Legislator Case Law & Legislation
2014/2010 AI generated

2014/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2014/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2014/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος , διότι από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών( άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων υπέβαλε τέτοιο αίτημα στο δικαστήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2014 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2014/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Β. του Ν., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λιακόπουλο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθ. 94 και 94α/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 562/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει, να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 94, 94Α/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά την έναρξη της συζητήσεως της ασκηθείσας εφέσεως του κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ 6664/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και δύο (2) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 15.100 ευρώ για ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής, κατ' εξακολούθηση και παράνομη οπλοφορία, εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και ζήτησε την αναβολή της δίκης, "διότι ο δικηγόρος Θεόδωρος Λιακόπουλος, ο οποίος έχει αναλάβει την υπεράσπιση του και έχει μελετήσει τη δικογραφία, έχει δε στα χέρια του και σχετικά έγγραφα, δεν προσήλθε σήμερα στο δικαστήριο για να τον υπερασπισθεί, διότι δεν μπορούσε".

Το πιο πάνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης και ως αιτιολογία της απορρίψεως του ως άνω αιτήματος, διέλαβε τα εξής: " Επειδή, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ή έστω ενισχύεται ή πιθανολογείται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για κώλυμα του συνηγόρου του Θεόδωρου Λιακόπουλου, να τον υπερασπίσει στη σημερινή δίκη, ούτε μάλιστα ότι αυτός είναι πλέον ο συνήγορος υπεράσπισης αυτού, αφού στην πρωτόδικη δίκη συνήγορος υπεράσπισης του ήταν άλλος δικηγόρος και δη η δικηγόρος Σ.

Κ., το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου που ζητείται η αναβολή και κρίνει ότι αυτός είναι προσχηματικός και γι' αυτό το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην πιο πάνω απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφαση του την κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία- λαμβανομένου υπόψη άλλωστε ότι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ο κατηγορούμενος για την απόδειξη του λόγου αναβολής δεν πρότεινε προς εξέταση μάρτυρα και δεν υπέβαλε προς ανάγνωση έγγραφα, ενώ δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για άμυνα και υπεράσπιση του, όπως ,αυτός αβάσιμα υποστηρίζει.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως εκτιμάται, πρέπει να. απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας- έλλειψη ακροάσεως, εκ του ότι, καίτοι υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα για να προσέλθει και να εξετασθεί η, ήδη ενηλικιωθείσα, παθούσα Γ.-Λ. Μ., προκειμένου να ερωτηθεί αν επιθυμεί την ποινική του δίωξη, η οποία μάλιστα και είχε κλητευθεί από την Εισαγγελική αρχή, πλην όμως δεν προσήλθε να καταθέσει, αυτό δεν απάντησε στο αίτημα του και έτσι θεμελιώνεται, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Β του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος , διότι από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών( άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων υπέβαλε τέτοιο αίτημα στο δικαστήριο.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. δ του Ν. 2168/1993 όπλα θεωρούνται και τα στιλέτα και όποιος τα φέρει παρανομία μαζί του, χωρίς δηλαδή την άδεια της Αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του, τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 13β του ίδιου ως άνω νόμου. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι παράνομα έφερε ο κατηγορούμενος μέσα στο υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πτυσσόμενο στιλέτο, συνολικού μήκους 22 εκατοστών και λάμα μήκους 10 εκατοστών, πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, και όχι σουγιά που διπλώνει για οικιακή ή άλλη χρήση, και έτσι κήρυξε ένοχο αυτόν για παράνομη οπλοφορία. Επομένως ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ.

Κατά μεν το άρθρο 80 παρ. 1 του ΠΚ κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής λαμβάνονται υπόψη και οι οικονομικοί όροι τόσο εκείνου που καταδικάστηκε όσο και των μελών της οικογενείας του τα οποία συντηρεί, κατά το άρθρο 79 δε του ίδιου κώδικα, παράγραφοι 1 και 4 "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη :

α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία", "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η δικαστική επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 79 του ΠΚ) και η επιμέτρηση της χρηματικής ποινής (άρθρο 80 του ΠΚ), ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και επί χρηματικής ποινής και τους οικονομικούς όρους τόσο εκείνου που καταδικάστηκε όσο και των μελών της οικογένειας του τα οποία συντηρεί, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά. την δικαστική επιμέτρηση της ποινής και της χρηματικής ποινής που επέβαλε στον κατηγορούμενο , έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητα του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 του ΠΚ που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση και τους οικονομικούς όρους αυτού όσον και των μελών της οικογένειας του τα οποία συντηρεί.

Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεων αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση δικαστικής επιμετρήσεως της ποινής και της επιμετρήσεως της χρηματικής ποινής είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 80 παρ. 2 του ΠΚ στις περιπτώσεις που ο νόμος απειλεί διαζευκτικά είτε ποινή στερητική της ελευθερίας είτε χρηματική ποινή ή πρόστιμο, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και τις δύο ποινές, αν κρίνει ότι μόνο η μία από τις δύο δεν αρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων.

Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι δικαστήριο του επέβαλε και για τις δύο πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε (την ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής, κατ' εξακολούθηση, και της παράνομης οπλοφορίας) αθροιστικά και στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή, χωρίς να κρίνει ότι μόνο η μία από τις δύο δεν αρκούσε για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η διάταξη του άρθρου 80 παρ. 2 του ΠΚ εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ο νόμος απειλεί διαζευκτικά είτε ποινή στερητική της ελευθερίας είτε χρηματική ποινή. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τόσο η διάταξη του άρθρου 351 Α στοιχ. γ του ΠΚ προβλέπει αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική ποινή (κατά την επιμέτρηση της οποίας μάλιστα δεν εφαρμόζεται το άρθρο 83 παρ.

ε' του ΠΚ περί μετατροπής) όσο και τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 13 β του Ν. 2168/1993 προβλέπει, επίσης, αθροιστικά στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή. Από τα άρθρα δε 99 παρ. 1 και 100 παρ. 1 του ΠΚ που ρυθμίζουν, αντίστοιχα, την ¨υποχρεωτική¨ και ¨δυνητική¨, αναστολή της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται η αναστολή μόνον της περιοριστικής της ελευθερίας ποινή (φυλάκισης ή κράτησης), όχι όμως και η αναστολή των ποινών σε χρήμα.

Επομένως η προσβαλλόμενη με το τρίτο σκέλος του τέταρτο λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αιτίαση κατά την οποία το δικαστήριο δεν του ανέστειλε και την χρηματική ποινή που του επέβαλε είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι μόνο η περιοριστική της ελευθερίας ποινή αναστέλλεται και όχι και η χρηματική ποινή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει όχι μόνον για την άσκηση του ενδίκου μέσου αλλά και για την προβολή καθενός λόγου του ενδίκου μέσου και μάλιστα να προσδιορίζεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου. Ειδικά γα το συμφέρον αυτό απαιτούνται: 1) ο δικαιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, 2) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, και 3) το συμφέρον να είναι ατομικό, να αναφέρεται δηλαδή στο δικαιούμενο και όχι σε άλλον διάδικο. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο, καίτοι διέταξε τη δήμευση του όπλου (πτυσσόμενο στιλέτο), δεν αποφάσισε και αν αυτό πρέπει να καταστραφεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα άνευ εννόμου συμφέροντος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1/4/2010 αίτηση του Α. Β. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 94, 94Α/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ