2014/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2014/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αφού, επομένως, δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων του άνω θανόντος, από δε την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου Δήμου Αθηνών αποδεικνύεται ότι αυτός απεβίωσε της 01.09.2007, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερομένους κληρονόμους αυτού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2014 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2014/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1...., 2. ..., 3..... και 4. .... Οι μεν 1ος, και η 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Mέτου-Δαμαλά, ο δε 2ος παραστάθηκε με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο του, ενώ ο τέταρτος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε ότι ο 4ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την ... που ασκεί και την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ..., η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από αυτήν την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4566/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 764/2003 προδικαστική και 872/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-11-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1233/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το εφετείο εξέδωσε την 327/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την 20-7-2007 αίτηση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίησή της προς τον αντίδικο, που μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή κατά τη επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τι δίκη ή τον πληρεξούσιο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά.
Αν, αντίθετα, ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το δικαστήριο, παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ...., εμφανίσθηκε όμως η νομίμως διορισθείσα από την ..., ατομικώς και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της ..., πληρεξούσια δικηγόρος αυτών, Αγγελική Δαμαλά, η οποία, για λογαριασμό των εντολέων της, δήλωσε ότι ο άνω τέταρτος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε και η δίκη συνεχίζεται από αυτούς, με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αποβιώσαντος (συζύγου και τέκνου αντιστοίχως).
Αφού, επομένως, δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων του άνω θανόντος, από δε την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου Δήμου Αθηνών αποδεικνύεται ότι αυτός απεβίωσε της 01.09.2007, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερομένους κληρονόμους αυτού.
ΙΙ. Κατά τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση, που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε, αναιρείται, εφ' όσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκηθούν αντίθετες εφέσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη και απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, ακολούθως δε ασκηθεί αίτηση αναίρεσης μόνο από έναν διάδικο και γίνει δεκτή, η απόφαση αυτή αναιρείται μόνο κατά το απορριπτικό της εφέσεως του αναιρεσείοντος μέρος της, όχι δε και ως προς το μέρος της, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του μη ασκήσαντος αναίρεση αντιδίκου του, παράγουσα κατά τούτο δεδικασμένο, με συνέπεια το δικαστήριο της παραπομπής να υποχρεούται να εξετάσει μόνο την απορριφθείσα έφεση του αναιρεσείοντος, όχι όμως και εκείνη του αντιδίκου του, αν δε εξετάσει και την τελευταία υποπίπτει στις από τους αριθμούς 16 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να καταδικασθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο της Ζ, συζύγου του πρώτου, μητέρας του δεύτερου και τρίτου και αδελφής του τέταρτου, ο θάνατος της οποίας επήλθε από υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου εργοδότη της, κατά την παροχή της εργασίας της σ' αυτόν.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 4566/2002 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν και τον επικουρικώς προβληθέντα ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος της θανούσης, καταδίκασε δε τον εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως, για την άνω αιτία, στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 29.347 ευρώ, στους δεύτερο και τρίτο το ποσό των 44.025 ευρώ και στον τέταρτο το ποσό των 8.804 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής αμφότερα τα διάδικα μέρη άσκησαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 872/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, με την οποία αυτό, αφού δέχθηκε τυπικά τις αντίθετες εφέσεις, απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης άσκησε αίτηση αναίρεσης μόνο ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1233/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία έγινε δεκτός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο εναγόμενος επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, και αναιρέθηκε η εφετειακή αυτή απόφαση, ακολούθως δε παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο), στο οποίο εισήχθη η υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, με κλήση των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 327/2007 απόφασή του, συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και, αφού δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση των εναγόντων και απέρριψε την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε την αγωγή και καταδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 53.000 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 46.985,33 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 47.000 ευρώ και στον τέταρτο το ποσό των 10.300 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να εξετάσει δηλαδή και να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη και την απορριφθείσα έφεση των εναγόντων, κρίνοντας ότι με την υπ' αριθμ. 1233/2006 αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 872/2004 απόφαση του Εφετείου και ως προς την απόρριψη της έφεσης αυτών, παρ' όλο που οι ίδιοι δεν είχαν ασκήσει κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 18 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, διότι αφ' ενός μεν δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου μόνο ως προς το μέρος της που απορρίφθηκε η έφεση του ασκήσαντος την αναίρεση εναγομένου, αφ' ετέρου δε παρά τον νόμο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την άνω υπ' αριθμ.872/2004 απόφαση του Εφετείου, ως προς την απόρριψη της έφεσης των εναγόντων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στο Εφετείο οι άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. Επί θανατώσεως εργάτη ή υπαλλήλου, εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος, δηλαδή συνεπεία βιαίου συμβάντος που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της παρεχόμενης εργασίας σε επιχειρήσεις του άρθρου 2 ν.515/1915, η αξίωση των μελών της οικογένειας του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, κρίνεται πάντοτε κατά κοινό δίκαιο των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, είναι οντολογική και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση αξιολογική, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τη βαρύτητα το πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτόν, γιατί αφορά σε εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα εξής κρίσιμα περιστατικά, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: Ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) διατηρούσε επιχείρηση (βιοτεχνία) κατασκευής επίπλων που λειτουργούσε σε τμήμα του πρώτου ορόφου παλαιάς τριώροφης οικοδομής επί των οδών ...
και ... στην περιοχή ..., καταλαμβάνοντος έκταση εμβαδού 400 τ.μ., με είσοδο και έξοδο επί της οδού .... Ότι την 27.1.1999 και περί ώρα 15.15' εντός του χώρου της επιχείρησης αυτής, στον οποίο απασχολούνταν και οι εργαζόμενοι, εκδηλώθηκε πυρκαϊά στο χώρο μεταξύ του υπάρχοντος κενού (χωρίς ανελκυστήρα) φρεατίου ανελκυστήρα και της κορδέλλας κοπής αφρολέξ, που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος στην επιχείρησή του.
Ότι η πυρκαϊά αυτή προκλήθηκε από επαφή υπολειμμάτων αναμμένου τσιγάρου ή άλλης θερμικής εστίας με φύλλα αφρολέξ που υπήρχαν στην εστία εκδήλωσης αυτής, που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος στην επιχείρησή του. Ότι η πυρκαϊά δεν κατέστη δυνατό να κατασβεσθεί στο αρχικό της στάδιο από τον εναγόμενο και ορισμένους υπαλλήλους του, με την χρησιμοποίηση πυροσβεστήρα, που υπήρχε στο γραφείο του εναγομένου και νερού από την κοινή υδραυλική εγκατάσταση, διότι η επιχείρηση του εναγομένου δεν διέθετε σύστημα πυρασφάλειας, το δε υδροδοτικό δίκτυο το κτηρίου ήταν σε αχρησία και ουδέποτε είχε λειτουργήσει μέχρι τότε, επεκτάθηκε δε η πυρκαϊά και στους λοιπούς ορόφους, μέσω του κλιμακοστασίου της οικοδομής και του κενού φρεατίου του ανελκυστήρα, στους οποίους χώρους ο εναγόμενος και οι λοιποί ιδιοκτήτες των βιοτεχνιών που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο είχαν τοποθετήσει διάφορα εύλεκτα υλικά, κατασβέσθηκε δε τελικά από την Πυροσβεστική Υπηρεσία περί ώρα 15.30.
Ότι λίγη ώρα μετά την εκδήλωση της πυρκαϊάς, και μετά την αποτυχή προσπάθεια του εναγομένου και των πέντε ανδρών υπαλλήλων του να κατασβέσουν αυτή, λόγω της ανάπτυξης πυκνών καπνών και αύξησης της θερμοκρασίας, ο εναγόμενος και οι προαναφερόμενοι πέντε υπάλληλοί του εγκατέλειψαν τον χώρο της επιχείρησης μέσω του κλιμακοστασίου της μοναδικής εξόδου επί της πλευράς της οδού ....
Όμως, στον χώρο της επιχείρησης, στον οποίο λειτουργούσαν οι ραπτομηχανές της επιχείρησης και ο οποίος βρισκόταν στο βάθος του χώρου της επιχείρησης και σε κάποια απόσταση από την αρχική εστία εκδήλωσης της πυρκαϊάς, είχαν εγκλωβισθεί οι εργαζόμενες εκεί Ξ και Ζ, οι οποίες δεν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως από τον εναγόμενο για τη σοβαρότητα της κατάστασης και τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή τους, ώστε να εγκαταλείψουν και αυτές με ασφάλεια το κτήριο.
Όταν οι εργαζόμενες αυτές συνειδητοποίησαν την αμεσότητα του κινδύνου, ήδη οι καπνοί από την πυρκαϊά είχαν φθάσει στον χώρο της εργασίας τους και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Τότε η Ζ, με πρόθεση να εγκαταλείψει το κτήριο, κατευθύνθηκε αρχικά προς το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στην έξοδο επί της οδού ..., πλήν όμως η προσπάθειά της δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί, διότι η κάθοδός της από το κλιμακοστάσιο ήταν αδύνατη, εξ αιτίας των πυκνών καπνών που είχαν εξαπλωθεί στον χώρο του κλιμακοστασίου.
Κατόπιν αυτού, η εν λόγω εργαζομένη Ζ ακολούθησε τη συνάδελφό της Ξ και κατευθύνθηκαν προς το παράθυρο επί της οδού ..., το οποίο άνοιξε η Ξ και ανήλθε στο πρεβάζι, πατώντας στην κάτω από αυτό διαφημιστική πινακίδα της στεγαζόμενης στο ισόγειο επιχείρησης ..., και πανικόβλητη άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Στην προσπάθειά της όμως να σταθεί και αυτή στο πρεβάζι του παραθύρου, έχασε την ισορροπία της (γλύστρισε) και έπεσε μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο, πριν προλάβουν οι περίοικοι, οι οποίοι είχαν προστρέξει σε βοήθεια, να τοποθετήσουν στον τοίχο μία σκάλα, από την οποία τελικά κατήλθε μόνο η Ξ, ενώ η Ζ, συνεπεία της πτώσεώς της στο πεζοδρόμιο, τραυματίσθηκε, υποστάσα βαριές κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας, εξ αιτίας των οποίων και απεβίωσε.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο κατά τον παραπάνω τρόπο θάνατος της Ζ προκλήθηκε από αμέλεια του εναγομένου εργοδότη, διότι αυτός Α)παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα πυρασφάλειας-πυρόσβεσης για την ασφαλή απασχόληση των εργαζομένων στην επιχείρησή του μολονότι γνώριζε α) ότι το κτήριο που στεγάζονταν η επιχείρησή του ήταν πολύ παλαιό, β) δεν διέθετε σύστημα πυρόσβεσης και πυρασφάλειας, γ) υπήρχε μόνο μία έξοδος διαφυγής για το προσωπικό του μέσω του κλιμακοστασίου της οδού ..., δ) υπήρχαν εύφλεκτα υλικά στους χώρους του κλιμακοστασίου (όπως φύλλα MDF) και στο χώρο του φρεατίου του ανελκυστήρα (τον οποίο χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση κύριως αφρολέξ), ε) τα διαχωριστικά πατώματα του εν λόγω φρεατίου ήταν κατασκευασμένα από μη πυράντοχα υλικά, στ) σε μικρή απόσταση από το φρεάτιο του ανελκυστήρα υπήρχε ηλεκτροκινητήρας του μηχανήματος κοπής αφρολέξ για τις ανάγκες της επιχείρησης του εναγομένου και ζ) επιτρέπετο με τη δική του ανοχή το κάπνισμα των υπαλλήλων του στον χώρο της εργασίας τους και παρέλειψε να ελέγχει την κατάσταση του υδροδοτικού δικτύου του κτηρίου και να εφοδιασθεί με κατάλληλα και επαρκή (σε είδος και ποσότητες) μέσα πυρόσβεσης, ώστε να είναι σε θέση, σε περίπτωση πυρκαϊάς, να τα θέσει σε λειτουργία για την κατάσβεσή της και Β) παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για τη διασφάλιση της ταχείας, ανεμπόδιστης και ασφαλούς απομάκρυνσης όλων των εργαζομένων της επιχείρησής του, σε περίπτωση πυρκαϊάς, από το μοναδικό κλιμακοστάσιο της οδού ..., το οποίο όφειλε να διατηρεί εντελώς ελεύθερο και όχι να το χρησιμοποιεί για την αποθήκευση διάφορων υλικών που δυσχέραιναν εν μέρει τη διέλευση του προσωπικού από αυτό.
Μετά δε την εκδήλωση της πυρκαϊάς ο εναγόμενος παρέλειψε να ενημερώσει έγκαιρα όλο το προσωπικό για τον κίνδυνο που διέτρεχαν από αυτή και να φροντίσει για την ασφαλή απομάκρυνσή αυτού από το κλιμακοστάσιο, πριν ο ίδιος εγκαταλείψει το κτήριο και πριν επεκταθούν οι πυκνοί μαύροι καπνοί και δημιουργηθεί αποπνικτική ατμόσφαιρα στον χώρο όπου εργάζοντο η θανούσα με την Ξ, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί η θανούσα, όταν διαπίστωσε ότι δεν είχε πλέον διέξοδο διαφυγής από το κλιμακοστάσιο, να κατευθυνθεί προς το παράθυρο της οδού ..., από το οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να εξέλθει για να διασωθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε την περί συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας ένσταση του εναγομένου και έκρινε ότι ο θάνατός της υπό τις άνω συνθήκες, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, δεχθέν επιπλέον και τα εξής: α) ότι η παραμονή της θανούσας και της Ξ στον χώρο της εργασίας τους, επί λίγη ώρα μετά την απομάκρυνση του εναγομένου και των πέντε υπαλλήλων του, οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος δεν ειδοποίησε εγκαίρως τις εργαζόμενες αυτές ότι πρέπει να εγκαταλείψουν άμεσα το κτήριο, διότι κινδύνευαν από την πυρκαϊά, δεδομένου ότι ο χώρος στον οποίο αυτές εργάζονταν βρισκόταν στο βάθος του χώρου της βιοτεχνίας, όπου δεν υπήρχε οπτική επαφή με τον χώρο στον οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαϊά, β) ότι ο εναγόμενος, όσο ακόμα βρισκόταν στο κτήριο, δεν φώναξε δυνατά προς όλους τους εργαζομένους ότι έπρεπε να εκκενώσουν τον εργασιακό τους χώρο, γ) ότι η θανούσα και η συνάδελφός της Ξ αντιλήφθηκαν από μόνες τους, μετά την απομάκρυνση του εναγομένου και των υπολοίπων, την επικινδυνότητα της κατάστασης, όταν οι καπνοί είχαν πυκνώσει και είχαν αρχίσει να επεκτείνονται στον εργασιακό τους χώρο όπου είχαν εγκλωβισθεί, οπότε η θανούσα κατευθύνθηκε προς το κλιμακοστάσιο να εξέλθει, πλήν όμως δεν κατέστη αυτό δυνατό, εξ αιτίας του ότι οι καπνοί είχαν επεκταθεί και στον χώρο του κλιμακοστασίου και δ) ότι η πτώση της Ζ από το παράθυρο επί της οδού ...
έγινε παρά τη θέλησή της (γλύστρισε) και εξ αιτίας του πανικού της από την πυρκαϊά. Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος). Έτσι που έκρινε, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε, με πλήρεις δε, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 330, 932 ΑΚ και απέκρουσε την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, και επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο καθό μέρος με αυτή έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 327/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ