Legislator Case Law & Legislation
2013/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible procedural argument and refusal to consider vague evidence.

Case Number 2013/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible in part and rejecting the appeal in full. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence proving their family's financial hardship, but the court found this argument vague and lacking specific document identification. Consequently, the court declared the discussion regarding the absent appellant inadmissible and rejected the entire appeal, ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1, 2, and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 3226/2004: The Supreme Court must examine whether an absent party was legally summoned before declaring the discussion inadmissible, and vague arguments regarding unlisted evidence are rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect vague evidence legal costs legal aid civil procedure absence of party

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3226/2004
Article 202 of the Code of Civil Procedure
Article 203 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 915 of the Code of Civil Procedure
Article 4 paragraph 2 of Law 3226/2004
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2013 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2013/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ.-Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργαρίτα Αναγνωστοπούλου. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3226/2004 και την 37/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και 2) Δ.-Τ. Ι. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-01-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2406/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2024 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 04-03-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, και υπό τον όρο ότι επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να είναι παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Αντίθετα, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν έχει κλητευθεί, ή δεν προκύπτει η τυχόν κλήτευσή του, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 573/2019).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος ( ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 992/2020, ΑΠ 306/2020), δηλαδή, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Επομένως, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 437/2024) (ΑΠ 524/2025, ΑΠ 1298/2025, ΑΠ 775/2023, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 533/2018).

Στη προκειμένη περίπτωση, από τον έλεγχο των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται, ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, Δ.-Τ. Ι. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε υποβλήθηκε από αυτόν , κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ενώ δεν προκύπτει ποιος είναι ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, ως προς τον απολειπόμενο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης από την παρασταθείσα διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου αναιρεσίβλητη, ούτε εξ άλλου προσκομίζεται ή γίνεται επίκληση από την παρασταθείσα πρώτη των αναιρεσειόντων, του επιδοθέντος αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, με την κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ επισημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή.

Πρέπει, συνεπώς, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων, Δ.-Τ. Ι. και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.

Με την κρινόμενη από 4.3.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 219/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη την από 21.10.2022 έφεση των ηττηθέντων εναγομένων (ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων) κατά της με αριθμό 2406/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η από 23.1.2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς την επικουρική αυτής βάση, της αναγνώρισης ως έγκυρης, της ανάκλησης της δωρεάς εν ζωή ακινήτου, ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης ,προς τους αναιρεσείοντες, εξ αιτίας αχαριστίας των τελευταίων, που είχε καταρτισθεί δυνάμει της με αριθμό ....2013 πράξης της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Γ. Β. Σ. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, και μπορεί να του καταλογιστεί, προσβάλλει δε, άμεσα αγαθά του δωρητή.

Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Πρέπει, δηλαδή, ο δωρεοδόχος να εξέλθει από την παθητική απλώς κατάσταση της αγνωμοσύνης και να προβεί έναντι του δωρητή σε ενέργειες ένοχες, που συνιστούν βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού και των λοιπών ως άνω προσώπων, η αντικοινωνική δε, συμπεριφορά ή διαγωγή του να προσβάλλει άμεσα αγαθά αυτών, ώστε να μαρτυρεί έναντι αυτού αχαριστία.

Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια ή ένδεια.

Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Η κρίση του δικαστή της ουσίας για το αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν ή όχι αχάριστη συμπεριφορά του δωρεοδόχου και βαρύ παράπτωμα αυτού, ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 793/2024, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1429/2013).

Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1736/2022) η δε, δήλωση αυτή, που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 867/2023, ΑΠ 41/2021).

Επιφέρει δε, η δήλωση ανάκλησης της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011).

Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 402/2023, ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Το ηθικό καθήκον πρέπει να είναι ιδιαίτερο. Δεν αρκεί, δηλαδή, το κοινό ηθικό καθήκον το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνανθρώπους του, αλλά πρέπει να συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Στις δωρεές αυτές εμπίπτει, κατά την έννοια της προηγουμένης διάταξης και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από τον δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει εκ του νόμου αμοιβή από τον δωρητή για την παροχή τους.

Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ' αυτήν από τους συμβαλλόμενους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.

Έτσι, μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώριση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν τον χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 85/2020).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 505,509 και 512 του ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά που δέχθηκε δεν πληρούσαν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, ούτε του ελευθέρως ανακλητού της δωρεάς, καθώς και ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό τους, ότι η ένδικη δωρεά υπήρξε ανταποδοτική, πολύ περισσότερο αφού, στο δωρητήριο συμβόλαιο δεν καταχωρήθηκαν περιπτώσεις παράλειψης φροντίδας της δωρήτριας που θα οδηγούσαν σε ανάκληση της δωρεάς λόγω αχαριστίας.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό ....2013 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Γ. Σ., η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη μεταβίβασε ένα οικόπεδο...

στη θέση "Κοκκινοχώματα" του κτήματος "Τράχωνες" του Δήμου Αλίμου, μετά της επ'αυτού οικίας, στην πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εκκαλούσα εγγονή της κατά ποσοστό 98% εξ αδιαιρέτου και στον δεύτερο εναγόμενο, ήδη δεύτερο εκκαλούντα, τότε σύζυγο της πρώτης, κατά ποσοστό 2% εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας για την ίδια το δικαίωμα ισοβίου οικήσεως, συνολικής αντικειμενικής αξίας 218.390.12 ευρώ.

Στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφηκε ότι η δωρήτρια (ενάγουσα) παραιτείται από κάθε δικαίωμα για την ανάκληση της δωρεάς, αναγνωρίζοντας ότι αυτή (δωρεά) έγινε από αγάπη, ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, και σε αναγνώριση της συμπαράστασής τους στον δικαστικό αγώνα της δωρήτριας με την κόρη της Δ.

Πράγματι, η ενάγουσα είχε μία πολυσύνθετη και πολυετή δικαστική οικογενειακή διαμάχη με την θυγατέρα της Δ. Δ., στην οποία ενεπλάκησαν στη συνέχεια η θυγατέρα της Χ. Δ., ο εν ζωή τότε σύζυγός της Ν. Δ. και ο αδελφός της Φ. Γ. κατά την διάρκεια της οποίας είχε την συμπαράσταση κυρίως της πρώτης εναγομένης και δευτερευόντως του δευτέρου εξ αυτών, οι οποίοι την συνέδραμαν σε ψυχολογικό επίπεδο.

Ωστόσο, η ως άνω ψυχική συνδρομή των εναγομένων δεν αρκεί για να θεμελιώσει σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις, ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγο ευπρέπειας που να επιβάλουν στην ενάγουσα υποχρέωση να προβεί σε ανταποδοτική δωρειά προς αυτούς, και μάλιστα υψηλής αξίας, ήτοι δωρεά ακινήτου αντικειμενικής αξίας 218.390,12 ευρώ.

Επομένως, μολονότι οι διάδικοι προσέδωσαν με τα παραπάνω συμβόλαια τέτοιο χαρακτήρα στην δωρεά, δηλαδή, ως επιβαλλόμενη από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις και κατ' ακολουθία, η ρήτρα που αναγράφηκε σε αυτό περί παραίτησης της δωρήτριας από το δικαίωμά της να ανακαλέσει την δωρεά είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 2018 η ενάγουσα ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται, να μαγειρεύει και να επιμελείται τα του οίκου της, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη βοήθεια από τους εναγομένους. Όμως, από το παραπάνω έτος οπότε η υπέργηρη, ηλικίας 88 ετών, ενάγουσα δεν μπορούσε πλέον να μαγειρέψει μόνη της και να φροντίσει την καθαριότητα της οικίας της, περιήλθε σε κατάσταση παραμέλησης και δεν είχε καμία φροντίδα από τους εναγομένους οι οποίοι αδιαφόρησαν παντελώς.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν καμία συμπαράσταση προς το πρόσωπο της ενάγουσας, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται, είτε σε πρακτικά ζητήματα, όπως για την καθημερινή της σίτιση και την καθαριότητα της οικίας της, είτε απλά συντροφεύοντας αυτήν, ώστε να της παράσχουν με τον τρόπο αυτό φροντίδα, ασφάλεια και ψυχική επαφή, τα οποία είχε ανάγκη λόγω της μεγάλης ηλικίας της.

Όπως, δε, αναφέρεται στην με αριθμό πρωτοκόλλου ....2018 έκθεση της κοινωνικής λειτουργού του Δήμου Αλίμου, η οποία επισκέφθηκε την ενάγουσα στην οικία της, η ενάγουσα αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, δεν είχε άμεση υποστήριξη από το οικογενειακό της περιβάλλον, η μονοκατοικία στην οποία διέμενε ήταν σε κακή κατάσταση και οι συνθήκες διαβίωσής της ακατάλληλες, ενώ η καθημερινή της επιβίωση βασιζόταν στην καλή θέληση των γειτόνων και στην ανάλογη των δυνατοτήτων του φροντίδα, που της παρείχε ο επίσης ηλικιωμένος αδελφός της Γ.

Φ., ο οποίος όμως, διέμενε στον Πειραιά και δεν μπορούσε να την φροντίζει σε καθημερινή βάση. Γιά το λόγο αυτό η ενάγουσα άρχισε να σιτίζεται καθημερινά από το "Γεύμα Αγάπης" του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονα Τραχώνων... Έτσι και δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε περιέλθει στην ως άνω κατάσταση πλήρους παραμέλησης, έχοντας αφεθεί μόνη, χωρίς στοιχειώδη φροντίδα από τους εναγομένους, με πρόταση της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αλίμου και όχι με πρωτοβουλία της πρώτης των εναγομένων, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η τελευταία, εισήχθη στο Κέντρο Κοινότητας-Φιλανθρωπικό Σωματείο Κοινωνικής Μέριμνας Μοσχάτου " ..." στις 16.4.2019...

Από όλα τα ανωτέρω προέκυψε ότι οι εναγόμενοι-εκκαλούντες ουδόλως συνέδραμαν την ενάγουσα-εφεσίβλητη, είτε οικονομικά, είτε ηθικά, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η ενάγουσα-εφεσίβλητη διαβίωνε σε ακατάλληλες συνθήκες, για τις οποίες θα μπορούσαν ευχερώς να επιμεληθούν οι εναγόμενοι, αναλαμβάνοντας τουλάχιστον την καθαριότητα της οικίας και την προσωπική υγιεινή της ενάγουσας, εργασίες που δεν απαιτούσαν οικονομική τους επιβάρυνση.

Περαιτέρω δε, ο ισχυρισμός της πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης, ότι η ίδια ως μονογονεϊκή οικογένεια και λόγω της ανεργίας της, ελάμβανε οικονομική βοήθεια με τη μορφή είδους από την "Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης Πολιτών Παλαιού Φαλήρου" (τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης κλπ) δεν αναιρεί την δυνατότητα της τελευταίας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτή, να επιμεληθεί της καθημερινής και αναγκαίας για την επιβίωσή της , σίτισης της υπέργηρης γιαγιάς της, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ανέλαβαν οι γείτονες και στη συνέχεια η ενορία της εκκλησίας.

Άλλωστε αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν περιστασιακά...Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά των εναγομένων είναι αποδοκιμαστέα κοινωνικά και αντιβαίνει στις επικρατούσες αντιλήψεις γύρω από την ηθική και την ευπρέπεια. Ειδικότερα, η εν λόγω αντικοινωνική συμπεριφορά των ανωτέρω, συνδυαζόμενη με τις λοιπές επικρατούσες ειδικές συνθήκες και συγκεκριμένα την ηλικία της ενάγουσας (88 ετών), το γεγονός ότι ζούσε μόνη της σε ακατάλληλες συνθήκες διαβίωσης και σε απόλυτη ένδεια, σε συνδυασμό με την αξία της δωρεάς, συνιστά βαρύ παράπτωμα, και υπάγεται στην έννοια της αχαριστίας που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς καθώς οι εναγόμενοι αδιαφόρησαν, χωρίς σοβαρό λόγο, για την τύχη της δωρήτριας ενάγουσας, όταν η τελευταία είχε ανάγκη περίθαλψης και ηθικής και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, με τις ίδιες κατά βάση κρίσεις και αιτιολογίες, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις ... και πρέπει η έφεση στο σύνολό της, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505,509 και 512 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ,ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσείουσας (δικαιοδόχου) έναντι της αναιρεσίβλητης ( δωρήτριας) και κατά συνέπεια, δικαιολογούν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη γιαγιά της αναιρεσείουσας, προέβη το έτος 2013 σε δωρεά κατά ποσοστό 98% εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισογείου οικίας με ημιυπόγειες αποθήκες, συνολικής αντικειμενικής αξίας 218.390,12 ευρώ, και ότι από το έτος 2018 και εντεύθεν, που η αναιρεσίβλητη λόγω της μεγάλης ηλικίας της (88 ετών) περιήλθε σε αδυναμία να αυτοεξυπηρετείται, συνέτρεξε εξακολουθητική παραμέληση της υπέργηρης αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα δωρεοδόχο, εγγονή της, και δη σε τέτοιο σημείο, ώστε η επιβίωση της αναιρεσίβλητης (διατροφή, καθαριότητα της ιδίας και της οικίας της) να εξαρτάται από την καλή θέληση των γειτόνων της και την, ανάλογη των δυνατοτήτων του, φροντίδα του επίσης υπέργηρου αδελφού της, που όμως δεν ήταν καθημερινή, διότι αυτός ως κάτοικος Πειραιώς, δεν μπορούσε να μετακινείται καθημερινώς προς την κατοικία της αναιρεσίβλητης στον Άλιμο, ακολούθως δε, ότι η αναιρεσίβλητη σιτιζόταν από το "Γεύμα Αγάπης" του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Τραχώνων, έως ότου, και μετά παρέμβαση της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αλίμου, η τελευταία εισήχθη στο κέντρο φροντίδας "..." στο Μοσχάτο Αττικής.

Περαιτέρω, ότι η αναιρεσείουσα είχε την δυνατότητα, παρά την ανεργία της και τη λήψη τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης από τρίτους, να επιμεληθεί του προσώπου και της καθαριότητας της οικίας της αναιρεσίβλητης, όπως εξ άλλου και της στοιχειώδους σίτισής της, προκειμένου να μην περιέλθει η τελευταία σε κατάσταση πλήρους παραμέλησης.

Κατά ορθή δε, ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων κρίθηκε ότι η εξακολουθητική αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αντικειμενικά κρινόμενη, ενόψει των συνθηκών και του τρόπου που τελέστηκε, συνιστούσε υπαίτια, βαρειά, αντικοινωνική και καταλογιστή συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αντίθετη στις κρατούσες περί ευπρέπειας και ηθικής κοινωνικές αντιλήψεις, και αχαριστία προς την τελευταία, ώστε από τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η γενομένη από την τελευταία ανάκληση της ένδικης δωρεάς, καθώς και ότι η αποδειχθείσα ψυχολογική συμπαράσταση της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα της αναιρεσίβλητης με την κόρη της Δ., δεν επαρκούσε, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις να θεμελιώσει ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγο ευπρέπειας που να επιβάλουν στην αναιρεσίβλητη υποχρέωση να προβεί σε ανταποδοτική δωρεά προς την αναιρεσείουσα, και τούτο παρά την ρητή δήλωση παραίτησης από το δικαίωμα ανάκλησης που περιλαμβάνεται στο υπόψη δωρητήριο συμβόλαιο, η οποία δεν επαρκεί ώστε να καταστήσει ανίσχυρη την ανακλητική δήλωση.

Εξ άλλου, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα με βαρύ παράπτωμά της, φάνηκε αχάριστη απέναντι στην δωρήτρια αναιρεσίβλητη, ώστε υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η ανάκληση της επίμαχης δωρεάς.

Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η ίδια είχε αναλάβει να ψωνίζει τα απαραίτητα για την γιαγιά της τρόφιμα και φάρμακα, να την περιποιείται και να τη διατηρεί καθαρή και ότι είναι εκείνη που προέβη σε όλες τις διαδικασίες για να της χορηγηθεί σύνταξη χηρείας, και ότι συνεπώς, ουδεμία παραμέληση συνέτρεξε εκ μέρους της, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του "... όλα εκείνα τα αποδεικτικά έγγραφα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, δικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών ομού με τα ταυτάριθμα πρακτικά αυτών, μηνυτήριες αναφορές, πραγματογνωμοσύνες, αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, προς απόδειξη του ποιος εξ αρχής ευρίσκεται πίσω από όλον αυτό τον ανελέητο δικαστικό αγώνα που έχουμε δεχθεί εμείς οι αναιρεσείοντες και η μητέρα της πρώτης εξ ημών Δ.

Χ. και δεν είναι άλλος από την θεία μου Δ. Δ. ... όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η πρώτη εξ ημών είναι πλέον μονογονεϊκή οικογένεια με δύο ανήλικα τέκνα, ενώ από το έτος 2018 είμαι άνεργη... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, τα οποία και αποδεικνύουν μέχρι κεραίας τα λεγόμενά μας...".

Ο λόγος αυτός έτσι διατυπούμενος είναι απαράδεκτος ως εκ της πλήρους αοριστίας του, καθόσον ουδεμία επίκληση εγγράφου προσδιοριζομένου σε βαθμό ατομικότητος γίνεται, με συνέπεια να μην προκύπτει από τη γενική αναφορά στον αναιρετήριο σε "προσκομισθέντα με επίκληση" έγγραφα, η ταυτότητα και το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρεται να μην λήφθηκαν υπόψη, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου τα αποδεικτικά αυτά μέσα προσκομίστηκαν.

Συνεπώς ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Πρέπει, δε, να λεχθεί ότι η παροχή νομικής βοήθειας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 8 και 9 του ν.3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος" και η οποία παρεσχέθη, στην αναιρεσείουσα με την με αριθμό 37/2024 πράξη της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 202, 203 παρ. 2 και 915 του ΚΠολΔ και 4 παρ. 2 του ν. 3226/2004 (ΑΠ 1401/2022, ΑΠ 1021/2022, ΑΠ 1104/2020).

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (αρθ. 176,183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν θα γίνει λόγος περί παραβόλου, λόγω απαλλαγής της αναιρεσείουσας στην οποία παρασχέθηκε νομική βοήθεια, από την υποχρέωση καταβολής του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Δ.-Τ. Ι.

Απορρίπτει την από 4.3.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 219/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ