2014/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2014/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Full text
Απόφαση 2014 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2014/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ασπασία Καρέλλου και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Β. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καρέλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, κατοικοεδρεύοντα στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 24/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή θα παύσει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10/7/1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10/ 7/2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2/4/2003 και 19/7/2004 αντίστοιχα).
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με το άρθρο 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει, ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112 /1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από την εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.
ΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχολήσεως από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πριν από την έναρξη ισχύος, α) της ως άνω Οδηγίας 1999/70 / ΕΚ, β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18/4/2001 (ΦΕΚ Α'85/2001 ) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 64/2004, που άρχισε να ισχύει από 19/7/2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, συνεχίζουν και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι οι συμβάσεις αυτές (έργου ή εργασίας) είχαν ήδη προσλάβει, κατά τον χρόνο που, εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, αν η πρόσληψη του προσωπικού του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (με την έννοια που προεκτέθηκε), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που προβλέπουν την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/1994, (ΦΕΚ 115 Α') και 55/1998 (ΦΕΚ 292 Α.), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997.
Στην προκείμενη περίπτωση, επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία εξέθετε, ότι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, όπως κατ' επίφαση αυτές επιγράφονταν, που κατάρτισε εγγράφως με το εναγόμενο από τον Μάρτιο του 1999 έως και 31/12/2003, προσλήφθηκε από το τελευταίο για να απασχοληθεί ως καθαρίστρια των χώρων των υπηρεσιών του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος ( ΠΤΑ-ΠΔΕ) καλύπτοντας με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 9/10/2004, οπότε απολύθηκε χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, ως καθαρίστρια, στον ίδιο τόπο και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με σύμβαση εργασίας αορίστου πλέον χρόνου, στην οποία μετατράπηκαν οι άνω έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις "έργου" που έγιναν σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν.2112/1920, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενόμενης την 9/10/2004 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας ενός έτους, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε έφεση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε, ότι με την κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου που συνήψε κατ' επίφαση η ενάγουσα με το εναγόμενο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως "συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου" έγιναν από το εναγόμενο αδικαιολόγητα, για να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα της ενάγουσας από έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, "ερμήνευσε εσφαλμένα τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920,οι οποίες εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέες, όπως επίσης και των άρθρων 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και 5 και 11 του π.δ.164 / 2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες ...".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε στην ένδικη υπόθεση τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112 /1920 και των άρθρων 671 και 281 ΑΚ., οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, οι διαδοχικές συμβάσεις "έργου" ορισμένου χρόνου της ενάγουσας με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο καταρτίσθηκαν από τον Ιανουάριο του 1999 και εντεύθεν, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (έναρξη ισχύος 10/7/2001 ) των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (έναρξη ισχύος 18/4/2001) και του π.δ. 1647 2004 (έναρξη ισχύος 19/7/2004) και είχαν προσλάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος των Συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεως τέτοιων συμβάσεων (αορίστου χρόνου) τον οποίο και διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου, ενόψει των παραδοχών, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε με σύμβαση "έργου" ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά μέχρι τις 9/10/2004 και κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 783 / 2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ