις 2.6.2006 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 2.6.2008), όταν η εναγόμενη κοινοποίησε σ' αυτούς τις από 2-6-2006 έγγραφες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους.
Εναντίον αυτών των καταγγελιών οι ενάγοντες, με την υπ' αρ. κατάθεσης δικογράφου 3353/2006 αγωγή τους, προσέφυγαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αιτούμενοι να αναγνωριστεί η ακυρότητα τους λόγω καταχρηστικότητας, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καθώς και να τους καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούσαν σε αποδοχές υπερημερίας.
Επί της αγωγής τους, εκδόθηκε η υπ' αρ. 97/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), που επικυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αρ. 442/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της εναγομένης και η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή τους, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, διατάσσοντας κατά τα λοιπά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες πριν την άκυρη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους διέθεταν δελτίο καταλληλότητας. Αυτό, μέχρι τις 31.5.2014, που ίσχυε η ΥΑ 1036/1995, ήταν αόριστης διάρκειας (άρθρ. 2 παρ. 3 και 4 παρ. 1 της ως άνω ΥΑ) και έπαυε η ισχύ του μόνο με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας Καζίνο, ενώ η παράλειψη του κατόχου υποβολής της προβλεπόμενης στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΥΑ ετήσιας υπεύθυνης δήλωσης προς την ως άνω Επιτροπή δεν επέφερε αυτοδικαίως την ακύρωση ή την ανάκληση του δελτίου καταλληλόλητας.
Για δε το χρονικό διάστημα από 1.6.2014 που, σύμφωνα με την με αρ. 98/5/21.3"2Ο14 απόφαση της ΕΕΕΠ τροποποιήθηκε εν μέρει η ως άνω ΥΑ και τέθηκε 330 άρθρο της ΥΑ Τ/6736/2ΟΟ3, τα δελτία καταλληλότητας έπρεπε να αντικατασταθούν με νέα έως την 31.12.2014, που έπαυσαν να ισχύουν, με μέριμνα του υπαλλήλου της εναγομένης, που είχε οριστεί για αυτό το σκοπό, ο οποίος όφειλε να ζητεί για κάθε εργαζόμενο τα απαραίτητα δικαιολογητικά γι' αυτό.
Διατηρήθηκε δε η υποχρέωση για ετήσια υποβολή υπεύθυνης δήλωσης των εργαζομένων προς την εναγόμενη με όμοιο περιεχόμενο με αυτό του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι οι σχετικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρες λόγω μη υποβολής της προβλεπόμενης ετήσιας υπεύθυνης δήλωσης ήταν μη νόμιμος για το μέχρι τις 31.12.2014 χρονικό διάστημα, αφού η παράλειψή της δεν επέφερε την αυτοδίκαιη ακύρωση ή ανάκληση του δελτίου καταλληλόλητας, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα κρίνεται αόριστος, αφού η εναγόμενη δεν επικαλέστηκε άρνηση των εναγόντων να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά και την υπεύθυνη δήλωση για την αντικατάστασή τους, ούτε ότι τους κάλεσε προς τούτο και ότι αυτοί αρνήθηκαν.
Τα ίδια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και ορθώς ερμήνευσε αυτόν. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το σχετικό (α) λόγο έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 6/2019 Ολ ΑΠ7/2006,ΑΠ 1/2016). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998 ΑΠ 567/2021,771/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι o προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα - εναγομένη προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 και 4 παρ.3 του Ν.2206/1994, άρθρων 1 έως 3 της υπ`αριθ.1036/26.5.1995 ΚΥΑ Υπουργών Τουρισμού και Δημόσιας Τάξης, των διατάξεων των παρ.1,3,5 και 7 του άρθρου 33 της υπ` αριθ.98/5/21.3.2014 αποφάσεως της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174,180 και 648 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις κρίνοντας ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων ήταν έγκυρες καθ` όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-1-2015, αν και αυτοί δεν είχαν υποβάλλει κατά τα έτη 2007 έως 2014,όπως είχαν υποχρέωση, την ετήσια υπεύθυνη δήλωση προς την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, από την οποία (υπεύθυνη δήλωση) να προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδ.
γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της υπ`αριθ.1036/26.5.1995 ΚΥΑ (άρθρο2 παρ.4 της υπ`αριθ.1036/26.5.1995 ΚΥΑ, 33 άρθρου 33 της υπ` αριθ.98/5/21.3.2014 αποφάσεως της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων).Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2014.Και τούτο διότι:1) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οι αναιρεσίβλητοι- ενάγοντες κατά τον χρόνο πρόσληψής τους από την αναιρεσείουσα- ενάγομένη είχαν λάβει Δελτία Καταλληλόλητας, αορίστου διάρκειας, τα οποία μετά την προαναφερόμενη αλλαγή του νομικού καθεστώτος δεν είχαν ανακληθεί ή ακυρωθεί από την μόνη προς τούτο αρμόδια Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων μέχρι και την 31-12-2014, οπότε και έπρεπε να αντικασταθούν με νέα ως εκδοθέντα με τις προγενέστερες διατάξεις, άλλως έκτοτε δηλαδή από 31-12-2014 παύουν να ισχύουν, και 2) σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, η μη τήρηση από τους αναιρεσίβλητους- ενάγοντες της ως άνω υποχρέωσης υποβολής της προβλεπόμενης στην παρ.4 του άρθρου 2 της υπ`αριθ.1036/26.5.1995 ΚΥΑ υπεύθυνης δήλωσης προς την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων δεν επιφέρει την αυτοδίκαια ακύρωση ή ανάκληση των δελτίων καταλληλόλητας αυτών, όπως ορθά δέχθηκε και η προσβαλλόμενη.
Ο πρώτος όμως λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-1-2015.Και τούτο διότι μετά την 31-12-2014, οπότε έπαυσαν να ισχύουν τα δελτία καταλληλόλητας των αναιρεσιβλήτων -εναγόντων χωρίς να αντικατασταθούν με νέα, οι αρχικά έγκυρες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλητων - εναγόντων κατέστησαν άκυρες από το επιγενόμενο περιστατικό της μη έκδοσης νέων δελτίων καταλληλόλητας, χωρίς να έχει σημασία ποιος ευθύνεται για την μη έκδοση των νέων δελτίων καταλληλόλητας καθώς και το αν οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες δεν κλήθηκαν από την αναιρεσείουσα - εναγομένη να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, μετά την αλλαγή από 1-6-1014 του νομικού καθεστώτος ως προς την διαδικασία έκδοσης των δελτίων καταλληλόλητας ή αν και κλήθηκαν αρνήθηκαν να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά.
Και τούτο διότι κατά την αληθή έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων η έκδοση του δελτίου καταλληλόλητας των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων παιχνιδιών στο καζίνο της αναιρεσείουσας - εναγομένης, αποτελεί αμοιβαία υποχρέωση τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου, η τήρηση της οποίας δεν επιτρέπεται να ματαιωθεί από την ιδιωτική βούληση ούτε από την εν γένει παράκαμψη της νόμιμης διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού, χωρίς να επιφέρει ως κύρωση την ακυρότητα της σχετικής σύμβασης (πρβλ ΑΠ1470/2018, ΑΠ 1452/2018).
Συνεπώς, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-1-2015, εφόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, διότι δεν είχε εκδοθεί το δελτίο καταλληλόλητας αυτών.
Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013 "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 359/2015).
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 223/2014).
Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017). Ούτε συνιστά κακόβουλη παράλειψη εκ μέρους του εργαζομένου η άρνηση αυτού ν` απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, εάν η εργασία που του προσφέρεται ή οι συνθήκες αυτής δεν είναι ανάλογες με τα προσόντα, τις γνώσεις ή την ειδικότητά του ή η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του εργαζόμενου στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης διακόψει την υπερημερία του, καλώντας τον εργαζόμενο ν` αναλάβει εργασία.
Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τονεναγόμενο κατά του ενάγοντα.
Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ1451/2019, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ856/2017, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1380/2004, ΑΠ 27/1988).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 656 ΑΚ .
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που αφορούν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την πρωτοδίκως προβληθείσα και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας- εναγομένης ένσταση κατ` άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων- εναγόντων περί καταβολής σε αυτούς μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας των από 2-6-2006 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους τα παρακάτω: "Περαιτέρω, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης( εννοεί την 98/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών) και πριν την άσκηση έφεσης από την εναγόμενη οι ενάγοντες ζήτησαν από την εναγόμενη να συμμορφωθεί εκουσίως στην ως άνω απόφαση και να συνεχίσει να τους απασχολεί στην ως άνω επιχείρησή της όπως πριν τις καταγγελίες.
Η τελευταία δια των νομίμων εκπροσώπων της τους διαβεβαίωνε ότι πράγματι θα τους απασχολούσε στη επιχείρησή της, πλην όμως ήθελε χρόνο προκειμένου να ολοκληρώσει τις τυπικές διαδικασίες για την επαναπασχόλησή τους. Αυτοί πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις της, δεν ήθελαν να δημιουργήσουν κλίμα όξυνσης και ανέμεναν την επαναπασχόλησή τους.
Όλως αιφνιδίως όμως η εναγόμενη άσκησε έφεση στις 21.1.2011, ήτοι πέντε ημέρες πριν την συμπλήρωση της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης. Ενόψει αυτής της κατάστασης το δικαίωμα των εναγόντων τέθηκε σε αμφισβήτηση, αφού αναβίωσε η εκκρεμοδικία σχετικά με το έγκυρό ή όχι των καταγγελιών.
Έπρεπε λοιπόν τελεσιδίκως να κριθεί το ως άνω προδικαστικό ζήτημα (εννοεί ακυρότητα των από 2-6-2006 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους), προτού οι ενάγοντες ασκήσουν δικαστικά πλέον την αξίωσή τους και υποβληθούν σε επιπλέον έξοδα για την απαίτηση καταβολής μισθών υπερημερίας. Άλλωστε και στην περίπτωση που ασκούσαν τέτοια αγωγή, το πιθανότερο ήταν να ανασταλεί η εκδίκασή της μέχρι αμετακλήτου πέρατος της δίκης περί ακυρότητας ή όχι των επίμαχων καταγγελιών.
Μετά δε την εκδίκαση της έφεσης και την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο( 442/2014 απόφαση Εφετείου Πατρών), οι ενάγοντες ζήτησαν από την εναγόμενη να τους απασχολήσει και να τους καταβάλει του μισθούς υπερημερίας, πλην όμως αυτή κώφευσε. Έτσι, οι ενάγοντες, με την από 20-1-2015 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή τους προς την αντίδικο η οποία επιδόθηκε αυθημερόν, την κάλεσαν να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους που προσέφεραν προσηκόντως, απαιτώντας επιπλέον και την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας που τους είχαν επιδικασθεί δικαστικά.
Η εναγόμενη, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους ενάγοντες, εν τέλει, κάλεσε αυτούς να επανέλθουν στην εργασία τους, κατά την ημερομηνία της 16ης Φεβρουαρίου 2015. Έτσι την προαναφερόμενη ημερομηνία οι ενάγοντες προσήλθαν εγκαίρως στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, προκειμένου να αναλάβουν υπηρεσία, αναμένοντας να τους υποδειχθούν τα καθήκοντά τους.
Ωστόσο, καμία εργασία δεν τους ανατέθηκε κατά την προσέλευση τους ούτε και κατά τις επόμενες ημέρες που οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά, παραμένοντας άπραγοι. Αυτό γινόταν, γιατί η εναγόμενη πίεζε τους ενάγοντες να παραιτηθούν από τις διεκδικήσεις των αποδοχών υπερημερίας, τόσο από τις επιδικασθείσες τελεσιδίκως όσο και από αυτές που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν στο μέλλον για τον διαδραμόντα μετά από το χρόνο που τους επιδικάσθηκαν και εφεξής μέχρι την επαναπασχόλησή τους.
Οι ενάγοντες όμως δεν υπέκυψαν στις πιέσεις της εναγομένης απαιτώντας την πραγματική απασχόλησή τους και τις επιδικασθείσες αποδοχές τους. Μάλιστα κατέστησαν σαφές στους εκπροσώπους της εναγομένης ότι θα διεκδικήσουν και τις αποδοχές υπερημερίας για τον μετέπειτα των επιδικασθεισών χρόνο. Έτσι, μετά από λίγες ημέρες, στις 24-2-2015/ αιφνιδίως η εναγόμενη τους κοινοποίησε νέες έγγραφες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους από εμπάθεια.
Επιπλέον δε, ήθελε να τους εξοντώσει οικονομικά, αφού πάλι οι ενάγοντες βρέθηκαν χωρίς εργασία, στερούμενοι άλλων πόρων διαβίωσης, εξωθώντας τους σε νέο δικαστικό αγώνα, ευελπιστώντας έτσι να κάμψει την αντίστασή τους στις απαιτήσεις της. Με βάση τα ανωτέρω δεν προέκυψε ότι ενάγοντες δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση στην εναγόμενη ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το επίδικο δικαίωμά τους.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο αγωγικό χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εδώ, οι ενάγοντες μπορούσαν ευχερώς να εργαστούν σε άλλη παρόμοια εργασία και να λαμβάνουν τις ίδιες περίπου αποδοχές, που ελάμβαναν από την εναγομένη, Ούτε αποδείχθηκε ότι, παρ' όλα αυτά, δόλια και κακόβουλα απέφυγαν να εργαστούν, κατά το ως άνω διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξουν από αυτήν μισθούς εργασίας, χωρίς να έχουν εργαστεί.
Μόνη δε η επίκληση και προσκομιδή σειράς αγγελιών που έχουν αναρτηθεί σε ιστοσελίδες εύρεσης εργασίας και μόνο όσων φαίνεται να έχουν αναρτηθεί κατά το επίδικο διάστημα, δεν αποδεικνύει κακόβουλη συμπεριφορά των εναγόντων, αφού αυτές δεν προέκυψε ότι ήταν σε γνώση των εναγόντων αλλά ούτε αποδείχθηκε ποια από τις θέσεις που περιείχαν οι αγγελίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει εκείνη που αυτοί κατείχαν στην επιχείρησή της, χωρίς να δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες στην προσφορά της εργασίας τους, ώστε η άρνησή τους να εκφράζει κακόβουλη διάθεση εκ μέρους τους.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξεύρεση άλλης εργασίας, δεν κατέστη όμως εφικτό να προσληφθούν σε εργασία ισότιμη ή ανάλογη με την εργασία που παρείχαν στην εναγομένη, ενόψει και του αυξημένου ήδη κατά το εν λόγω διάστημα ποσοστού της ανεργίας λόγω της οικονομικής κρίσης.
Επομένως δεν αδράνησαν να ανεύρουν κατάλληλη θέση εργασίας, κατά το διάστημα που ακολούθησε την καταγγελία της σύμβασης και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω η δεινή οικονομική κατάσταση της εναγομένης λόγω του μεγάλου παθητικού του ισολογισμού της, ενόψει των μεγάλων χρεών της προς το δημόσιο και τους φορείς ασφάλισης και λοιπούς πιστωτές μεταξύ αυτών και εργαζόμενούς της και της πτώσης των εσόδων της λόγω της οικονομικής ύφεσης που ήδη οδήγησε αυτήν στο άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και στην επίτευξη σχετικής συμφωνίας με τους πιστωτές της, δεν καθιστά την επιδίωξη εκ μέρους των εναγόντων των επίδικων αποδοχών υπερημερίας καταχρηστική, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που ορίζονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και το κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Άλλωστε και στα από 4.3.2014 και 28.4.2017 συμφωνητικά εξυγίανσης που υπέγραψε η εναγόμενη με τους εκπροσωπούντες άνω του 60% πιστωτών της, υπάρχει πρόβλεψη για την εξόφληση των οφειλομένων σε εργαζόμενούς της, ακόμη και για επίδικες ή αμφισβητούμενες, ώστε η άσκηση των επίδικων αξιώσεων εκ μέρους των εναγόντων να μη θέτουν σε κίνδυνο το σχέδιο εξυγίανσης, αφού έχουν ληφθεί υπόψη και να μην την καθιστά καταχρηστική".
Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας με την οποία υποστηριζόταν ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της αξίωσής του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος από 1-1-2012 έως 31-1-.2015 είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου και για τους παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους, η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων άσκηση της αξίωσής τους για καταβολή των αποδοχών τους υπερημερίας του αμέσως πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ως μη υπερβαίνουσα και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, εφόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παρέμειναν άνεργοι όχι από κακοβουλία τους, αλλά διότι δεν μπορούσαν να ανεύρουν εργασία, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν, λόγω της οικονομικής κρίσης και της αύξησης της ανεργίας .
Η δε μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος της υπερημερίας της αναιρεσείουσας εργοδότριας, για το οποίο και ζητήθηκαν με την ένδικη αγωγή αποδοχές υπερημερίας, οφείλεται στις διαβεβαιώσεις της αναιρεσείουσα - εναγομένης μετά την δημοσίευση της 97/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ότι πράγματι θα απασχολούσε τους ενάγοντες στην επιχείρησή της και στην παρότρυνσή της να μην επιδοθεί σε αυτήν η ως άνω απόφαση, κατά της οποίας τελικά η ίδια άσκησε έφεση πέντε ημέρες πριν την πάροδο της τριετίας.
Συνακόλουθα δεν καθιστά από μόνη της η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος της υπερημερίας της αναιρεσείουσας εργοδότριας την άσκηση του σχετικού δικαιώματος καταχρηστική, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες ουδέποτε έπαυσαν να ζητούν από την αναιρεσείουσα εναγομένη μετά την έκδοση της 442/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών να τους απασχολεί και να τους καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας, για τις οποίες με τη συμπεριφορά τους δεν δημιούργησαν στην αναιρεσείουσα - εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα τις διεκδικήσουν και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε ανεπάρκεια.
Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, εφόσον σε αυτές αναφέρεται ότι η δεινή οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας δεν καθιστά την διεκδίκηση των αποδοχών υπερημερίας καταχρηστική, επειδή δεν θέτουν σε κίνδυνο το σχέδιο εξυγίανσης της εναγομένης, όπως αυτό αποτυπώνεται στα από 4-3-2014 και 28-4-2017 συμφωνητικά, που υπογράφησαν με την εναγομένη και τους εκπροσωπούντες άνω του 60% πιστωτών της.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη πότε, με ποιον τρόπο και σε ποια όργανα της αναιρεσείουσας - εναγομένης απευθύνθηκαν οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες ζητώντας τις αποδοχές υπερημερίας από 1-1-2007. Κατά τα λοιπά με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις προσβάλλεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως ο δεύτερος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η 150/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που έκρινε, ότι ήταν έγκυρες οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-1-2015 και επιδίκασε σε αυτούς για το εν λόγω χρονικό διάστημα αποδοχές υπερημερίας. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση,κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Πατρών), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν κατά το σχετικό της αίτημα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. ι και 183 ΚΠολΔ, ΑΠ710/2016, ΑΠ1520/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 150/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Πατρών) που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ