Legislator Case Law & Legislation
2014/2019 AI generated

2014/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2014/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2014/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τους να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεών του.

Keywords

AI generated
anti-pollution device gas appliances landfill permit emission reduction certificate thermal discharge pollution control measures
AI generated
1928/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
951/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1197/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1277/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2046/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2014 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2014/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κονδύλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.5.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 879/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 22-5-2019 αίτηση αναίρεσης (αρ.πρ. 2/2019) του Κ. Κ. του Ν., για αναίρεση της απόφασης 43/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών , ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1650/1986 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τους ν. 3937/2011 και ν. 4042/2012), με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ή τις διατάξεις των διαταγμάτων, υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον.

Κατά την παρ. 2 του όρθρου 28, όταν τα εγκλήματα της παρ. 1 τελούνται από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα εγκλήματα της παρ. 1, αν από το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή από την έκταση και τη σημασία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δημιουργήθηκε κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, ενώ, αν επήλθε σωματική βλάβη ή θάνατος ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.

Επίσης, κατά την παρ. 5 αυτού, οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος.

Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τους να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεών του.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν. 1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες.

Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. "Προστασία του περιβάλλοντος" είναι το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, τη διατήρηση και τη βελτίωση του. "Φυσικοί πόροι" είναι κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο. "Απόβλητα" είναι κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση. "Ουσίες" είναι χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς.

Και "επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον.

Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 28 του ν. 1650/1986 προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρύπανσης" ή "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ), που έχουν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση.

Επιπλέον, η διακρίβωση της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν αφήνεται στην αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά προβλέπεται να γίνεται μόνο από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται, διενεργούν ελέγχους και εργαστηριακές εξετάσεις με προδιαγεγραμμένες μεθόδους και διατυπώνουν το πόρισμά τους με βάση τις κείμενες διατάξεις.

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 11, 25 και 26 του ν. 1650/1986, καθορίζουν (αλλά και παραπέμπουν για τον καθορισμό σε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις), τις αρμόδιες αρχές για την διεξαγωγή των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων (στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ΕΥΕΠ), για τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας της ατμόσφαιρας, για τις μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσής τους, για την προστασία του εδάφους, ιδίως από επικίνδυνα απόβλητα, και για τον Ενιαίο Φορέα Περιβάλλοντος (Ε.Φ.Ο.Π.), ο οποίος, μεταξύ άλλων, καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας περιβάλλοντος και τις οριακές τιμές αποβλήτων και τα κλιμάκια ποιότητας περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ).

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι συνιστούν ρύπανση οι ρύποι εκείνοι, που, κατά το άρθρο 2 του ν. 1608/1986, εξαιτίας της ποσότητας, της συγκέντρωσης και της διάρκειας τους, είναι δυνατό να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, τη φυσική, διανοητική και κοινωνική ευεξία του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού ή στους ζωντανούς οργανισμούς και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ενώ, για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απαιτείται ρύπανση με την προαναφερόμενη έννοια ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων..., όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 1650/1986. (Α.Π. 270/2015, 2046/2018).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε αποσπασματική και επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων στο σύνολο τους για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού & αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται αναιρετικά η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για τη ουσία της υπόθεσης.

Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την προσβαλλόμενη 43/2019 απόφαση του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του ενόχους για την πράξη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, με τριετή αναστολή.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται κατ' είδος, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη θέση "..." της Δ. Δ. ... την 29-2-2012, προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος δια πράξεως ή παραλείψεως η οποία αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή την κατ εξουσιοδότηση των εκδιδομένων διαταγμάτων και Υπουργικών ή Νομαρχιακών αποφάσεων και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, στην επιχείρηση πυρηνελουργείο με την επωνυμία "...

Α.Ε.", της οποίας ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι (Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος) και επομένως είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων περί προστασίας του περιβάλλοντος, διαπιστώθηκε ότι : Για τις ανάγκες του πυρηνελουργείου, είχε δημιουργηθεί χώρος έκτασης περίπου 12 στρεμ. στον οποίο γινόταν εναπόθεση των υγρών ελαιοπυρήνων (αποβλήτων των ελαιοτριβείων, που αποτελούσαν την πρώτη ύλη επεξεργασίας της επιχείρησής τους για παραγωγή πυρηνέλαιου και πυρηνόξυλου), χωρίς να έχουν ληφθεί όλα τα τεχνικά μέτρα για το περιορισμό και έλεγχο των οσμών, καθότι η αποθήκευση του ελαιοπυρήνα των ελαιοτριβείων (πρώτη ύλη) και του παραγόμενου πυρηνόξυλου δεν γινόταν σε κατάλληλους στεγασμένους χώρους, όπως ήταν ο τεχνικά ενδεδειγμένος και προβλεπόταν από τη σχετική άδεια (Δ1.2 και Δ1.4 της ΑΕΠΟ που εγκρίθηκαν με την .../9-11-10 απόφαση Γεν.

Γραμ. Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδας), αλλά σε ανοιχτό χώρο, ο δε χώρος όπου γίνεται η εκκένωση των εκχυλιστηρίων ήταν ανοιχτός και όχι περικλεισμένος με υπόστεγο κατάλληλου ύψους και πλάτους, όπως θα έπρεπε να γίνεται (Δ1.10 της ΑΕΠΟ), ώστε να εμποδίζεται η ανάδυση των οσμών κατά το άνοιγμα των εκχυλιστηρίων, χωρίς επίσης να υπήρχε σύστημα συλλογής ομβρίων υδάτων και στραγγισμάτων από την αποθήκευση των ελαιοπυρήνων, όπως θα έπρεπε (Δ2 της ΑΕΠΟ), με αποτέλεσμα να προκαλείται υποβάθμιση του περιβάλλοντος από την ανάδυση των οσμών σε μεγάλη έκταση, προξενώντας αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων κυρίως και πρωτίστως του ... (απέχον 2 χλμ) και δευτερευόντως του πιο απομακρυσμένου … (απέχον 6 χλμ) με την υποβάθμιση αυτής, φτάνοντας σε σημείο ώστε οι κάτοικοι να μην δύνανται να κυκλοφορήσουν έξω από τις οικίες τους ή να απολαύσουν το φυσικό κάλλος της περιοχής, χωρίς τη δυσάρεστη αίσθηση της έντονης δυσοσμίας που κατέκλυζε την περιοχή.

Χαρακτηριστική δε είναι και η απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, λέγοντας σχετικά : "...Όταν φυσάει σταματάμε λειτουργία. Ορισμένες φορές γίνεται αναστροφή μετά το νότιο άνεμο. Σημασία για εμάς είναι να μην ενοχλείται ο κόσμος. Οι εργαζόμενοι μου είναι από το .... Όταν πάει χωριό ... έχουν εντολή να το κλείνουν και το κάνουν αυτόματα.", από την οποία συνάγεται αβίαστα η έντονη όχληση των κατοίκων συνεπεία της οποία επήλθε υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των.

Άλλωστε, γι' αυτό το λόγο και οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους, με μέτρο που έλαβαν μετά (φίλτρα με αντιοσμητικά τζελ, κλείσιμο των εκχυλιστηρίων κ.α.), ενέργειες για τις οποίες θα πρέπει να τους αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ., ότι δηλαδή έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξαν να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ενόχους τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 §2 δ'του Π.Κ) του ότι: "Στη θέση ... της Δ.Δ. ... Δ. Πύργου την 29-2-2012, προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος δια πράξεως ή παραλείψεως η οποία αντιβαίνει στις διατάξεις των κατ εξουσιοδότηση του νόμου 1650/1986 εκδιδομένων διαταγμάτων και Υπουργικών ή Νομαρχιακών αποφάσεων και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, στην επιχείρηση πυρηνελουργείο με την επωνυμία "...

Α.Ε." της οποίας ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι και επομένων είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων περί προστασίας του περιβάλλοντος, διαπιστώθηκαν τα κάτωθι: Για τις ανάγκες του πυρηνελουργείου, έχει δημιουργηθεί από την ιδιοκτήτρια εταιρεία χώρος έκτασης περίπου 12 στρεμ.

στον οποίο γίνεται εναπόθεση των υγρών ελαιοπυρήνων, δίχως να είχαν ληφθεί όλα τα τεχνικά μέτρα για το περιορισμό και έλεγχο των οσμών ως ακολούθως: α) δεν τηρούνται οι όροι Δ1.2 και Δ1.4 της ΑΕΠΟ, καθότι η αποθήκευση του ελαιοπυρήνα των ελαιοτριβείων (πρώτη ύλη) και του παραγόμενου πυρηνόξυλου δεν γίνεται σε κατάλληλους στεγασμένους χώρους, β) Δεν τηρούνταν ο όρος Δ1.10 της ΑΕΠΟ, καθότι ο χώρος όπου γίνεται η εκκένωση των εκχυλιστηρίων είναι ανοιχτός και όχι περικλεισμένος με υπόστεγο κατάλληλου ύψους και πλάτους, ώστε να εμποδίζεται η προς τα πάνω διασπορά των σωματιδιακών εκπομπών και των οσμών κατά το άνοιγμα των εκχυλιστηρίων, γ) Δεν είχαν ληφθεί όλα τα τεχνικά μέτρα για τον περιορισμό των οσμών για τα υγρά απόβλητα και όμβρια, δηλαδή δεν τηρούνταν ο όρος Δ2 της ΑΕΠΟ, καθότι κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε σύστημα συλλογής ομβρίων υδάτων και στραγγισμάτων από την αποθήκευση των ελαιοπυρήνων, με αποτέλεσμα να προκαλείται έντονη δυσοσμία και να υποβαθμίζουν το περιβάλλον".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικό περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικό μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτό και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρονται, κατά τρόπο αναλυτικό, τα περιστατικά εκείνα που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την παράβαση της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, από μέρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που προέρχονται από τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις της επιχείρησης (πυρηνελουργείου) που έχει εγκαταστήσει στην προαναφερόμενη περιοχή .Ειδικότερα , η απόφαση δέχθηκε, ότι γινόταν υποβάθμιση του περιβάλλοντος από την εναπόθεση των αποβλήτων των ελαιοτριβείων (υγρών ελαιοπυρήνων) επιφανειακά σε ακάλυπτο χώρο της επιχείρησης και όχι σε στεγασμένο χώρο , για τον περιορισμό και έλεγχο των οσμών , όπως προβλεπόταν άλλωστε και από τη σχετική άδεια λειτουργίας της .

Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ποια διάταξη νόμου, διάταγμα ή απόφαση υπουργού προβλέπει τα ανώτατα όρια ρύπων, πως καθορίσθηκαν αυτά και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε υπέρβαση αυτών, σε ποιο επίπεδο και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο έγινε η υπέρβαση, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων , αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει, κατά την κατηγορία και τις παραδοχές της απόφασης, υπέρβαση των ορίων των ρύπων, αλλά υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με ενέργειες του υπαιτίου αναιρεσείοντος, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου (ΑΠ 270/2015Μ 2046/2018 πιο πάνω).

Ενώ, δεν ήταν αναγκαίο, επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό η ενέργεια του αναιρεσείοντος επέδρασε δυσμενώς στην οικολογική ισορροπία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, αλλά αρκεί η παραδοχή ότι η εναπόθεση των αποβλήτων (υγρών ελαιοπυρήνων) δεν γινόταν σε στεγασμένους αλλά σε ακάλυπτους χώρους, με αποτέλεσμα να προκαλείται εκ του λόγου τούτου υποβάθμιση του περιβάλλοντος από την ανάδυση οσμών σε μεγάλη έκταση, προξενώντας αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής , η οποία έφτανε στο σημείο, ιδιαίτερα για τους κατοίκους του ... (σε απόσταση 2 χιλιομέτρων), να μη μπορούν να κυκλοφορήσουν λόγω της έντονης δυσοσμίας που κατέκλυζε την περιοχή .

Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (κατ'ορθότερη εκτίμηση) με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικών λόγων από τις πιο πάνω διατάξεις, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.5.2019 (με αριθμό πρωτ. 2/2019) αίτηση του Κ. Κ. του Ν. για αναίρεση της αποφάσεως 43/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ