2014/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2014/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παρασιώπηση συνίσταται σε παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων. Η απόκρυψη και η παρασιώπηση πρέπει να είναι αθέμιτες. Αθέμιτη, όμως, μπορεί να είναι η παράλειψη μόνο, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς ενέργεια. Τέτοια υποχρέωση μπορεί να πηγάζει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργεια του υπαιτίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2014 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2014/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5085/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2018 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13 Μαρτίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …60/13-3-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …8/18.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η υπ'αριθμ. 5085/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών• και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού.
Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων.
Η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη. Η απόκρυψη αληθινών γεγονότων συνιστά θετική συμπεριφορά, με την οποία μεταβάλλεται η πραγματική κατάσταση και ο πλανώμενος παρεμποδίζεται να λάβει γνώση της αλήθειας.
Η παρασιώπηση συνίσταται σε παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων. Η απόκρυψη και η παρασιώπηση πρέπει να είναι αθέμιτες. Αθέμιτη, όμως, μπορεί να είναι η παράλειψη μόνο, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς ενέργεια. Τέτοια υποχρέωση μπορεί να πηγάζει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργεια του υπαιτίου.
Η υποχρέωση αυτή μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 του ΑΚ επιβαλλόμενη στον συναλλασσόμενο συμπεριφορά κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 98 του ΠΚ, το οποίο έχει θεσπιστεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, οι οποίες απέχουν χρονικά μεταξύ τους, προσβάλλουν διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους (ενότητα δόλου του δράστη).
Έτσι, προκειμένου περί απάτης, υπάρχει μία πράξη και όχι περισσότερες, εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν, συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Αντίθετα, υπάρχουν περισσότερες πράξεις, οι οποίες, αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους, αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον εξαπατηθέντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης αυτού, η οποία προκαλείται από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του υπαιτίου.
Έτσι, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές από τον εξαπατηθέντα, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή επιδόματος, μισθού κλπ, συντρέχει περίπτωση κατ' εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, όταν η αρχική παραπλάνηση του παθόντος πραγματώθηκε με τη θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, στη συνέχεια, όμως, ο υπαίτιος, παρόλο που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, απορρέουσα από προηγούμενη ενέργειά του, συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης εγκληματικού αποτελέσματος, ή από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παραλείπει, εκμεταλλευόμενος και την υφιστάμενη αρχική πλάνη του παθόντος και αξιοποιώντας τις προηγηθείσες επιζήμιες περιοδικές περιουσιακές διαθέσεις του τελευταίου προς αυτόν, να ανακοινώνει στον παθόντα το αληθινό γεγονός και να προκαλεί, εξαιτίας της παράλειψης αυτής, νέα πλάνη, δηλαδή παράσταση στη συνείδηση του παθόντος, μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα ως προς συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό και συνιστάμενη στο ότι ο υπαίτιος εξακολουθεί να είναι δικαιούχος των επιζήμιων περιοδικών περιουσιακών διαθέσεων, στις οποίες συνεχίζει να προβαίνει ο παθών χωρίς υποχρέωση.
Ειδικότερα, επί απάτης που τελέστηκε με την υποβολή πλαστών πιστοποιητικών δια της ψευδούς παράστασης ότι πρόκειται περί γνησίων, με σκοπό την πρόσληψη ή την υπηρεσιακή αναβάθμιση υπαλλήλου, χρόνος τέλεσης της εν λόγω πράξης είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης και των πλαστών δικαιολογητικών (ήτοι ο χρόνος πραγμάτωσης της αρχικής συμπεριφοράς), ως και ο χρόνος κάθε παρασιώπησης πριν από τη μηνιαία καταβολή του μισθού, που συνιστά κάθε φορά νέα πράξη απάτης, δεδομένου ότι κάθε νέα καταβολή θεμελιώνεται στην παράλειψη του δράστη να την αποτρέπει, δημιουργώντας έτσι νέα πλάνη στον παθόντα περί του δικαιώματος εκείνου (δράστη) επί του μισθού, αν και έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτροπή της τουλάχιστον από την προγενέστερη επικίνδυνη ενέργειά του (αρχική απάτη) αλλά και από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οπότε πρόκειται για απάτη κατ' εξακολούθηση.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ειδική αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, 5085/2017, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, τα εξής: ".....κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνο και τόπο, ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των όσων κατηγορείται και διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας.
Ειδικότερα στην Αθήνα-Αττικής από την 1-1-2011 και κατόπιν μέχρι της άνευ της θελήσεώς του αποκαλύψεως της πράξης του και μέχρι τότε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη.
Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκειμένου να κατέχει τη θέση του υπαλλήλου στον κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο Δήμο Αθηναίων, παρέλειψε να ανακοινώσει στους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, του προαναφερθέντος Δήμου, ότι ο τίτλος απολυτηρίου του Λυκείου … με αριθμ.
πρωτ. …4/27/6/81 είναι μη γνήσιος-πλαστός, τον οποίο είχε προσκομίσει μετά την με αριθμ. πρωτ. …8/14.9.1995 αίτησή του για τη μετάταξή του από τον κλάδο ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας στον κλάδο ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας και το οποίο ήταν και το απολύτως απαραίτητο τυπικό στοιχείο για να γίνει δεκτή η αίτησή του, η οποία και τελικά έγινε δεκτή δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/15.12.1995 πρακτικού του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του αρ. 8 του Ν. 2307/95 και η μετάταξη δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 26/15.2.1996, απαραίτητη δε προϋπόθεση γι' αυτήν ήταν η ύπαρξη του συγκεκριμένου τίτλου σπουδών, αν και η αλήθεια που γνώριζε και αποδείχθηκε μετά από έρευνα ήταν ότι το απολυτήριο ήταν πλαστό, με αποτέλεσμα να διατηρεί και να κατέχει τη θέση του υπαλλήλου στον κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο Δήμο Αθηναίων, λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των 18.706,76 ευρώ που συνίσταται η διαφορά μεταξύ των αποδοχών του κατηγορουμένου, ως υπαλλήλου του Κλάδου ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας για τα έτη 2011 έως 2015, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 104.151,69 ευρώ με τις αποδοχές του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου του Κλάδου ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας, για τα έτη 2011 έως 2015, που ανέρχονται στο ποσό των 84.444,93 ευρώ.
Περαιτέρω σε σχέση με τους υποβληθέντες υπό του κατηγορουμένου αυτοτελείς ισχυρισμούς λεκτέα τα ακόλουθα: Επειδή ναι μεν δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημιά που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη την οποία παραπείσθηκε να διαπράξει, πλην αυτό προϋποθέτει ότι η αντιπαροχή είναι νόμιμη.
Στην περίπτωση π.χ. όταν κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο, πετύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει αυτή τη θέση και συνεπώς να παρέχει τις υπηρεσίες που παρέχει, όποιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και τα νόμιμα προσόντα και προσελήφθη εκ του λόγου αυτού παρανόμως, δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η ζημιά του δημοσίου από την καταβολή σ' αυτόν αποδοχών της θέσεως που παρανόμως κατέλαβε έχει ισοσταθμισθεί από την παροχή της μη νόμιμης εργασίας του και ότι επομένως δεν έχει τελεστεί το έγκλημα της απάτης .....
Συνεπώς είναι μη νόμιμος κι εντεύθεν απορριπτέος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ζημιά του Ελληνικού Δημοσίου από την καταβολή της μισθοδοσίας του, αντισταθμίστηκε από την ίσης αξίας αντιπαροχή της εργασίας του, ακριβώς επειδή η αντιπαροχή, παρασχεθείσα χωρίς τα νόμιμα προσόντα, είναι παράνομη και δεν μπορεί να αντισταθμίσει την επελθούσα ζημιά, απορριπτομένου αυτού του αυτοτελούς ισχυρισμού.
Όσον αφορά την παραγραφή, είναι απορριπτέος και αυτός ο αυτοτελής ισχυρισμός, αφού το αδίκημα είναι κατ' εξακολούθηση απάτη, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του οποίου πραγματώθηκε καθ' όλο το χρονικό διάστημα απέκρυβε την αλήθεια για την πλαστότητα του τίτλου σπουδών, παραλείποντας να δηλώσει ότι το απολυτήριο ήταν πλαστό και διατηρώντας την προκληθείσα πλάνη".
Στη συνέχεια, το ως άνω άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία κατ' εξακολούθηση, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι:
Στην Αθήνα - Αττικής, από την 01.01.2011 κ.ε., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και τους αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, η ζημία δε που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη και ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και τους αυτού εγκλήματος, προκειμένου να κατέχει τη θέση του υπαλλήλου στο κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο Δήμο Αθηναίων, παρέλειψε να ανακοινώσει στους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού του ως άνω Δήμου, ότι ο τίτλος απολυτηρίου του λυκείου ...
με αριθμό πρωτ. …./27/6/81 είναι μη γνήσιος - πλαστός, τον οποίο είχε προσκομίσει μετά την με αριθμό πρωτ. …..8/14.09.1995 αίτησή του για τη μετάταξή του από τον κλάδο ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας στον κλάδο ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας και το οποίο ήταν και το απολύτως απαραίτητο τυπικό στοιχείο για να γίνει δεκτή η αίτησή του, η οποία και τελικά έγινε δεκτή δυνάμει του υπ' αριθ. 21/15.12.1995 πρακτικού του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του αρ. 8 του Ν. 2307/95 και η μετάταξη δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 26/15.2.1996, αν και η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι το ως άνω απολυτήριο Λυκείου με τα προσωπικά του στοιχεία ήταν πλαστό, πέτυχε δε με την παρασιώπηση της αλήθειας, να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού του ως άνω Δήμου και να κατέχει και να διατηρεί τη θέση του υπαλλήλου στο κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο Δήμο Αθηναίων, λαμβάνοντας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα το συνολικό χρηματικό ποσό των 18.706,76 ευρώ, το οποίο αποτελεί την ιδιαιτέρως μεγάλη περιουσιακή ωφέλεια του κατηγορουμένου, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του Δήμου Αθηναίων.
Μάλιστα, το ως άνω συνολικό χρηματικό ποσό, των 18.706,76 ευρώ, το οποίο αποτελεί το ύψος της οικονομικής ζημίας που φέρεται ότι υπέστη ο Δήμος Αθηναίων, συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών του κατηγορουμένου, ως υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας για τα έτη 2011 έως 2015, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 104.151,69 ευρώ με τις αποδοχές του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου του κλάδου ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας, για τα έτη 2011 έως 2015, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 84.444,93 ευρώ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ. 1β'-α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ο τρόπος τέλεσης της ως άνω πράξης κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων, που είχε μεταταχθεί, μετά από αίτησή του, από τον κλάδο ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων στον κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο ίδιο Δήμο με τη χρήση του με αρ.
πρωτ. …4/27/6/81 μη γνησίου-πλαστού τίτλου σπουδών (απολυτηρίου του Λυκείου ...), προκειμένου να συνεχίσει να κατέχει τη θέση του υπαλλήλου στον κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο Δήμο Αθηναίων και να λαμβάνει τις υψηλότερες, έναντι των υπαλλήλων του κλάδου ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας του ίδιου Δήμου, αποδοχές, παρέλειπε εξακολουθητικά, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2011 μέχρι 2015, να ανακοινώνει στους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του ως άνω Δήμου τα αληθινά γεγονότα, με αποτέλεσμα, παρασιωπώντας κατά τα άνω την αλήθεια, να παραπλανά αυτούς, ώστε να συνεχιστεί, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, η καταβολή σ' αυτόν των υψηλότερων, κατά το συνολικό ποσό των 18.706,76 ευρώ, αποδοχών και να αποκομίσει αυτός αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος με ισόποση ιδιαίτερα μεγάλη ζημία της περιουσίας του εν λόγω Δήμου, παραδοχές με βάση τις οποίες στοιχειοθετείται η παραπάνω αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί μεν, σε σχέση με την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, επανάληψη του διατακτικού της, πλην, όμως, αμφότερα, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, περιέχουν αναλυτικά και με τόση πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της, ενώ, άλλωστε, περιέχει και πρόσθετες σκέψεις επί υποβληθέντων ισχυρισμών του κατηγορουμένου, οπότε είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Οι ειδικότερες επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) Τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων έβλαψε την περιουσία του προαναφερόμενου Δήμου με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών γεγονότων και ότι παρέλειπε την ανακοίνωση αυτών στους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του ως άνω Δήμου Αθηναίων.
Η φράση στον τρίτο, από το τέλος, στίχο του σκεπτικού, ότι ο αναιρεσείων "απέκρυβε την αλήθεια" δεν αποτελεί παραδοχή, ως τρόπου τέλεσης της απάτης, της αθέμιτης απόκρυψης, που συνιστά, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, θετική συμπεριφορά, αφού στη συνέχεια του σκεπτικού (στο δεύτερο, από το τέλος αυτού, στίχο), διαλαμβάνεται η επεξηγηματική φράση "παραλείποντας να δηλώσει", η οποία σημαίνει παραδοχή της παρασιώπησης, ως τρόπου τέλεσης της απάτης, μη δημιουργουμένης οποιασδήποτε αντίφασης από τις παραδοχές αυτές, β) από τη συλλογιστική του σκεπτικού, το οποίο μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτουν οι παραδοχές, τόσο της ύπαρξης ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος (απορρέουσας από την περιγραφόμενη προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά του της ψευδούς παράστασης, ως εγκύρου, του απολυτηρίου του Λυκείου …), να μην παραλείπει να ανακοινώνει στους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του ως άνω Δήμου τα αληθινά γεγονότα, όσο και της χωριστής κάθε φορά (με κάθε εξακολουθητική παρασιώπηση της αλήθειας) παραπλάνησης αυτών, ως υπαλλήλων του εν λόγω Δήμου, να συνεχίσουν την καταβολή των αποδοχών αυτού (αναιρεσείοντος) ως υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων για το χρονικό διάστημα των ετών 2011 μέχρι 2015 και γ) ορθά και αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί εξάλειψης του αξιοποίνου με παραγραφή, στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εξακολουθητική παρασιώπηση της αλήθειας δεν θεμελιώνει αυτοτελή απάτη αλλά διατήρηση της αρχικής πλάνης, η οποία είχε επέλθει στους αρμόδιους για τη μισθοδοσία του υπαλλήλους κατά τα έτη 1995-1996 με την κατά το χρόνο εκείνο εκ μέρους του κατάθεση του προμνημονευόμενου πλαστού απολυτηρίου Λυκείου, οπότε, όπως αυτός αβάσιμα διατείνεται, είχε ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης, ενώ, αντίθετα, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι επίδικες προπεριγραφόμενες εξακολουθητικές πράξεις απάτης (τελεσθείσες με παράλειψη-παρασιώπηση της αλήθειας), αναγόμενες στο χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως 2015, δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, όλοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και την απόρριψη του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής, καθώς και για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 98 και 386 παρ. 1β'-α' του ΠΚ, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο άποψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Όμως, κατά τη γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τζιούβα, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.
Στο ως άνω έγκλημα της απάτης, η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικώς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.
Η παραπλάνηση, γενόμενη είτε με πράξη είτε με παράλειψη, πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση πλάνης σε άλλον ή στη διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ' αυτόν από τον δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους στη διάταξη τρόπους τελέσεως της απάτης. Άλλωστε, ως διατήρηση πλάνης, δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά η παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο παραπλανώμενος θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί.
Περαιτέρω, ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, ενόψει και του άρθρου 17 του Π.Κ., συμπίπτει με το χρόνο, κατά τον οποίο ο δράστης, ενεργώντας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, πραγμάτωσε και τελικώς ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος, οπότε ο παραπλανηθείς προέβη στη ζημιογόνο ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή, καθώς και ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης του παθόντος, οπότε και θεωρείται συντελεσθείσα η απάτη.
Τέλος, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως.
Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ., τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.
Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν εξαιτίας της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Ακόμη, οι μετά την παραπλάνηση και εξαπάτηση του παθόντος ψευδείς παραστάσεις ή αθέμιτες αποκρύψεις ή παρασιωπήσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που ήδη πέτυχε με την αρχική εξαπάτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν νέες κατ' εξακολούθηση πράξεις απάτης, αν δεν προκαλείται και νέα, διαφορετική, βλάβη στην περιουσία του παθόντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αφενός μεν δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου δε προέβη σε εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 386 παρ. 1 του Π.Κ.
και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, υπάλληλος στο Δήμο Αθηναίων, προκειμένου να επιτύχει τη μετάταξή του από τον κλάδο ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας στον κλάδο ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας, για την οποία ήταν απολύτως απαραίτητο ως τυπικό στοιχείο το απολυτήριο Λυκείου, είχε προσκομίσει, μετά την υπ' αριθμ.
πρωτ. …98/14-9-1995 αίτησή του για μετάταξη, η οποία έγινε δεκτή με το υπ' αριθμ. …1/15-12-1995 πρακτικό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 8 του Ν. 2307/1995 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 26/15-2-1996, το απολυτηρίου του Λυκείου … με αριθμό πρωτ. …4/27-6-1981, που ήταν πλαστό και ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 2011 μέχρι και του έτους 2015, παρέλειψε να ανακοινώσει στους αρμοδίους υπαλλήλους του προαναφερθέντος Δήμου ότι ο ως άνω τίτλος του απολυτηρίου του Λυκείου … ήταν πλαστός, με αποτέλεσμα να διατηρεί και να κατέχει τη θέση του υπαλλήλου στον κλάδο ΔΕ2 Εποπτών Καθαριότητας στο Δήμο Αθηναίων, λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των 18.706,76 ευρώ που συνίσταται η διαφορά μεταξύ των αποδοχών του κατηγορουμένου, ως υπαλλήλου του Κλάδου ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας για τα έτη 2011 έως 2015, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 104.151,69 ευρώ με τις αποδοχές του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου του Κλάδου ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας, για τα έτη 2011 έως 2015, που ανέρχονται στο ποσό των 84.444,93 ευρώ.
Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προσκόμισε το πλαστό απολυτήριο Λυκείου του Δήμου …ν στο αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο που θα αποφάσιζε την μετάταξή του από τον κλάδο ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας στον κλάδο ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας κατά το έτος 1995 και κατά συνέπεια ότι τότε παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους ότι είχε απολυτήριο Λυκείου και τους παραπλάνησε να δεχθούν την αίτησή του και να τον μετατάξουν, με συνέπεια από τη μετάταξή του να δικαιούται και να λαμβάνει τις υψηλότερες αποδοχές των υπαλλήλων του κλάδου ΔΕ Εποπτών Καθαριότητας έναντι των αποδοχών των υπαλλήλων του κλάδου ΥΕ Επιστατών Καθαριότητας, εντούτοις, τον καταδικάζει για κατ' εξακολούθηση απάτη που τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 μέχρι το έτος 2015 με παράλειψη να ανακοινώσει στους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου Αθηναίων ότι το απολυτήριο του Λυκείου ….
που είχε προσκομίσει για την μετάταξή του ήταν πλαστό, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει τις κατ' ιδίαν μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης που τον καταδίκασε, την νέα πλάνη που προκλήθηκε από την κάθε μερικότερη πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης που τον καταδίκασε και την νέα βλάβη που προκλήθηκε στον παθόντα από την κάθε μερικότερη πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης που τον καταδίκασε, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκαν οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 του Π.Κ., δηλαδή να μην μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται μία πλάνη και μία παραπλάνηση με διατήρηση της πλάνης και της παραπλανήσεως και κατά τα έτη 2011 μέχρι 2015, η αν δέχεται νέες πλάνες και νέες παραπλανήσεις κατ' εξακολούθηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από του έτους 2011 μέχρι το έτος 2015 και σε τι ακριβώς συνίσταται η κάθε μία μερικότερη πράξη παραπλανήσεως και απάτης κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και ποία η βλάβη που επέφερε η κάθε μερικότερη πράξη απάτης κατ' εξακολούθηση και αν αυτή είναι διαφορετική από την βλάβη που επέφερε η αρχική εξαπάτηση με το πλαστό απολυτήριο Λυκείου που έγινε με την μετάταξη του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 1995 - 1996.
Επομένως, κατά την κρίση του μειοψηφούντος μέλους του παρόντος Δικαστηρίου, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 98 και 386 είναι βάσιμοι και θα έπρεπε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία την από 9-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-3-2018) του Γ. Σ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 5085/6-10-2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ